μα μνημονεύω κι όσες στάθηκαν μαζί μου, δίχως ήχο

24/05/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο μα μνημονεύω κι όσες στάθηκαν μαζί μου, δίχως ήχο

Анна Ахматова / Άννα Αχμάτοβα

Анна Ахматова, 1924

Όχι, δεν ζήτησα τον ξένο ουρανό,
ούτε φτερούγας ξένης προστασία –
ήμουν με τον λαό μου τότε εδώ
όπου ο λαός μου ζούσε μες στη δυστυχία
[1961]

***

эпилог/ Επίλογος

Ι

Έμαθα πως τα πρόσωπα σουρώνουν, πως κρυφοκοιτάζει
ο τρόμος κάτω απ’ τα χαμηλωμένα βλέφαρα και πως
με τη σφηνοειδή γραφή της πά στα μάγουλα χαράζει
η οδύνη τις τραχιές, σκληρές σελίδες της στο λίγο φως,
πως ξάφνου οι βόστρυχοι, τεφροί και μαύροι εκεί στο μέτωπό μου,
γυρνάν από τη μια στιγμή στην άλλη στο ασήμι,
μαραίνεται στα χείλη, τα πειθήνια το χαμόγελό μου
κι ο φόβος μεσ’ απ’ το στεγνό γελάκι μου κρυφαντηχεί.
Και δεν προσεύχομαι για μένα μοναχά,
μα μνημονεύω κι όσες στάθηκαν μαζί μου, δίχως ήχο,
στη κάψα του Ιουλίου και μες στην παγωνιά,
κάτω απ’ τον κόκκινο, τον τυφλωμένο τοίχο.

***

Άννα Αχμάτοβα. από το «Ρέκβιεμ», εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου

.

.

Δημήτρης Φύσσας, Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου

28/02/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δημήτρης Φύσσας, Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2012
Τον Σεπτέμβρη του 2004 η τριαντάρα Βάλια Σουρμελή, σκληρά εργαζόμενη και χαμηλά αμειβόμενη ιδιωτική υπάλληλος, προσλαμβάνεται ως αναγνώστρια λογοτεχνίας από τη Λόρα Μπραΐμη, μια καλλιεργημένη μεσήλικη αστή που ζει σε βίλα της Πολιτείας κι έχει χάσει την όραση της λίγο καιρό πριν, σε κάποιο μεγάλο δυστύχημα στο μετρό του Λονδίνου. Η Βάλια αρχίζει να διαβάζει μεγαλόφωνα στην εργοδότρια-ακροάτριά της, στην αρχή μόνο τ’ απογεύματα κι αργότερα όλη μέρα, πέντε μέρες τη βδομάδα, πλην Σαββατοκύριακου: κάθε Δευτέρα πρωί αρχίζει από εκεί που είχε σταματήσει Παρασκευή βράδυ. Μαζί με τη Λόρα, «ακούμε» κι εμείς αποσπάσματα από δέκα συγγραφείς: Βαλτινός, Καβάφης, Καμί, Καρυωτάκης, Μοπασάν, Ροίδης, Σάμπατο, Σπίνραντ, Τσάντλερ, Χατζής. Στο τραπέζι του φαγητού, μετά τις αναγνώσεις, συζητιούνται τόσο τα υπό ανάγνωση βιβλία, όσο και διάφορα ζητήματα που άπτονται της λογοτεχνίας, ενώ γίνεται αναφορά και σε πολλούς άλλους συγγραφείς.
Ζώντας πλέον εν μέρει στη βίλα, η αναγνώστρια ανακαλύπτει τη χαρά που προσφέρει το διάβασμα κι αρχίζει να καλλιεργείται, αλλάζοντας σε πολλά πεδία ταυτόχρονα. Συγχρόνως, αναπτύσσει στενή σχέση με τη Λόρα και τον περίγυρο της, όπου προεξάρχει ο Σκοτσέζος γέροντας αρχιυπηρέτης Ρόμπερτ. Ωστόσο, το ότι τα Σαββατοκύριακα τη διώχνουν υποχρεωτικά και της απαγορεύουν ακόμα και να προσεγγίσει τη βίλα, την κάνει ν’ αναρωτιέται τι περίεργο συμβαίνει εκεί στο τέλος κάθε βδομάδας. Μέχρι που μια Δευτέρα αντιλαμβάνεται ότι εμφανίστηκε και αναγνώστης του Σαββατοκύριακου.
Ένα μυθιστόρημα με θέμα την ίδια την «λόξα» της λογοτεχνίας και την περίεργη έλξη που ασκεί στους αναγνώστες της. Συνάμα, ένα βιβλίο για το απρόβλεπτο των ανθρώπινων σχέσεων.
***
Περισσότερα για το βιβλίο του φίλου Δημήτρη, στις Στάχτες

«οι ιδέες γεννιούνται αβρές και γερνούν άγριες»

10/02/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «οι ιδέες γεννιούνται αβρές και γερνούν άγριες»

Στη γλώσσα μας υπάρχει ενσωματωμένη μια ολόκληρη μυθολογία
Ludwig Wittgenstein

Μπόρχες: Δεν ξέρω ποιος συγγραφέας είπε: Les idées naissent douces et vieillissent féroces, δηλαδή «οι ιδέες γεννιούνται αβρές και γερνούν άγριες».

Σάμπατο: Όμορφη φράση! Εγώ θα συμπλήρωνα πως οι στοχαστές είναι εκείνοι που κατά κανόνα κινούν την ιστορία.

Μπόρχες: Σκέφτομαι πως ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας μπορεί να ξεκίνησε με τρόπο τετριμμένο, από την ψιλοκουβέντα των καφενείων, από τέτοια πράγματα. Τι λέτε κι εσείς;

Σάμπατο: Με συγχωρείτε, αλλά έχω μείνει στο απόφθεγμα που αναφέρατε προηγουμένως. Ας μην ξεχνάμε τις φρικαλεότητες που έλαβαν χώρα εν ονόματι του Ευαγγελίου. Και τις βαναυσότητες που διέπραξε ο Στάλιν στο όνομα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

Μπόρχες: Τι παράξενο! Τίποτε απ’ αυτά δε συνέβη, λόγου χάρη, με το βουδισμό.

Σάμπατο: (Σκεφτικός) Πείτε μου, Μπόρχες, στ’ αλήθεια σας ενδιαφέρει ο βουδισμός; Ως θρησκεία,θέλω να πω. Ή μήπως σας απασχολεί μόνο ως λογοτεχνικό φαινόμενο.

Μπόρχες: Μου φαίνεται κάπως λιγότερο απίθανος από το χριστιανισμό. (Γελάνε) Ίσως και να πιστεύω στο κάρμα. Αλλά ότι υπάρχει παράδεισος ή κόλαση δεν το πιστεύω.

Σάμπατο: Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχουν, θα πρέπει να ‘ναι δύο οικήματα με εντελώς απροσδόκητους ενοίκους.

Για μια στιγμή, τα γέλια μπερδεύονται με τα λόγια. Οι δυο τους το διασκεδάζουν.

Μπαρόνε: Και ποια είναι η γνώμη σας για το Θεό, Μπόρχες;

Μπόρχες: (Σε εμφανώς ειρωνικό τόνο) Πρόκειται για την κορυφαία επινόηση της φανταστικής λογοτεχνίας. Τα γεννήματα της φαντασίας του Γουέλς, του Κάφκα ή του Πόε ωχριούν μπροστά στο επινόημα της θεολογίας. Η ιδέα ενός τέλειου, παντοδύναμου όντος είναι κατεξοχήν φανταστική.

Σάμπατο: Ναι, αλλά θα μπορούσαμε να έχουμε έναν ατελή Θεό. Ένα Θεό που να μην μπορεί να χειριστεί ικανοποιητικά τα διάφορα ζητήματα, που να μην καταφέρνει να αποτρλεψει τις θεομηνίες. Ή ένα Θεό που να κοιμάται και να βλέπει εφιάλτες, ή να έχει κρίσεις παραφροσύνης: Έτσι θα γεννιούνταν οι επιδημίες, οι καταστροφές…

Μπόρχες: ‘Η εμείς. (Γελάνε) Δεν είμαι σίγουρος αν ήταν ο Μπέρναρντ Σω εκείνος που είπε:  God is in the making, δηλαδή «ο Θεός βρίσκεται εν τω γίγνεσθαι».

***

[Απόσπασμα από Μπόρχες – Σάμπατο «Διάλογοι» -εκδ. Printa]

κι η ταινία κόλλησε ημιτελής

16/12/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο κι η ταινία κόλλησε ημιτελής

Τζίνα Μουκριώτη, Η σιωπή

Μιλούσες ασταμάτητα
σπρώχνοντας επάνω μου
του ρολογιού τη ρόδα.
Αντιστεκόμουν στο χρόνο
έχοντας το δάκτυλο καρφωμένο
στον άξονα του ενός λεπτού.
Κι άκουγα μόνο τη σιωπή μου
ν’ αγορεύει απ’ το μπαλκόνι
σ’ ένα πλήθος άγνωστες λέξεις
που ανάσαιναν την οργή τους.
Ώσπου χόρτασα την αίσθηση
της ακοής σ’ έναν ίλιγγο
κι η ταινία κόλλησε ημιτελής
σε ένα κεφαλαίο κόκκινο Άλφα
που χάρασσε τα χείλη σου
πάνω στης σιωπής μου το σωρό

Έδειξε ο ουρανός ντροπή
και δεν έβρεξε ούτε μια στάλα

***

Επιλογή από τη συλλογή «Του Έρωτα και του Πηλού», από τις εκδόσεις Ενδυμίων

Διαβάστε Τζίνα Μουκριώτη, 4 ποιήματα, σήμερα στις Στάχτες

Where Am I?

You are currently browsing the των βιβλίων category at αγριμολογος.