[κομματικός οπαδισμός αντί πολιτικής ·
16/05/2019 § Σχολιάστε

Όταν κάποτε ρωτήθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις γιατί προτίμησε να γράψει τον «Μεγάλο Ερωτικό» σε μια εποχή έντονης πολιτικοποίησης, απάντησε: «Από τον τόπο μας δεν έλειπε το σύνθημα. Ελειπαν μεγάλες ανθρώπινες αξίες που είχαν καταρρακωθεί»
Παραγωγή συναισθήματος αντί πολιτικής
Ζούμε σε λούπα. Σε μια διαρκή επανάληψη, ίδιων εικόνων και ήχων. Η ίδια σκηνή, το ίδιο πλάνο, έρχεται και επανέρχεται μαζί και λέξεις, φράσεις ολόκληρες, που επαναφέρουν διαρκώς τον «διχασμό», την «πόλωση», τη «δολοφονία χαρακτήρων», τη «λάσπη», τον «κατήφορο». Η συζήτηση στη Βουλή κορυφώνεται πάντα στο «προσωπικό». Βολές κατά των οικογενειών των δύο πολιτικών αρχηγών, του πρωθυπουργού και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο πρωθυπουργός χρειάστηκε (από τον λογαριασμό του στο Facebook) 865 λέξεις για να απαντήσει στον πρόεδρο της Ν.Δ. που αναφέρθηκε στην οικογενειακή του περιουσία: πώς την απέκτησε ο πατέρας του «πότε την απέκτησε, με ποιους έκανε δουλειές στη χούντα».
Προηγουμένως, ο κ. Αλέξης Τσίπρας είχε σχολιάσει: «Δεν μπήκα στην πολιτική πλούσιος, δεν έγινα πλούσιος και δεν ανήκα σε μια οικογένεια που δεν κάνει τίποτε άλλο από πολιτική και είναι ζάπλουτη».
Η συζήτηση που τελείωσε προχθές το βράδυ (με την ψηφοφορία επί της προτάσεως του πρωθυπουργού για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση) είχε και άλλα: μαντινάδες, ηλιοβασιλέματα, στίχους του Μανόλη Αναγνωστάκη και, βέβαια, την εμμονική αντιπαράθεση για τις «ελίτ» και τους «πλούσιους». Υπερχείλισε το συναίσθημα, εν γένει, σε διάφορες εκφάνσεις. Πρόσφατα ο καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ και συγγραφέας Νικόλας Σεβαστάκης σημείωσε, με άλλη αφορμή και για άλλο θέμα, σε κείμενό του στη Lifo: «Στο όνομα της “συγκίνησης” χαράζονται, ας πούμε, ψεύτικα σύνορα ανάμεσα στην ελίτ και στον λαό, λες και η ελίτ συνιστά κάποιο ενιαίο μπλοκ και ο λαός ένα συμπαγές σώμα. Η πάση θυσία αναζήτηση συναισθηματικών δονήσεων στην πολιτική ξεχνάει, επίσης, πως υπάρχουν και πράγματα δυσάρεστα, διαδικασίες που δεν έχουν λούστρο, πολιτική που δεν είναι έκσταση ούτε γιορτή, αλλά δουλειά, μεσολάβηση, σύνθεση. Υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι πολιτικής και διοίκησης που δεν χειραφετεί ούτε υποδουλώνει γιατί αφορά τα πεζά πράγματα του βίου».
Γι’ αυτά τα «πεζά», κουβέντα. Γιατί οι προεκλογικές παροχές, υπό τη μορφή δήθεν ελαφρύνσεων, δεν συνιστούν ούτε μεταρρυθμίσεις ούτε πρόοδο. Η δουλειά αναστέλλεται μπροστά σε σχηματικές αντιπαραθέσεις περί αλήθειας και ψέματος, ό,τι δεν περιλαμβάνει διαμαρτυρία ή σύνθημα προσπερνιέται ως πληκτικό ή θαμπό και, εν τέλει, αδιάφορο. Θεωρούμε κι εμείς, ως θεατές – ακροατές, δεδομένη την υποχώρηση του πολιτικού και την κατάληψη του κενού από το συναίσθημα.
Η κοινωνική ευαισθησία ταυτίστηκε στρεβλά με έναν αντισυστημικό λόγο, που επιτίθεται μόνο στον νεοφιλελευθερισμό και στη λιτότητα. Η ευαισθησία δεν πρέπει να συγχέεται με τη συγκίνηση. Δεν έχουν καμία σχέση. Με τον ίδιο τρόπο «που η ευγένεια δεν είναι έκφραση αδυναμίας», όπως επισήμανε στη Βουλή ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης. Η ευαισθησία και η ευγένεια εξέλιπαν γιατί δεν ταιριάζουν με το προφίλ ενός πολιτικού που θέλει να έχει πρόσβαση και απήχηση στα «ευρύτερα κοινωνικά στρώματα».
Κάπως έτσι υπονομεύτηκε ο πολιτικός διάλογος και κέρδισαν έδαφος τα πολιτικά πάθη. Την τελευταία τετραετία, ειδικότερα, χάθηκαν εντελώς οι αποχρώσεις που οξύνουν την ευαισθησία και ασκούν ακοή και όραση στη διαφορετικότητα. Υπάρχουν μόνο ένοχοι, δίπολα, μονοκόμματες ταυτίσεις με τη μία ή με την άλλη πλευρά. Τα αδιέξοδα μεγεθύνονται αντί να περιορίζονται, η ανομία εκβάλλει στους δρόμους της πόλης όλο το 24ωρο, απουσιάζει το πλαίσιο των κανόνων που θα συγκρατήσει το ανεξέλεγκτο και θα ανακουφίσει από την έξαρση του φόβου, του θυμού, της επιθετικότητας.
Με αφορισμούς και με συνθήματα η ζωή στενεύει, εξαντλούνται τα αποθέματα. Οσο υποχωρεί η πολιτική και κυριαρχεί το συναίσθημα, τόσο ο κόσμος θα αποπολιτικοποιείται, θα αδιαφορεί για τις εκλογές, θα ψηφίζει χωρίς κριτήριο, τυφλά και ασυνάρτητα.
Οταν κάποτε ρωτήθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις γιατί προτίμησε να γράψει τον «Μεγάλο Ερωτικό» σε μια εποχή έντονης πολιτικοποίησης, απάντησε: «Από τον τόπο μας δεν έλειπε το σύνθημα. Ελειπαν μεγάλες ανθρώπινες αξίες που είχαν καταρρακωθεί». Ετσι, για να θυμηθούμε έναν άνθρωπο που είχε τη γενναιότητα της ευαισθησίας και την υπερασπίστηκε ώς το τέλος.
*
©Μαρία Κατσουνάκη –Καθημερινή
Αντισημιτισμός. Η ιδιαιτερότητά του και οι μορφές του
14/05/2019 § Σχολιάστε

Στην εικόνα: Οι Εβραίοι θηλάζουν από ένα χοίρο και τρώνε τα περιττώματά του (Ξυλογραφία από το Kupferstichkabinet, Μόναχο, c. 1470)
Από τον ©Ιακώβ Σιμπή στην Athens Review of Books
Ένα ερώτημα που τίθεται συχνά στην έρευνα για τον σύγχρονο αντισημιτισμό είναι αν αποτελεί ιστορική εξέλιξη του αντιεβραϊκού μίσους των προηγούμενων γενεών ή αν πρόκειται για καινούργιο φαινόμενο. Προσωπικά, θεωρώ τον αντισημιτισμό ως φαινόμενο που μεταλλάσσεται στη διάρκεια της Ιστορίας. Ωστόσο, οι αρχές του –το αντιεβραϊκό μίσος και η απόρριψη του Ιουδαϊσμού– εξακολουθούν να υφίστανται από την ελληνιστική εποχή μέχρι σήμερα. Σφάλλουν, λοιπόν, όσοι προσπαθούν να διαχωρίσουν τον αντισημιτισμό σε ναζιστικό, αραβικό ή ρωσικό, ή τον μελετούν ερήμην της ιστορικής του βάσης. Υπάρχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στις εκφάνσεις του αντισημιτισμού σε κάθε κοινωνία, χώρα και εποχή. Παρ’ όλα αυτά, κάθε σχετική συζήτηση θα έπρεπε να αρχίζει με το θεμελιώδες ερώτημα: ποια είναι η φύση αυτού του φαινομένου, που διαρκεί πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια, και που παρά τις όποιες διαφορές μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι ενιαίο;
Λίγα φαινόμενα στην Ιστορία έχουν να επιδείξουν τόσο μακρά διάρκεια. Πολλοί είναι οι λαοί και οι πολιτισμοί στο πλαίσιο των οποίων έζησαν και έδρασαν, σε διάφορες εποχές, οι Εβραίοι. Ανάμεσα σε αυτούς και στα έθνη που τους περιέβαλλαν αναπτύχθηκαν σχέσεις και δημιουργήθηκε μια διαρκής ένταση. Αυτή η ένταση δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και δεν εξαντλείται σε αυτό που ονομάζεται «αντισημιτισμός». Ούτε οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στον σύγχρονο αντισημιτισμό και το παραδοσιακό αντιεβραϊκό μίσος είναι ικανοποιητικές για την κατανόησή τους.
Πρόκειται στην ουσία για τις αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στον λαό του Ισραήλ και τους άλλους λαούς, ανάμεσα στους Εβραίους και τους μη Εβραίους. Είναι, νομίζω, το πλέον κατάλληλο πλαίσιο για να συζητήσουμε αυτό το φαινόμενο. Όταν προσπαθούμε να ανακαλύψουμε τις ρίζες του αντισημιτισμού δεν πρέπει να αγνοούμε και την άλλη όψη της εικόνας, δηλαδή τη δράση, τον χαρακτήρα και την οργάνωση των Εβραίων σε σχέση με τη δημιουργία αυτής της αμοιβαίας έντασης.
Δεν θα επιχειρήσω να ανασύρω όλες τις ιστορικές ρίζες της έντασης, ούτε να εξετάσω πώς δημιουργήθηκε η σχέση του ξένου περίγυρου προς τους Εβραίους και ποιες ήταν οι εκφάνσεις της στις προηγούμενες γενιές. Για τις ανάγκες της συζήτησης, αρκεί να ορίσω τον αντισημιτισμό ως ένα από τα σημαντικότερα ψυχολογικά και ιδεολογικά φαινόμενα του ευρωπαϊκού πολιτισμού (και μέχρι ενός σημείου του μουσουλμανικού), που βρήκε την κοινωνική του έκφραση τα τελευταία εκατό χρόνια. Αποτελεί σταθερό παράγοντα στις κοινωνικές σχέσεις και στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Δεν μπορούμε, σήμερα, να διανοηθούμε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, την οργάνωσή του και τις αποδεκτές ιδεολογίες του, χωρίς τον αντισημιτισμό. Και εφόσον δεν μπορεί να απαλειφθεί, ο αντισημιτισμός αποτελεί μόνιμο φαινόμενο σε αυτούς τους μηχανισμούς. Ακόμη και όταν γίνεται προσπάθεια να απωθηθεί από την πολιτισμική, πνευματική, θρησκευτική και ιδεολογική κληρονομιά της Ευρώπης, παραμένει ως παχύ κατακάθι στις σχέσεις της με τους Εβραίους και τον Ιουδαϊσμό.
Όπως είπαμε, ένα από τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά του φαινομένου είναι η μακρά ιστορική του διάρκεια, που σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με την παράδοση της πνευματικής και κοινωνικής κληρονομιάς από γενιά σε γενιά. Ήδη από την εποχή του Μεσαίωνα διαμορφώθηκε στην Ευρώπη μια παράδοση ιδεών, πεποιθήσεων και απόψεων, βασισμένων σε μοντέλα που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε στερεοτυπικά. Αν κοιτάξουμε τα σχολικά βιβλία του Μεσαίωνα, ή τα μαθήματα διδασκαλίας για καλλιτέχνες, καθώς και διάφορα έργα τέχνης, θα παρατηρήσουμε αυτά τα έντονα στερεοτυπικά πρότυπα. Δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε, λοιπόν, που και η σχέση με τον Εβραίο και η ένταση ανάμεσα στο εβραϊκό και μη εβραϊκό περιβάλλον μετασχηματίστηκαν σε αρνητικό στερεότυπο, και η απεικόνιση του Εβραίου και η σχέση προς αυτόν επηρεάστηκαν από αυτή την ψυχολογική και πολιτισμική διαδικασία εκμάθησης. Όπως άλλα μοντέλα, όμως, έτσι και το στερεότυπο του Εβραίου δεν είναι ενιαίο, δεν είναι πάντα δεδομένο, αλλά επηρεάζεται από την εξελίξεις, την πραγματικότητα και τις αλλαγές που διαδραματίζονται στις κοινωνίες όπου υπάρχει.
Διαβάστε συνέχεια στην ιστοσελίδα της ©Athens Review of Books →
[Pierre Bayle και βαλκανικά ζητούμενα
09/05/2019 § Σχολιάστε
Σκέψεις.

Στην αρχαία Φιλοσοφία υπάρχουν σαφή προμηνύματα του Θετικισμού. Μολονότι η σχέση του Πρωταγόρα, σοφιστή του 5ου π.Χ. αιώνα, με τη μετέπειτα θετικιστική σκέψη ήταν μάλλον απόμακρη, ωστόσο υπήρξε μια πολύ πιο έντονη ομοιότητα με τον κλασικό σκεπτικό φιλόσοφο Σέξτο τον Εμπειρικό (3ος μ.Χ. αιώνας), ενώ αιώνες αργότερα ο νομιναλιστής φιλόσοφος του Μεσαίωνα Γουίλιαμ του Όκκαμ (William of Ockham, 1300-1349) είχε σαφή συνάφεια με τον σύγχρονο Θετικισμό.
O Θετικισμός είχε τις βαθύτερες ρίζες του στον γαλλικό Διαφωτισμό που τόνιζε ιδιαίτερα το καθαρό φως της Λογικής, όπως και στον βρετανικό Εμπειρισμό του 18ου αιώνα, ιδιαιτέρως στον Εμπειρισμό του Ντέιβιντ Χιουμ και του Τζωρτζ Μπέρκλεϋ που τόνιζαν τον ρόλο της αισθητηριακής εμπειρίας (αισθήσεις – αισθητήριο).
O Γάλλος φιλόσοφος του Διαφωτισμού Πιέρ Μπέηλ (Pierre Bayle, 1647-1706), μέσω του έργου του Σύστημα της Φιλοσοφίας (Systeme de la philosophie), έδωσε κάποια ώθηση στη διδασκαλία θετικιστικών απόψεων, ενώ στη συνέχεια ο Γερμανός φυσικός και λόγιος Γκέοργκ Κριστόφ Λίχτενμπεργκ (Georg Christoph Lichtenberg, 1742-1799) είχε πολλά κοινά με τη θετικιστική αντιμεταφυσική του 19ου αιώνα. [1]
Όπως αναφέρει στη 2η Παράδοση ο Φώυερμπαχ [2], «όπως ο Λάιμπνιτς είναι ο αντίποδας του Σπινόζα, έτσι ο αντίπαλος του Λάιμπνιτς, κυρίως από θεολογική άποψη, είναι ο γάλλος λόγιος και σκεπτικιστής Πιερ Μπέηλ. Το audiatur et altera pars (και το αντίπαλο μέρος πρέπει να ακούγεται) ισχύει όχι μόνο στη νομολογία, αλλά και στην επιστήμη εν γένει.[…] γενικά τα γραπτά μου οφείλουν τη δημιουργία τους στην αντίθεση απέναντι σε μια εποχή, κατά την οποία κάποιοι ήθελαν να απωθήσουν βίαια την ανθρωπότητα μες στο σκοτάδι περασμένων αιώνων.» -Αυτός ήταν κι ο στόχος του Μπέηλ, ο οποίος υπήρξε από τους πρώτους λαμπρούς αγωνιστές υπέρ του διαφωτισμού, του ανθρωπισμού και της ανεκτικότητας, ελεύθερος από τα δεσμά τόσο της καθολικής όσο και της προτεσταντικής πίστης. Αυτό ο σκοπός του Μπέηλ προέτρεψε το ανήσυχο πνεύμα του Φώυερμπαχ, όπως ίδιος ομολογεί «να νουθετήσω και ντροπιάσω ένα φενακιστικό και εξοργιστικό παρόν μέσω μιας φωνής από το παρελθόν».
Ήδη από το 1680, ο Πιερ Μπέηλ καταθέτει την άποψη ότι ο άνθρωπος μπορεί να είναι ηθικός και χωρίς θρησκεία, διότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ανήθικοι και έζησαν ανήθικα με και παρά τη θρησκεία τους, ο αθεϊσμός δεν συνδέεται καθόλου αναγκαία με την ανηθικότητα. Ο Μπέηλ από τότε ήδη θεωρούσε απαραίτητο τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, το οποίο θα μπορούσε περίφημα να αποτελείται από αθεϊστές ή και από θρησκευτικά ουδέτερους. Αυτά ελέχθησαν από τον Μπέηλ, ήδη το… 1680, κάτι που στη ελληνορθόδοξη βαλκανική μας χώρα, στον 21ο αιώνα, η έννοια του κοσμικού, ουδέτερου κράτους παραμένει ακόμη… ζητούμενο.
____
[1] el.wikipedia.org
[2] Λούντβιχ Φώυερμπαχ, Παραδόσεις για την ουσία της θρησκείας, εκδόσεις Τροπή
