Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
04/01/2017 § Σχολιάστε
Γιάννης Σκαρίμπας (1893–1984)

Στάδιον δόξης
Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι’ αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα…
Κι ως αρπώντας με μ’ έβγαλαν σηκωτόν απ’ την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:
… Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν’ άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!…
Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό ‘να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι…
Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..
Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ’ αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!…
Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ’ ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι…
[Από τη συλλογή Εαυτούληδες 1950]
Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες
Στεκόμουν κι έβλεπα να με προσπερνάν και να μακραίνουν
27/12/2016 § Σχολιάστε

Είδα χθες ένα όνειρο που ήταν αγάπη. Σε μια στιγμή γέμισα αγάπη και χαμογέλασα με δάκρυα ήταν σαν έκσταση. Ήρθαν ένα σωρό πρόσωπα κι έρχονταν κι άλλα φάτσες γνωστές κι άγνωστες κι εγώ όλους τους αγαπούσα και περισσότερους ακόμα τόσο πολύ άνοιξε η καρδιά μου και χωρούσαν κι άλλοι πολλοί ακόμα. Ένα πλήθος κρεμάστηκε από την σπάνια κλωστή που έκλωθε εκείνη την ώρα η ψυχή μου κι αυτή άντεχε δεν έσπαζε. Όλα ήταν μια ευτυχία πόσο σας αγαπώ φώναξα θα πεθάνω για σας. Αγαπούσα την κάθε μια μορφή χωριστά και μαζί όλες η αγάπη μου ήταν ένα σύννεφο που το σκόρπιζε ο αέρας το χώριζε σε χίλια κομμάτια κι υστέρα πάλι τα ένωνε η αγάπη μου ήταν ένα σύννεφο που σκέπαζε όλο τον ουρανό λευκό και μεγάλο σας αγαπώ. Ξαφνικά κατάλαβα πως εγώ τους αγαπούσα κι εκείνοι με κοίταζαν μ’ ένα μικρό χαμόγελο. Στεκόμουν με ανοιχτά χέρια κι εκείνοι μάκραιναν και τους είπα θάρθω μαζί σας. Με κοίταζαν με άδειο χαμόγελο και προχωρούσαν κι εγώ στεκόμουν κι έβλεπα να με προσπερνάν και να μακραίνουν. Δεν μπορούσα να κάνω βήμα ήμουν σαν φυτό που πάλευε να ξεκολλήσει τις ρίζες του από το χώμα κι ήθελα να τους πάρω από πίσω. Στεκόμουν κι εκείνοι φεύγαν δεν έλεγαν έλα χαμογελούσαν. Έμεινα από τότε μονάχος κι έπαψα να κλαίω η αγάπη στέρεψε κι έπαψε να τρέχει.
[Γιώργος Χειμωνάς, Πεισίστρατος, εκδόσεις Κέδρος, via Politeianet.gr]
Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες
Μαρσέλ Προυστ: τυχαία αποσπάσματα
24/12/2016 § Σχολιάστε
9.

η μυστηριώδης ενότητα
[…]Όμως εδώ κι ένα χρόνο, αποκαλύπτοντας στον ίδιο πολλά πλούτη της ψυχής του, η αγάπη της μουσικής είχε, τουλάχιστο για καιρό, γεννηθεί μέσα του, κι ο Σουάν θεωρούσε τα μουσικά μοτίβα σαν αληθινές ιδέες ενός άλλου κόσμου, μιας άλλης τάξης, ιδέες ντυμένες με σκοτάδι, άγνωστες, ανεξιχνίαστες για τη σκέψη, μα που ωστόσο διακρίνονται απόλυτα μεταξύ τους, ανόμοιες μεταξύ τους σε αξία και νόημα. Όταν ύστερ’ από τη βραδιά στους Βερντυρέν, έβαζε να του ξαναπαίξουν τη μικρή φράση, είχε ψάξει να διακρίνει πως, με τον τρόπο που έχει ένα άρωμα, ένα χάδι, τον περικύκλωνε και τον αγκάλιαζε, είχε αντιληφθεί πως σ’ ένα μικρό διάστημα ανάμεσα στις πέντε νότες που την αποτελούσαν, και στη συχνή επανάληψη από δύο απ’ αυτές τις νότες, οφειλόταν αυτή η εντύπωση της ευαίσθητης και συνεσταλμένης γαλήνης· στην πραγματικότητα όμως ήξερε πως σκεφτόταν έτσι λογικά όχι για την ίδια τη φράση, αλλά για τις απλές αξίες, που είχαν υποκαταστήσει, για να διευκολυνθεί η σκέψη του, τη μυστηριώδη ενότητα που είχε συλλάβει,[…]εκείνο το βράδυ που είχε ακούσει τη σονάτα για πρώτη φορά. Ήξερε πως η ίδια η ανάμνηση του πιάνου αλλοιώνει το χώρο, μέσα στον οποίο έβλεπε τα πράγματα της μουσικής, ήξερε πως το πεδίο το ανοιχτό στη σύνθεση δεν είναι μια ασήμαντη σειρά πλήκτρων από εφτά νότες, αλλά μια απροσμέτρητη σειρά πλήκτρων, ακόμα σχεδόν ολόκληρη άγνωστη, όπου μόνο εδώ κι εκεί, χωρισμένα από βαθειά σκοτάδια ανεξερεύνητα, λίγα από τα εκατομμύρια αγγίγματα τρυφερότητας, πάθους, τόλμης, γαλήνης που τη συνθέτουν, το καθένα τόσο διαφορετικό απόν τ’ άλλα, όσο ένα σύμπαν από ένα άλλο, έχουν ανακαλυφθεί από κάποιους μεγάλους καλλιτέχνες[…]
«Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» – Από τη μεριά του Σουάν, μετάφραση Παύλος Ζάνας, εκδόσεις Ηριδανός.
διαβάστε όλα της κατηγορίας [Marcel Proust]
Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες
[μας ανησυχούσαν δήθεν οι πετεινοί·
20/12/2016 § Σχολιάστε

Αφότου κατόρθωσα να διαλέξω μόνος μου το σπίτι που θα κατοικώ, μονάχα οι μοτοσικλέτες και τ’ αυτοκίνητα τη νύχτα με ξυπνούν — τα φορτηγά ιδιαίτερα. Αυτό άλλωστε είναι, λίγο πολύ, και το πρόβλημα των κατοίκων όλης της πόλης μας, κι αυτών ακόμα που έχουν την ψυχική αντοχή να κατοικούν στα ψηλά διαμερίσματα και τα ρετιρέ. Και δε φαίνεται πως θα θεραπευτεί ποτέ, εκτός αν γκρεμίσουμε και ξαναχτίσουμε απ’ την αρχή τα πάντα. Μα, για την ώρα τουλάχιστο, μια τέτοια λύση δεν μπορεί ούτε να την ονειρευτεί κανένας.
Παλιότερα μας ανησυχούσαν δήθεν οι πετεινοί. Αυτούς καταφέραμε επί των ήμερων μας να τους εξολοθρέψουμε ολότελα, χάνοντας, απλώς και μόνο, μια σπάνια αισθητική απόλαυση. Και το αστείο είναι πως στα σχολεία και τις πνευματικές συναναστροφές ακόμα κατηγορούμε για μαλθακότητα τους ανθρώπους της αρχαίας Σύβαρης, που τίποτα περισσότερο από μας δεν είχαν κάνει.
Οι πετεινοί επέστρεψαν σ’ όλη τους τη δόξα ένα διάστημα στην Κατοχή, όμως η απελευθέρωση μας απ’ τους Γερμανούς σήμανε πια την οριστική εξαφάνιση τους από τις πόλεις. Ο τουρισμός και οι τουρίστες, η νέα και αβάσταχτη αυτή κατοχή που μας βρήκε, στάθηκε μοιραία τόσο για τους πετεινούς όσο και για τα παλικάρια μας.
Καθώς η κυκλοφορία κοβόταν τότε πολύ νωρίς, μέσα στο γενικό καταλάγιασμα, όλες οι δυνατές φωνές, και οι πιο μακρινές ακόμα, ακούγονταν απίστευτα ξεκάθαρα. Αφήνω πια τους πυροβολισμούς και τις χειροβομβίδες. Γεγονός πάντως είναι πως και η ακοή μας είχε στο έπακρο οξυνθεί, μια και δεν μπορούσε τίποτε άλλο να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τί συμβαίνει στα σκοτεινά γύρω μας. Γνωρίζαμε το περπάτημα των εχθρών μέσα στη νύχτα, το επίμονο πνιχτό βήξιμο των χαφιέδων έξω απ’ την πόρτα, τις διαφορές των αντρογύνων, το ροχαλητό των γειτόνων μας, αλλά και τον ανεπαίσθητο γλυκό θόρυβο που κάμναν τα τενεκεδάκια με την μπογιά, όταν τα παιδιά γράφαν στους τοίχους. Ξέραμε πως η γειτονιά μας την άλλη μέρα θα λάμπει από λεβεντιά και αισιοδοξία. Εκείνο όμως που σίγουρα μπορούσες να παρακολουθήσεις και χαρείς κάθε νύχτα ήταν το λάλημα των πετεινών που άρχιζε από κάπου και διαδίδονταν κατόπι από συνοικία σε συνοικία. Τώρα λαλούν οι πετεινοί της Βάρνας, υστέρα της Νεάπολης, της Σταυρούπολης, της Νέας Μαινεμένης, της Ραμόνας, του Παλιού Σταθμού, του Κουλέ Καφέ, της Κασσάνδρου και της Αγίου Δημητρίου, της Ευαγγελίστριας, των Σαράντα Εκκλησιών, της Τούμπας, της Τριανδρίας… Ήταν κάποια παρηγοριά κι αυτό, μια κυκλοφορία, που δεν μπορούσε μάλιστα να την εμποδίσει ο θηριώδης στρατιωτικός διοικητής. Είχαμε αρχίσει και πάλι να μιλάμε για τον καιρό και να κάνουμε προβλέψεις για τις αλλαγές του. Μονάχα απ’ τις καθωσπρέπει συνοικίες, Τσιμισκή, Παραλία και Μητρόπολη, δεν ακούγονταν ούτε και τότε λαλήματα πετεινών. Λυπόμουν τους ανθρώπους που καθόντουσαν εκεί. Μια μάγισσα που είχαμε στο σπίτι μας, όταν ξόρκιζε κανένα κακό, του φώναζε αγρία τρεις φορές: «Να πάς εκεί που δε λαλεί πετεινός».
Η αλήθεια είναι πως ανάμεσα στα λαλήματα ακούγαμε και κανένα βραχνό χωνί να ξανοίγεται μες στη βαθιά νύχτα. Δεν ξεχωρίζαμε συνήθως τί αγωνίζονταν να μας αναγγείλει το ηρωικό αγόρι, ξέραμε όμως πολύ καλά πώς θα καταλήξει και ψιθυρίζαμε όλοι μαζί του το συναρπαστικό σύνθημα: «Θάνατος στο φασισμό — Λευτεριά στο λαό!».
*
[Γιώργος Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά, Εκδόσεις Κέδρος via Politeianet.gr]
Κλείνοντας εισιτήρια Aegean από εδώ, ενισχύετε τις Στάχτες
