Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Δώδεκα και ένα ψέματα
27/12/2009 § Σχολιάστε
Παρουσίαση- από εκδόσεις Άγρα
Τα μικρά μικρά αυτά κομμάτια γραφής, που μοιάζουνε με ξεριζωμένα τεμάχια από κάποιο μυστηριώδες Σύνολο, μιλάνε αμέσως στις αισθήσεις μας και στον βαθύτερο εαυτό μας. Είναι τρυφερά, γεμάτα συμπόνια για τους ήρωες και τις καταστάσεις. Και η συμπόνια αυτή δίνει σε όλα τα κείμενα μια ωριμότητα, αμβλύνοντας έτσι την πίκρα και τον κυνισμό που κρύβονται από κάτω, μεταμορφώνοντας και την πίκρα και τον κυνισμό σε θετικά συναισθήματα, σε πράξεις ζωής και όχι αποσύνθεσης. Ίσως η συμπόνια να δίνει τον τόνο σε όλο το βιβλίο, χαρίζοντάς του έτσι αυτή τη νοσταλγική υφή, μια κάποια θλίψη γεμάτη γλύκα και ονειροπόληση, κάτι το παλιό και το ήδη ξεχασμένο, που έρχεται για μια φευγαλέα στιγμή ν’ αγγίξει την ψυχή μας και να φτερουγίσει πάλι μακριά μας. Και όλα αυτά γίνονται με απέραντη αγάπη και τρυφερότητα, διότι ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος εσωκλείει μέσα του έναν κόσμο θετικό, θα’ λεγα ευλογημένο, όπου δεν υπάρχει το διαβολικό, υπάρχει μια αγάπη και μια περιέργεια για τη ζωή, όπου η μεταφυσική γίνεται γήινη και ανθρώπινη, κοντινή και προσιτή, χωρίς διφορούμενα, όπως μέσα στα δύο θαυμάσια κομμάτια «Το φασόλι» και «Η ψυχή».
Κρίσεις
[…] Ο συγγραφέας σαν τον αλχημιστή μετατρέπει το τίποτα σε λόγο, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς πώς το πετυχαίνει και ποια στιγμή ακριβώς το κείμενο παίρνει ζωή. Τα κείμενα είναι σαν το αρνητικό μιας φωτογραφίας: τρεμοπαίζουν και πάλλονται κάτω από το υδάτινο στοιχείο και η φωτογραφία «νετάρει» μόνο στο τέλος του κάθε κομματιού. Αναδύεται μπροστά μας ολόκληρη και ακέραιη και έχουμε την αίσθηση ότι εμείς οι ίδιοι, οι αναγνώστες, δώσαμε στο κείμενο σάρκα και οστά, απλώς διαβάζοντάς το. […] Και μέσα σ’ όλα αυτά, η μοναξιά. Αλλά κι αυτή μια μοναξιά χωρίς πίκρα – ίσως με λίγη θλίψη. Στο τελευταίο κείμενο «Το “Άαα” και το “Οάα”», ένα πλάσμα φωνάζει από μακριά στο άλλο «Άαα» και το άλλο απαντάει «Οάα», μέσα στους αιώνες. «Κι ήταν καλά», γράφει ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος. Ήτανε όμως;
– ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΚΑΡΑΠΑΝΟΥ, 1992
Ένα υπέροχο στοιχείο του βιβλίου είναι η ελαφρότητα της υφής και η ατέρμονη ανοιχτοσύνη της. Είσαι ελεύθερος είτε να το προσλάβεις σαν παιχνιδιάρικο χιούμορ είτε να κατακλυστείς από τα απώτατα βάθη των νοημάτων πού κρύβονται μέσα του. Όλα εξαρτώνται από τη φύση και τη διάθεση του αναγνώστη• πώς το καταλαβαίνει και τι προσέγγιση υιοθετεί κατανοώντας αυτά που λέγονται, καθώς κάθε λέξη μπορεί να προκαλέσει σκέψεις βαθιές.
[…] Έχεις αναπτύξει ένα γλωσσικό εργαλείο ολότελα δικό σου, αναμειγνύοντας στοιχεία μύθου, συμβόλων, παραβολών και αλληγορίας –κάτι σαν ένα μοναδικό επίτευγμα για το οποίο όλοι οι άνθρωποι θα ’πρεπε να σου χρωστούνε χάρη– αδράχνοντας την πραγματικότητα μέσα σε μια χούφτα παραβολών ενός καινούργιου λογοτεχνικού είδους.
– V.Y. ΚΑΝΤΑΚ, 1999
Βιογραφικά στοιχεία
Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ γεννήθηκε το 1953 στην Αθήνα, όπου και σπούδασε Νομικά, συνεχίζοντας με Κοινωνιολογία στο Παρίσι.
Ίδρυσε την Εταιρεία Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου και ήταν διευθύνων σύμβουλός της.
Διετέλεσε γενικός γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου.
Συνεργάστηκε, από την ίδρυσή του, με το Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων, ως γενικός γραμματέας και ως πρόεδρος του σωματείου των Φίλων του Μουσείου.
Το πρώτο του βιβλίο, τα Δώδεκα και ένα ψέματα (Ίκαρος, 1991, επανέκδοση Άγρα, 2009) κυκλοφόρησε στην Τουρκία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ινδία.
Τα Ψέματα πάλι κυκλοφορούν στις εκδόσεις Άγρα και έχουν μεταφραστεί αγγλικά και γερμανικά (το διήγημα Οι καινούργιοι Άγιοι και τουρκικά).
Το θεατρικό του Ο Σιμιγδαλένιος (Εστία 9η έκδοση) έχει κυκλοφορήσει στην Αυστραλία και την Τουρκία και έχει παρουσιαστεί σε περισσότερες από πενήντα διαφορετικές παραγωγές, από διάφορους θιάσους σε όλη τη χώρα.
Το λιμπρέτο του Οι Δαιμονισμένοι έχει παρουσιαστεί στην Εθνική Λυρική Σκηνή.
Έχει μεταφράσει τα θεατρικά έργα Οι Δαιμονισμένοι του Αλμπέρ Καμύ (ΚΘΒΕ, 1991), Η πόλη που πρίγκιπας της ήταν ένα παιδί του Ανρί ντε Μοντερλάν (Εθνικό, Λιβάνης, 1993), Δεν παίζουνε με την αγάπη του Αλφρέ ντε Μυσσέ (Εστία, 2003), Η δύναμις του σκότους του Λέοντος Τολστόι (Ροές, 2007) και Μισό ποτήρι νερό του Ταρίκ Γκιουνερσέλ, το μυθιστόρημα Ο θείος Όσβαλντ του Ρόαλντ Νταλ (Άγρα, 2004) και τη Διαθήκη του Αυγούστου Ροντέν (Άγρα, 2005).
.
ΥΓ: Αγαπητέ Αλέξανδρε, ελπίζω αυτή τη φορά να τα πούμε κι από κοντά, το βιβλιαράκι σου ήταν για μένα αυτές τις μέρες της σχόλης, μια απογευματινή απόλαυση…
.
.
Αριστείδης Αντονάς, Η τραγουδίστρια και η πολυθρόνα
26/12/2009 § Σχολιάστε
Παρουσίαση από Εκδόσεις Άγρα.
ΤΙ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΔΙΑΤΡΕΧΕΙ εκείνος που παρακολούθησε κάποια γυναίκα να τραγουδάει, μόνη της, στη μέση ενός αγρού; Πώς εμπλέκεται ένα βαρύ, κακοφτιαγμένο έπιπλο σε τρεις ερωτικές ιστορίες και σε ένα έγκλημα; Πόσος σχεδιασμός και πόση τυχαιότητα περιγράφουν τις κινήσεις μιας γυναίκας που ίσως ελέγχει το κέντρο της αφήγησης; Ένα ακόμα διπλό αφήγημα, κατασκευασμένο από κομμάτια που έφτασαν με διάφορους τρόπους στα χέρια του συγγραφέα των Αριθμών και του Χειριστή.
Τα λογοτεχνικά κείμενα του Αριστείδη Αντονά χαρακτηρίστηκαν εν σμικρύνσει φιλοσοφικά μυθιστορήματα, αφηγήματα τρόμου, περιπετειώδεις ιστορήσεις, αστυνομικά διηγήματα, οικογενειακά χρονικά, μινιμαλιστικές καταγραφές, αδύνατοι αποχωρισμοί, αποκρυφιστικές αλληγορίες, ηθικές παραβολές, ελλειπτικά κείμενα, μετανεωτερικά έργα της αποκαλούμενης μαθηματικής λογοτεχνίας, εγκλεισμοί στον χώρο της δυτικής σκέψης.
Απόσπασμα
Ο άνθρωπος του παραθύρου γεμίζει τα ποτήρια με κόκκινο κρασί από το γυάλινο δοχείο. Υψώνει το δικό του με το πληγωμένο χέρι. «Εις υγείαν», λέει. «Λοιπόν, αυτό το εργαστήριο είναι δυστυχώς κρυμμένο και έχει στο βάθος του ένα ακόμη πιο κρυφό δωμάτιο που είναι πολύ περισσότερο ιδιαίτερο και σίγουρα απαγορευμένο, δηλαδή μυστικό, πολύ πιο μυστικό από όλα τα μυστικά δωμάτια αυτού του σπιτιού, για τα οποία ένας νόμος με εμποδίζει να μιλήσω με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν μπορώ να αναφερθώ στα δωμάτια, καταλαβαίνετε; Οπότε, όπως φαίνεται, αν δεν μπορώ να μιλήσω για αυτά, πόσο –ακόμη λιγότερο– μπορώ να μιλήσω για το κρυφό μέρος που βρίσκεται μέσα στο κρυφό εργαστήριο».
«Όμως είναι ένα εργαστήριο απ’ όσο καταλαβαίνω… δεν θέλω να γίνω αδιάκριτη, παράγει χημικά. Είναι ένα χημικό εργαστήριο…» «Ναι και όχι. Ας αλλάξουμε καλύτερα θέμα λοιπόν».
Από την παρουσίαση του βιβλίου. Λίζυ Τσιριμώκου «Τα Νέα»… (επιλογή δική μου)
«…Οι ασυνήθιστες ιστορίες του Αντονά κρατούν κάτι από τον σκηνικό λαβύρινθο του Κάφκα, του Μπόρχες ή του Εscher, την αινιγματική γοητεία του Μπέκετ ή του Πόου, συνεχίζουν τη μικρή παράδοση της ελληνικής παραδοξογραφίας, στα χνάρια κυρίως του Ν. Γ. Πεντζίκη και του Ε. Χ. Γονατά, δηλαδή μιας εκδοχής του φανταστικού με ρεαλιστικές προδιαγραφές…» […] … «επανεισάγουν στο γνώριμο κλίμα του συγγραφέα: έγκλειστοι ήρωες, χώροι-φυλακές, συσσωρευμένη και υπόγεια ένταση. Λειτουργούν παραπληρωματικά (ή ανταγωνιστικά) με εσωτερικές συμμετρίες και αντιστοιχίες, παρά την ανισομέρειά τους, και το «εκδοτικό σημείωμα» που προλογίζει έκαστο κείμενο περιγράφει τις ιδιαίτερες συνθήκες παραλαβής και επεξεργασίας του κειμενικού υλικού και της εικονογράφησης- το παλαιό τέχνασμα της αποστολής ή εύρεσης χειρογράφων εκσυγχρονίζεται στην ηλεκτρονική εποχή μας με αναρτήσεις στο Διαδίκτυο, συνημμένα έγγραφα, ιστοχώρους κ.λπ.» […] «… Ο κατ΄ εξοχήν οικείος χώρος του ανθρώπου που παρατηρεί από μέσα προς τα έξω, το «δωμάτιό» του, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «κελί ή ίσως στέρνα ή πηγάδι»[…] «…Ο καταλύτης στο δεύτερο αφήγημα δεν είναι ένα έμψυχο πλάσμα, αλλά ένα άψυχο: ένα έπιπλο, η πολυθρόνα. Εδώ ο οικείος χώρος ενός άλλου «δωματίου» αναστατώνεται με την άφιξη του επίπλου που ο πρωταγωνιστής της προηγούμενης αφήγησης (ο άνθρωπος του παραθύρου) στέλνει στον αδελφό του, στην πόλη…»
Στις εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν ήδη τρία λογοτεχνικά βιβλία του: Ο Φλογοκρύπτης, Ο χειριστής και Οι Αριθμοί.
.
.
Φανερωμένη Χαλκιδιού-Σκυλλά, «Ή σφουγγάρι ή τομάρι»
20/12/2009 § Σχολιάστε
Η ζωή των σφουγγαράδων της Καλύμνου μέσα από αληθινές μαρτυρίες, Κάλυμνος 2009
Ιστορία και ιστορίες ανεπίσημες, της επιβίωσης και του πόνου που χάνονται στα βάθη του χρόνου και δεν καταγράφηκαν ποτέ επισήμως από κανένα εγχειρίδιο Ιστορίας και όμως βρίσκονται πανταχού παρούσες από την μυθολογία ακόμη όπου η ποίηση του Ομήρου προσθέτει σφουγγάρια σε χέρια θεών, όπως αυτό του θεού Ηφαίστου που νίπτεται πριν φορέσει καθαρό χιτώνιο. Μυθολογικές «μαρτυρίες» στην Ιλιάδα, στην Οδύσσεια – σφουγγάρι για καθαρισμό τραπεζιών σε δείπνους βασιλικούς. Σφουγγάρι, το ταπεινό, το πολύτιμο. Μαρτυρίες ύστερες των Ρωμαίων, των Βυζαντινών, στην καθημερινότητα, στη γραφή, σε εικαστικές αλλά και πολεμικές χρήσεις υγιεινής των στρατιωτών, σφουγγάρι στην ιατρική και στην φαρμακευτική. Το σφουγγάρι σε τόσες χρήσεις για τόσους αιώνες.
Η Ανάπτυξη των σφουγγαριών και η επιβίωσή τους είναι ήδη λίγο-πολύ γνωστή. Η Eπικ. Kαθηγήτρια του Πανεπιστημίου Aθηνών στην Eφαρμοσμένη Zωολογία, κα I. Kαστρίτση – Kαθαρίου αναφέρει στην εφημ. «Καθημερινή 13.10.1998»: «Kάθε οικότοπος, έχει τις δικές του χαρακτηριστικές ιδιότητες και μια μεγάλη λειτουργική αυτονομία. Tο σφουγγάρι είναι άραγε ζώο ή φυτό: Kάποτε το έλεγαν ζωο- φυτο. O Aριστοτέλης πρώτος κατέληξε ότι τα σφουγγάρια ανήκουν στο ζωικό βασίλειο, αφού διαπίστωσε την ύπαρξη αισθήσεως σε αυτά. Mε αυτή την άποψη συντάχθηκαν αργότερα ο Πλίνιος και ο Aιλιανός, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι τα σφουγγάρια έχουν την ικανότητα να εκτελούν συσταλτικές και διασταλτικές κινήσεις ταν δέχονται κάποιο ερέθισμα. O Rondelet, το 16ο αιώνα, και στη συνέχεια ο Lamark και ο Cuvier τα κατέταξαν στο ζωικ βασίλειο. Tο 1940 η Hyman απέδειξε την αποικιακή μορφή τους και το 1967 ο Brien, βάσει της δομής και του τρ που ανάπτυξής τους, τα τοποθέτησε οριστικά στα Mετάζωα. Tα σφουγγάρια ανήκουν στο φύλο Ποροφέρα (Porifera). H επιφάνειά τους είναι γεμάτη πόρους, από χιλιάδες ανοίγματα που αποτελούν εισόδους και εξ δους του νερού στο κυρίως σώμα του…» κλπ. κλπ.
Όλα τα παραπάνω και άλλα πολλά είναι επαρκώς γνωστά για το σφουγγάρι και τη σπογγαλιεία. Το βιβλίο της κας Χαλκιδιού-Σκυλλά μέσα σε τριακόσιες πενήντα περίπου σελίδες εστιάζει –μετά από αναφορές σε μυθολογικές και ιστορικές μαρτυρίες, τις χρήσεις, τη διαδρομή του σπόγγου, καταγράφει επαρκώς την υλικο-τεχνική πρόοδο και μέσω αυτής της καταγραφής που ξεκινά από την αρχαιότητα έως και την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου, καταλήγοντας στην μεταπολεμική πραγματικότητα της Καλύμνου που συμπεριλαμβάνει και την «αρρώστια των σφουγγαριών» με όλες τις πολιτικοκοινωνικόοικονομικές του επιπτώσεις… Η ματιά της κας Χαλκιδιού-Σκυλλά δεν καταγράφει ποτέ ψυχρά τα άρρηκτα δεμένα με το σφουγγάρι, τεκταινόμενα του νησιού της, τα καταγράφει με πόνο, αγωνία και κυρίως αγάπη, αυτό της το πάθος, δεν είναι ποτέ εις βάρος της ιστορικά αντικειμενικής πραγματικότητας που έζησε και έως ένα βαθμό, εξακολουθεί να ζει το νησί της Καλύμνου – κι αυτό είναι το αξιοθαύμαστο σε αυτό το τόσο φροντισμένο από κάθε άποψη βιβλίο. Το στοιχείο που σφραγίζει το χαρακτήρα αυτού του βιβλίου είναι όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο «…αυθεντικές μαρτυρίες ανθρώπων της δουλειάς, ο άγνωστος σκληρός και δραματικός αγώνας των σφουγγαράδων της Καλύμνου να κουρσέψουν τους βυθούς της Μεσογείου…», και όπως τονίζει η κυρία Χαλκιδιού-Σκυλλά «...το σημαντικότερο είναι οι αφηγήσεις των πραγματικών σφουγγαράδων, που καταγράφουν τις μνήμες τους. Κομμάτια αυθεντικά, μοναδικά που θα παραμείνουν ως θησαυροφυλάκιο για τις επόμενες γενιές, μιας και η σπογγαλιεία είναι σχεδόν τέλος εποχής. Οι σφουγγαράδες έλεγαν, η θα βγάλουμε σφουγγάρια,να πορέψουμε τις οικογένειες μας, η θα δώσουμε το ( Τομάρι ) μας, την ζωή μας...». Γιατί η σπογγαλιεία είναι ένα επάγγελμα που χαραχτηρίζει την Κάλυμνο σαν το νησί των σφουγγαράδων, μιας και οι Καλύμνιοι , από αρχαιοτάτους χρόνους, το εξασκούσαν για βιοποριστικούς λόγους. Οι Καλύμνιοι ανέκαθεν σκληροτράχηλοι, σαν την πέτρα που υπάρχει γύρω τους, ριψοκίνδυνοι, άφοβοι, παίζουν μέχρι και σήμερα κορώνα γράμματα την ζωή τους, γι΄ αυτό που τους αρέσει, αλλά κι΄ αυτό που θα τους δώσει τη δυνατότητα να θρέψουν,να συντηρήσουν τις μεγάλες φαμίλιες τους πεισματικά σ΄ αυτόν τον δύσκολο τόπο που όμως λατρεύουν… Αυτά που γράφονται στις αφηγήσεις, η κυρία Χαλκιδιού-Σκυλλά τα έχει βιώσει εκ του σύνεγγυς, η ίδια η συγγραφέας καταγόμενη από οικογένεια σφουγγαράδων, καταγράφει και βιώματα που την έχουν αγγίξει, βιώματα δικά της.
Η συγγραφέας αφηγείται…
ΕΡΧΏΜΑΤΑ. Κάθε χρόνο αρχές Σεπτέμβρη όλο το νησί βρισκόταν σε επίταξη. Όλοι ετοιμάζονταν για τον ερχομό των σφουγγαράδων. Οι γυναίκες και η μάνα μου σιγοτραγουδούσαν, ( πότε θα έρθει του Σταυρού, ναρθεί του Αι Νικήτα, ναρθούν να ξεμπαρκάρουνε Καλύμνικα καΐκια) Το πρόσωπο της μάνας μου ήταν πιο ήρεμο, γεμάτο προσμονή. Όλες οι νοικοκυρές άρχιζαν τις δουλειές και ασβέστωναν τα πάντα, τα σπίτια μέσα έξω, τις σκάλες τα κουμούλια, έβαζαν και λουλάκι και έβλεπες παντού λευκά και λουλακιά ασβεστώματα -όλο το νησί άστραφτε. Η μάνα μου μέσα στο σπίτι στις ξύλινες μεσές, κρεμούσε μέσα στα δίχτυα -τα λεγόμενα κρεμαστάρια, πεπόνια καρπούζια, φραγκόσυκα, για να αερίζονται και να διατηρηθούν μέχρι ναρθεί το καΐκι μας, να κατεβάσουμε να φάνε να δροσιστούν ο πατέρας μου και ο αδελφός μου. Εγώ είχα το δικό μου κρεμαστάρι για τον αδελφό μου. Ότι χαρζιλίκι μπορούσα να βρω, αγόραζα καραμέλες, γλειφιτζούρια, και μπισκότα, και τα έβαζα στο δικό μου δίχτυ που κρεμούσα στις μεσές. Κάθε μέρα το έβλεπα και ένιωθα χαρά. Επιτέλους, έφτανε του Αι Νικήτα και τα καΐκια ερχόντουσαν καθημερινώς.
Κάποια όμως καθυστερούσαν, γιατί η γαλήνια θάλασσα του Σεπτέμβρη ωθούσε πολλούς στο να μαζεύουν όσα περισσότερα σφουγγάρια έβρισκαν στον δρόμο τους. Η ματιά των γυναικών τώρα πια στην θάλασσα. Η γειτονιά όμως που αντίκριζε πρώτη τα καΐκια ήταν ο Άγιος Στέφανος, η γειτονιά μου. Ήταν το παρατηρητήριο, μαζί με τον Άγιο Νικόλαο οι βιγλάτορες. Όλες οι σφουγγαράδικες οικογένειες ήταν σκορπισμένες σ΄ ολόκληρο το νησί, οι περισσότερες όμως ήσαν στην Χώρα. Έπρεπε λοιπόν οι γυναίκες αυτές να ειδοποιηθούν για τον ερχομό των δικών τους ανθρώπων. Η μάνα μου καθόταν στο παράθυρο από το χάραμα, να κοιτάζει με αγωνία την θάλασσα. Να κάνει όλη μέρα δουλειές και ξανά πάλι στο παράθυρο. Όταν έβλεπε την θάλασσα φουρτουνιασμένη, φουρτούνιαζαν και τα μάτια της. Εγώ ήξερα τι έπρεπε να κάνω, το έκανα κάθε χρόνο.
Έπαιρνα ένα μπουκάλι λάδι και πήγαινα στον μικρό Χριστό, πίσω από την Μητρόπολη. Έπαιρνα το καντήλι που άναβε μπροστά στην εικόνα του Χριστού, πήγαινα κάτω από το Δημαρχείο στην θάλασσα στο κορδόνι, και έριχνα μέσα το λάδι, παρακαλώντας να κάνει την θάλασσα, λαδιά, σαν το λάδι που είχα ρίξει, να γίνει ο καιρός καλός αρμενιστάικος.
Όταν το καΐκι του πατέρα μου ερχόταν επιτέλους, το έβλεπε πρώτη η μάνα μου, πρωί πρωί. Μας ξυπνούσε η δυνατή, χαρούμενη στριγλιά της ( το καίκι-ι-ι). Εγώ και η αδελφή μου όρθιες γρήγορα στην ταράτσα. Επιτέλους έρχονταν. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπά, ένιωθα χαρά για όλα τα καΐκια κάθε μέρα, όμως για το δικό μας το συναίσθημα ήταν πιο δυνατό κι έντονο. Η πρώτη δουλειά εμένα και της αδελφής μου ήταν να τρέξουμε στην εκκλησία να κτυπήσουμε την καμπάνα. Η σημαία ήταν ψηλά, όλοι ήταν καλά. Τι χαρά ήταν αυτή, κτυπούσα την καμπάνα και ένιωθα έκσταση, ένα συναίσθημα έντονο, δυνατό, χαρούμενο, μοναδικό.
Οι σφουγγαράδες μιλούν…
– Μαμουζέλος Λευτέρης, κουμάντο κολαουζέρης. «Οχτώ χρονών ο πατέρας μου έσκασε με το σκάφανδρο και τον έχωσαν στην άμμο της Αφρικής κι εκεί παρέμειναν για πάντα \ τα κόκαλά του. Σε ηλικία 12 ετών βλέποντας τις ανάγκες της οικογένειάς μου, που δεν είχαμε πατέρα να μας προστατέψει, μπήκα στα σφουγγαράδικα, ως ναυτάκι. Έμαθα την δουλειά καλά, μεγάλωσα, και σχεδόν όλα μου τα χρόνια δούλευα με τον θείο μου, που ήταν καπετάνιος, τον Παντελή τον Γκιννή. Ανέλαβα την θέση του κουμάντου κολαουζέρη, και καπετάνιος στο ένα μηχανοκάικο του συγκροτήματος, και εξελίχθηκα ως ένας από τους καλύτερους στην δουλειά. Ήξερα την θάλασσα, τα σημάδια του καιρού, του βυθού, και με χάρτη και με μπούσουλα δεν έχανα ποτέ τον προορισμό μου, έπαιρνα μακρινές πορείες...»
– Μαίλης Γεώργιος δύτης, ανάπηρος από την νόσο των δυτών. «Από 15 χρονών δουλεύω στα σφουγγαράδικα. Δούλεψα τρία χρόνια πέτρα, δύο χρόνια ρεβέρα, στα πάνω μέρη, της Ελλάδας. Μετά πήγα μηχανικός με περικεφαλαία, και το μηχάνημα φερνέζ. Ερχόμασταν Νοέμβρη στην Κάλυμνο. Άλλοι καθόμασταν, και άλλοι πηγαίναμε στο χειμωνιάτικο. Τότε άρχιζαν και τα τσουρμαρίσματα και οι καπεταναίοι διάλεγαν τα πληρώματα τους...»
– Στεφαδούρος Μιχαήλ. «Κάθε χρόνο τον Φλεβάρη, τα τσουρμαρίσματα στα φόρτε τους, τα καφενεία γεμάτα, οι συμφωνίες έκλειναν, τα βρίσκανε μεταξύ τους οι καπεταναίοι με τους δύτες, και τα πληρώματα, οι προκαταβολές και τα πλάτικα κινούσαν την πιάτσα της Καλύμνου. Ήταν η εποχή που όλοι οι σφουγγαράδες βρίσκονταν στην Κάλυμνο, πατούσαν στεριά, μέχρι το Πάσχα έμεναν στη Κάλυμνο. Οι ταβέρνες γεμάτες με σφουγγαράδες, το κρασί και η ρετσίνα να ρέουν άφθονα. Όσο πλησίαζε η σαρακοστή όλοι ετοιμάζονταν για το σφουγγαράδικο ταξίδι. Οι φορτηγίδες, τα μεγάλα ντεπόζιτα, οι αχταρμάδες, έκαναν τις ετοιμασίες τους για την αναχώρηση στις θάλασσες της Αφρικής, την Βεγγάζη, τη Λιβύη, την Τρίπολη, την Ντέρνα, την Μαντρούχα, την Αλεξάντρια. Παντού η εικόνα της προετοιμασίας. Να μοσχοβολάει ο καβουρμάς που τσιγάριζαν τα πληρώματα, να παίζουν μουσική με βιολιά, τσαμπούνες και λαούτα, να κερνούν κρασί, ρετσίνα, καβουρμά, και να στήνονται γλέντια….»
-Γιάννης Μαγκλής, δύτης σφουγγαράς. «Η μηχανή με χτύπησε δύο φορές δυνατά. Κατέβηκα κι άργησα να βγω πάνω. Όταν ανέβηκα πάνω, με είχε μαγκώσει η μηχανή. Ζαλίστηκα και έπεσα κάτω. Με έβαλαν κάτω στον βυθό, και έκαμα οξυγόνο, και κάθε μέρα συνέχιζα σιγά -σιγά, και συνήλθα. Άλλη μια φορά παραμονή της Παναγιάς, ξαναχτυπήθηκα, αλλά βαριά. Ήμουνα με τον Κουκουβά. Πήγαινα μαζί του 4 χρόνια συνεχώς. Μου έκαναν οξυγόνο, αλλά το πρόβλημα συνέχιζε. Με βγάλανε με έναν ναύτη στην αμμουδιά, μου έκανε λάκκους στην άμμο και με έχωνε μέσα. Μόνο το κεφάλι μου φαινότανε. Έτσι ανοίγανε τα αγγεία μου και κυκλοφορούσε το αίμα. Μου έκανε και τριψίματα με λάδι. Εκάτσαμε εκεί μόνοι μας 10 μέρες και γίνηκα καλά και ξαναμπήκα στο καΐκι...»
Όλα τα αποσπάσματα Copyright©Φανερωμένη Χαλκιδιού-Σκυλλά
Πληροφορίες – επικοινωνία με τη συγγραφέα στο mouseio_kalymniko_spiti@hotmail.com
.
δημοσίευση: Στάχτες
.
.
Ο Καρλομάγνος και η κάμερα με τα μυστικά
17/12/2009 § Σχολιάστε
Τα Ludens Labs («a playground for the mind», Διδότου 34, Εξάρχεια) αποφάσισαν να υιοθετήσουν το βιβλίο Ο Καρλομάγνος και η κάμερα με τα μυστικά του Σπύρου Παλούκη για τον μήνα Δεκέμβρη. Κατά τη διάρκεια του μήνα, το βιβλίο θα παρουσιαστεί στην προφορική εφημερίδα Ludenszine από την Ιωάννα Λευκαδίτη (την Παρασκευή 11 του Δεκέμβρη στις 7:00), ενώ από σήμερα και μέχρι το τέλος του μήνα θα δοθεί «πρόχειρο διαγώνισμα». Τέλος, στις 16 του μηνός, σας περιμένουμε όλους στη γιορτή που θα διοργανώσουμε από κοινού, με προσκεκλημένο τον συγγραφέα.
Ο Καρλομάγνος και η κάμερα με τα μυστικά είναι ένα εικονογραφημένο ταξιδιωτικό και λογοτεχνικό δοκίμιο με θέμα την ευρωπαϊκή ταυτότητα, από τον πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα και φωτογράφο Σπύρο Παλούκη. Βγήκε από το Μαγικό Κουτί τον Ιούνιο του 2008, και έκτοτε συνεχίζει ασταμάτητα τη θετική του πορεία. Κατά τη διάρκεια της περυσινής χρονιάς, από τον Σεπτέμβρη ώς τον Μάιο, γίναν εκδηλώσεις για το βιβλίο σε αρκετές πόλεις της χώρας (στην Κομοτηνή, την Έδεσσα, τη Λάρισα, την Πάτρα, τη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα), ενώ ο Σπύρος Παλούκης συμμετείχε με τις φωτογραφίες του βιβλίου του στην έκθεση «Νέοι Έλληνες Φωτογράφοι» (που διοργανώθηκε από το Ελληνικό Κέντρο Φωτογραφίας και διήρκεσε από τις 7 ώς τις 29 Νοέμβρη 2008) στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα (Ηρακλειδών 66). Επίσης, ο Σπύρος Παλούκης, με το βιβλίο ο Καρλομάγνος και η κάμερα με τα μυστικά ήταν υποψήφιος για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού Διαβάζω για το 2008.
Το βιβλίο
Σπύρος Παλούκης, Ο Καρλομάγνος και η κάμερα με τα μυστικά, «Το Μαγικό Κουτί»
ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ
Σ’ ένα αρχετυπικό είδος απ’ τα παλιά, το ταξιδιωτικό λογοτεχνικό δοκίμιο, εντάσσεται το φιλόδοξο βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου Σπύρου Παλούκη. Ο συγγραφέας, φωτογράφος και διηγηματογράφος, αναπαριστά γλαφυρά, με εικόνες και κείμενα αισθαντικά την περιπλάνησή του στην ευρωπαϊκή ήπειρο, από τον μελαγχολικό Βορρά ώς τον ηλιόλουστο Νότο. Περιπλανιέται κουβαλώντας τις ανησυχίες του για το μέλλον, το δικό του και της Ευρώπης, ενώ τον απασχολεί έντονα η ελληνικότητά του σε σχέση με την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Πριν ξεκινήσει την περιπλάνησή του άλλωστε, έχει μεριμνήσει να μας αφηγηθεί την Εποχή των Αυτοκρατοριών σαν παιχνίδι παιδικό: οι αυτοκράτορες, από τον Καρλομάγνο και ένθεν, παίζαν ανέκαθεν τις «μουσικές καρέκλες», μαχόμενοι μεταξύ τους για να εκπληρώσουν το ευρωπαϊκό πεπρωμένο. Έως που αναδύθηκε μια Ευρώπη-«ανοιχτό μουσείο» για τους τουρίστες… Πώς προδιαγράφεται, λοιπόν, το μέλλον της, και κυρίως, πώς τοποθετούμαστε ως Έλληνες απέναντι στην ευρωπαϊκή κληρονομιά που «μοιραζόμαστε» με τους υπόλοιπους λαούς;
Ο Καρλομάγνος και η Κάμερα με τα Μυστικά είναι ένα εικονογραφημένο ταξιδιωτικό και πολιτικό βιβλίο, μια καλαίσθητη έγχρωμη έκδοση, μια περίτεχνη και θεμελιωμένη πρόταση για τη σύγχρονη λογοτεχνία.
.
.