[Ένα βιβλίο στο κομοδίνο ·

04/02/2020 § Σχολιάστε

Αλμπέρ Καμύ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος,
μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Dougé, Μαρία Κασαμπάλογλου-Roblin, Πατάκη, Αθήνα 2013, σελ. 504


του Στράτου Φουντούλη

Ο επαναστατημένος άνθρωπος του Αλμπέρ Καμύ αναπαύεται τον τελευταίο καιρό μονίμως στο κομοδίνο μου. Ίσως φταίνε οι καιροί όπου πολλά διαψεύστηκαν και συνεχίζουν να διαψεύδονται. Οι άλλοτε κραταιοί ιδεολογικοί μύθοι κατέρρευσαν μαζί με τα όνειρα πολλών από εμάς. Κάποτε, στη νιότη, κουβαλάγαμε τον ενθουσιασμό και τη βεβαιότητα του αλάθητου μιας θεωρίας και πράξης υποταγμένη σε μια αμείλικτη, επιβαλλόμενη όπως αποδείχτηκε ―και όχι μόνο από τον Καμύ― «ιστορικότητα». Ίσως γιατί από το πόνημα αυτό αναδύονται επίμονα σκέψεις και ψίθυροι αμφισβητήσεων μέσω ενός εργάτη της γραφής μιας απαράμιλλης ευγένειας. Στην ομιλία του κατά την απονομή Νόμπελ το 1957 αναφέρει: «Η ευγένεια του επαγγέλματός μας θα έχει πάντα τις ρίζες της στις δυο δυσβάσταχτες υποχρεώσεις: την άρνηση να πει ψέματα για κάτι που γνωρίζει και την αντίσταση στην καταπίεση» και το μάτι τρεμοπαίζει στις σελίδες όπου συναντά κανείς σκέψεις αυτονόητα (;) πια· επίκαιρες: «Το εργατικό κίνημα έζησε μέχρι σήμερα βασισμένο πάνω στη βεβαιότητα μιας επανάστασης, που τα γεγονότα δεν έπαψαν να διαψεύδουν και που είναι καιρός πλέον να καταγγείλουμε ήρεμα το ψέμα της». Πόσοι από εμάς 2-3 δεκαετίες μετά τα λεγόμενα του Καμύ ξοδέψαμε νιάτα ιδρώτα αγωνία· κυρίως, πολύτιμο χρόνο, για να μάθουμε στο τέλος κάτι το οποίο ενδόμυχα υποψιαζόμασταν και να γυρίσουμε οδυνηρά πίσω στη δεκαετία του ’50 και των συμπερασμάτων του Καμύ ότι «Κάθε επαναστάτης γίνεται τελικά καταπιεστής ή αιρετικός». Σε όλο το βιβλίο ο συγγραφέας μιλά με τρυφερότητα απέναντι στην ανθρώπινη ζωή, το ίδιο κάνει όταν αναφέρεται στους αναρχικούς μιας ουτοπίας που πλήρωσαν με τη ζωή τους στέλνοντας το μήνυμα-υπόσχεση μιας αιώνιας αξίας· ταυτόχρονα, μιλά με περιφρόνηση για τις υποσχέσεις περί ενός μελλοντικού «παραδείσου»· μας προσφέρει γλαφυρά τον αποτροπιασμό του για τους κατηχητές του που επιβάλλουν την υποταγή της ατομικής ζωής του καθενός, στο όνομα μιας αυθαίρετης «ιστορικής αναγκαιότητας». Περνά από κόσκινο ―καταγγέλλοντας― τους διάφορους Νετσάγιεφ· τον επιφανή μπολσεβίκο και ίνδαλμα του Λένιν, Πιοτρ Τκάσεφ, για την πρότασή του να εξοντωθούν όλοι οι άνω των 25 ετών Ρώσοι που δεν δύνανται να δεχτούν τις «νέες ιδέες» του Κόμματος.

Ο Καμύ αναλύει τους τρεις τελευταίους αιώνες κυρίως, την επανάσταση και την εξέγερση του ανθρώπου. Καυτηριάζει Χίτλερ και Μουσολίνι, όπου ο πρώτος υπογράμμιζε: «όταν η φυλή διατρέχει τον κίνδυνο της καταπίεσης… τότε το θέμα της νομιμότητας παίζει δεύτερο ρόλο», και ο δεύτερος: «τίποτα εκτός Κράτους, ενάντια στο Κράτος. Όλα στο Κράτος, για το Κράτος, μέσα στο Κράτος» […] «Όλες οι σύγχρονες επαναστάσεις κατέληξαν στην ενίσχυση του Κράτους. Το 1789 φέρνει τον Ναπολέοντα, το 1848 τον Ναπολέοντα Γ’, το 1917 τον Στάλιν, οι ιταλικές ταραχές του 1920 τον Μουσολίνι, η δημοκρατία της Βαϊμάρης τον Χίτλερ»  Η ανθρώπινη τυφλή εμπιστοσύνη και η εγκατάλειψη προς ένα ουτοπικό πολλά υποσχόμενο μέλλον μετατρέπει πολύτιμες ανθρώπινες ζωές σε άβουλα πιόνια. Ας δούμε τώρα ένα οδυνηρό συμπέρασμα στη σ. 339, που δεν έχει χάσει την αξία του: «Αλλά τα θύματα δεν θα είναι πια εδώ για να κρίνουν. Για το θύμα, το παρόν είναι η μόνη αξία, η εξέγερση η μόνη δράση. Για να υπάρχει μεσσιανισμός, πρέπει να διαμορφωθεί ενάντια στα θύματα. Πιθανόν να μην το ήθελε ο Μαρξ, εδώ όμως βρίσκεται η ευθύνη του που πρέπει να εξεταστεί ότι δικαιώνει, στο όνομα της επανάστασης, την αιματηρή από δω και πέρα πάλη ενάντια σε όλες τις μορφές εξέγερσης».

Το αυτονόητο σήμερα δεν ήταν αυτονόητο στη δεκαετία του ’50. Ο Καμύ με το βιβλίο του αυτό έζησε την απομόνωση. Ένα κοινό κείμενο των Μερλώ-Ποντύ και Σαρτρ το 1950 που εξυμνούσε τα σταλινικά στρατόπεδα διότι θεωρούσαν τη Σοβιετική Ένωση προστάτη του διεθνούς προλεταριάτου και όποιος τα κατάγγελλε τασσόταν αυτομάτως στο πλευρό των ιμπεριαλιστικών εγκλημάτων του καπιταλισμού και άλλα παρόμοια κείμενα, η ζωντανή πραγματικότητα τα πέταξε στο καλάθι των αχρήστων. Κανείς δεν τα διαβάζει πλέον στα σοβαρά.

Αντιθέτως τα κείμενα του «αφελή» Αλμπέρ Καμύ στέκουν σήμερα φωτεινός φάρος ελευθερίας κι ανθρωπισμού. Δικαιωμένα. Επίκαιρα.

*

© Στράτος Φουντούλης 

[Α’ δημοσίευση στο «Εντευκτήριο» 18.10.2015

[κατασκευές ·

18/01/2020 § Σχολιάστε

Αυθαιρεσία XXXVII

©Christopher Wool/Portraits (B&W) series, 2014/Lithograph on Rives BFK White paper 68.6 x 57.2 cm/ Edition of 28

H κριτική κατασκευάζει θεωρίες, όμως· το κείμενο παραμένει, και ενίοτε τις αναθεωρεί ή και τις καταργεί. Όταν ο αναγνώστης βρεθεί «μέσα» στο κείμενο, δεν υπάρχει τίποτα έξω απ’ αυτό. Το κείμενο επιβάλλεται στο κοινό του· ερήμην Της, και σε πείσμα των όποιων απόψεων ή επιφυλάξεων των ταγών της αυθεντίας· και δεν πολυπροσφέρεται για δημόσιες

επαγγελίες κι ατέλειωτους σχολιασμούς.

[η Θεοποίηση των τεθνεώτων ·

07/01/2020 § Σχολιάστε

Τι συνήθεια κι αυτή να θεοποιεί κανείς τα μουσικά του είδωλα τοποθετώντας τα στις παρυφές του Ολύμπου όταν φεύγουν απ’ τη ζωή. Δεν κατάλαβα ποτέ το λόγο, μιλώ ιδιαιτέρως για τα μουσικά είδωλα του κοινού τα οποία προβιβάζονται (μέσω του νου των ανθρώπων), σε φιλόσοφους, πολιτικούς επιστήμονες και σε άλλου είδους «οραματιστές» υψίστων… ιδανικών. Όσο ζούσαν ήταν παρά απλοί -καλοί, μέτριοι ή κακοί, αδιάφορο- μουσικοί, συνθέτες ή τραγουδοποιοί, τίποτε περισσότερο ή λιγότερο.

Μάλλον είμαι κουτός, κι ελπίζω να παραμείνω ως τέτοιος.

[προσφυγιά ή ‘Αντίο για πάντα’…

02/01/2020 § Σχολιάστε

Μαρτυρίες…

φωτό: foroline.gr

Όταν το κλιμάκιο της οργάνωσης του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού ήλθε στη Σαμσούντα, οι γονείς μου παρέλαβαν τον αδελφό μου και ανέβηκαν όλοι στο πλοίο που θα τους μετέφερε από τη Μαύρη Θάλασσα στη νέα πατρίδα. Εκεί επάνω σε λίγο έγινε το αδιαχώρητο από το συνωστισμό.

Όλοι ήταν άνθρωποι ρημαγμένοι και ταλαιπωρημένοι, άλλοι από χωριά και άλλοι από πόλεις. Πολλοί είχαν κατέβει κατευθείαν από τα βουνά, όπου ζούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, και έμοιαζαν με αγρίους.

Αφού τελείωσε η επιβίβαση, το καράβι τους ξεκίνησε για την Ελλάδα κι εκείνοι, ατενίζοντας προς την ακτή, αποχαιρέτησαν για πάντα τα μέρη που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, που είχαν τις περιουσίες τους, τα υπάρχοντά τους και που ποτέ πια δε θα ξαναέβλεπαν.

Στη συνέχεια, ταξιδεύοντας μέσω Κωνσταντινούπολης, πέρασαν τα στενά των Δαρδανελλίων και φθάσανε στην Ιτέα.

Εκεί το καράβι τους τέθηκε σε καραντίνα.

Αφού πέρασε και αυτή η δοκιμασία και ο καπετάνιος ρώτησε τον αρμόδιο υπάλληλο σε ποιο μέρος θα έπρεπε να αποβιβάσει τους πρόσφυγες που μετέφερε, εκείνος του είπε:

– Τους είδα και πρόσεξα ότι είναι πολύ φτωχοί. Πήγαινέ τους στη Θεσσαλία. Εκεί τουλάχιστον δε θα πεινάσουν!

Έτσι, ύστερα από μερικές ώρες, το πλοίο τους έμπαινε στο λιμάνι του Βόλου και σε λίγο πατούσαν στη χώρα του Ιάσονα και πολλοί από τους πρόσφυγες δε φορούσαν στα πόδια τους ούτε καν ένα σανδάλι!

*
[από το βιβλίο: Αγαθή Σιναπλίδου-Αποστολοπούλου, Από τη Μαύρη Θάλασσα στη Χώρα του Ιάσονα. Γεγονότα και αληθινές ιστορίες, Θεσσαλονίκη, Ερωδιός, 2013

λινκ

Where Am I?

You are currently browsing the σκέψεις category at αγριμολογος.