pars pro toto
09/04/2016 § Σχολιάστε

Επαναλαμβανόμενα σοφά τσιτάτα. Χωρία, που δηλώνουν μόρφωση, τα οποία· εξακολουθούν να μην λένε απολύτως τίποτα.
*
1875: ο Εμμανουήλ Ροΐδης δια το δημοσιογραφικόν βερύκιον
28/03/2016 § Σχολιάστε

Αι Αθήναι έχουσι πεντάκις μυρίους κατοίκους και εφημερίδας υπέρ τας εκατόν, οι Παρίσιοι κατοίκους διακοσιάκις μυρίους και πολιτικά εφημερίδας είκοσι το πολύ. Αν εις εκατόν χιλιάδας Γάλλων αναλογή μία εφημερίς, εις χιλίους Αθηναίους αναλογούσι δύο.
Εκ τούτων τρεις ή τέσσαρες συντηρούνται παρά των συνδρομητών, πέντε ίσως αποζώσιν εκ των κομμάτων, αι δε λοιπαί, αι γεννώμεναι και θνήσκουσαι καθ’ εκάστην, ουδένα άλλον έχουσιν ωμολογημένον πόρον ζωής πλην της ύβρεως, της συκοφαντίας και του σκανδάλου.
Των τελευταίων αν ο αριθμός είναι μέγας, η ύπαρξις αφ’ ετέρου είναι βραχεία. Τας εφημερίδας ταύτας ηθέλομεν αδικήση λέγοντες ότι ζώσι μίαν ημέραν, ως τα ρόδα. Βέβαιον όμως είναι ότι αι πλείσται αυτών θάλλουσιν επί τινας μόνον εβδομάδας, όσον δηλαδή τα σκόρδα.
Αιτία του μεγάλου αριθμού και του συντόμου βίου των εφημερίδων είναι ότι οι συντάκται αυτών θεωρούσι το δημοσιογραφικόν επάγγελμα ως απλήν βαθμίδα προς υψηλότερον στάδιον. Και τω όντι πολλοί τούτων, υβρίζοντες και συκοφαντούντες, κατορθώνουν μετ’ ού πολύ να διορισθώσιν αστυνομικοί κλητήρες, σαρωταί υπουργείων, νεκροσκόποι, αγροφύλακες, δημοδιδάσκαλοι ή καρραγωγείς. Αλλοι πάλιν, ουδέν τούτων επιτυγχάνοντες ένεκα συναγωνισμού, τρέπονται εις άλλο επάγγελμα, την ψηφοθηρίαν, το λαθρεμπόριον ή την μαγειρικήν.
*
[Απόσπασμα από το κείμενο «Δημοσιογραφικόν Δελτίον», περιοδικό «Ασμοδαίος», φ. 35, 21.9.1875]
Μπόρχες: Θεωρώ τη θεολογία ως έκφανση της φανταστικής λογοτεχνίας
20/03/2016 § Σχολιάστε
Εξαιρετικά αφιερωμένο στο: «Καλή Σαρακοστή»
Μπόρχες: Σκέφτομαι πως ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας μπορεί να ξεκίνησε με τρόπο τετριμμένο, από την ψιλοκουβέντα των καφενείων, από τέτοια πράγματα. Τι λέτε κι εσείς:
Σάμπατο: Με συγχωρείτε, αλλά έχω μείνει στο απόφθεγμα που αναφέρατε προηγουμένως. Ας μην ξεχνάμε τις φρικαλεότητες που έλαβαν χώρα εν ονόματι του Ευαγγελίου. Και τις βαναυσότητες που διέπραξε ο Στάλιν στο όνομα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.
Μπόρχες: Τι παράξενο! Τίποτε απ’αυτά δε συνέβη, λόγου χάρη, με το βουδισμό.
Σάμπατο: (Σκεφτικός) Πείτε μου, Μπόρχες, στ’ αλήθεια σάς ενδιαφέρει ο βουδισμός; Ως θρησκεία θέλω να πω. Ή μήπως σας απασχολεί μόνο ως λογοτεχνικό φαινόμενο;
Μπόρχες: Μου φαίνεται κάπως λιγότερο απίθανος από το χριστιανισμό. (Γελάνε) Ίσως και να πιστεύω στο κάρμα. Αλλά ότι υπάρχει παράδεισος ή κόλαση δεν το πιστεύω.
Σάμπατο: Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχουν, θα πρέπει να ‘ναι δύο οικήματα με εντελώς απροσδόκητους ενοίκους.
Για μια στιγμή, τα γέλια μπερδεύονται με τα λόγια. Οι δυο τους διασκεδάζουν.
Μπαρόνε: Και ποια η γνώμη σας για τον Θεό, Μπόρχες;
Μπόρχες: (Σε εμφανώς ειρωνικό τόνο) Πρόκειται για την κορυφαία επινόηση της φανταστικής λογοτεχνίας. Τα γεννήματα της φαντασίας του Γουέλς, του Κάφκα ή του Πόε ωχριούν μπροστά στο επινόημα της θεολογίας. Η ιδέα ενός τέλειου, παντοδύναμου όντος είναι κατεξοχήν φανταστική.
[…]
Σάμπατο: Πείτε μου όμως, Μπόρχες, αφού δεν πιστεύετε στον Θεό, γιατί γράφετε τόσες ιστορίες θεολογικού χαρακτήρα;
Μπόρχες: Θεωρώ τη θεολογία ως έκφανση της φανταστικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για την εντελέστερη μορφή του είδους. […] Και, προπάντων, για ένα βιβλίο όπως το Summa Teologika(*). Πρόκειται για ένα φανταστικό έργο πολύ ανώτερο από εκείνα του Γουέλς. (Χαμογελάει)
__________
(*) Πρόκειται για το γνωστότερο έργο (1266-1273) του θεολόγου και αγίου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Θωμά Ακινάτη (1225-1274).
[Μπόρχες-Σάμπατο, Διάλογοι, μτφρ:Δήμητρα Παπαβασιλείου, πρόλογος: Ορλάντο Μπαρόνε, εκδόσεις Printa]

