[μας χαράζει το πονεμένο σώμα ·
13/06/2025 § Σχολιάστε
Σε ξέρω πια τόσο καλά,
που σαν σε δώ στο δρόμο δεν σου μιλάω.
Όπως συμβαίνει στον καθένα,
με τον τοκογλύφο του.
Εδώ έχει καλώδια, σύρματα, λάστιχα
Γελούν κάποια μικρά παιδιά με τα ρούχα μου
Χαίρονται.
Δεν ήταν άρρωστη, ήταν ερωτευμένη
Στο μετρό ο έρωτας είναι έγχρωμος.
Επίγειο ορυχείο!
Και γλάροι από πάνου μου
Αρούρηδες πάνω στο σώμα μου.
Τις Κυριακές γίνεται χλωμή
Κάθε τέλος, την πονάει.
Φορτωμένος στάχτες και ζωγραφιστό ρημαδιό
Μυρίζω έντονα
Σαν όλα τα έμπειρα σώματα.
Εδω έχει κι απομεινάρια νοσοκομείων
Μπουκαλάκια αιμάτων χαλασμένων ή ξεχασμένων.
Πάλι γελούν τα μικρά παιδιά
Χαίρονται.
Είμαι ενα νησί εγώ
Επισκέπτες μου τα χρησιμοποιημένα
Κουβαλάω τόσους τόννους ζωής.
Δεν πετάς, πλέεις στον άνεμο
Γιατί το κάθε δάκρυ θέλει την αλμύρα του
Κάθε σπιθαμή γης, το αποπάνω της.
Οι αδελφοί μου οι ελάχιστοι
Γεμάτοι χθες.
Χαζεύοντας το σήμερα
Πιτσιρίκια γελαστά, πεινασμένα, άπλυτα.
Μας ανταριάζει όλους ένα καφετί σύννεφο
Μας χαράζει το πονεμένο σώμα, η χοντρή ρόδα-ερπύστρια.
Όλοι οι αδελφοί μου οι αγιασμένοι
Σε ζητούν σε χορό.
( Νοέμβρης του 2012)
Στο επόμενο λεπτό κρατούσε
δυο νεκροκεφαλές
μιαν αποξηραμένη καρδιά
και δεν υπήρχε κανένα πεπρωμένο.
Φορούσε ένα σώμα του καπνού
μακριά στενά παντελόνια
τα κούμπωνε ο άνεμος.
Φορούσε μικρά τρύπια καλτσάκια
τα τρώγαν τα σκληρά παπούτσια
-τα καρφιά τους, ιδίως-
»Θα λύσουμε την παρεξήγηση»
Χειμωνιάτικος ήλιος να πεθαίνεις κοκκινισμένος
αρραβώνες να πεθαίνεις λησμονημένος.
Όμως δεν μιλάμε για νεκρούς
-αυτοί κόβουν βόλτες ανάμεσα σε παλιά κόκκαλα και φλυαρίες-
Δεν χρωματίζουμε το σπίτι
άβαφο αστόλιστο μένει εξόν
καμιά κορδέλα κόκκινη στη πόρτα, σα κλείσιμο ματιού.
Δεν προγραμματίζουμε να κοροιδέψουμε την πείνα
την πείνα τη σέβεσαι :
τα άγια των αγίων.
Ο πόνος σαν σκια είμαστε εμείς.
Το σώμα μας, μια γλώσσα τσαχπίνικα βγαλμένη όξω
ν΄ απαντάει στις Γραφές.
Η ψευδαίσθηση…
ένας έρωτας που δεν υπήρξε παρα για μισή ώρα στο ρολόγι.
»Παναγιώτα σε 64 χρόνια
θα σκοπεύσουν τον μικρό που τη γλύτωσε,
γράφτο κάπου.
Να μη βρεθεί στο κέντρο τέτοιες μέρες
νάναι κάπου αλλού»
Θα μπορούσαμε να πάμε σ΄ενα λούνα πάρκ
Αυτά στήνονται συνήθως στις παραλίες
-μονάχα στο Μεσολόγγι το πέτυχα στη μέση της πλατείας-
Εσύ θ΄ανέβαινες στα διάφορα που πετάνε,
στριμωγμένη απ΄τα πιστιρίκια που θα χώνονταν δίπλα σου
Θα τα ρωτούσες θα σ΄ απαντούσαν, θα χαμογελούσες.
Εγώ θα κοίταγα από κάτω
όπως συνήθως κοιτάω τα πράγματα:
Τη ζωή, εμένα, τα δάκρυα που μπαίνουν αντί να βγαίνουν, τις μέρες να προχωρούν πίσω.
Κάτι κλεφτές ματιές όταν κατέβαινες από κει.
Κοιτάς γύρω-τριγύρω μη φυλακίσει καμιά εικόνα τα μάτια σου
Εγώ πάντα κοιτάω κλεφτά, αυτόν που έχω δίπλα μου.
-Στην έξοδο θυμάσαι τι έκανες πριν έρθουμε
-Σκέφτομαι τι θα κάνω μετά
Μετά στο λεωφορείο του τρόμου θα γελούσαμε
Ξέροντας που έχουμε μπεί,
αργά απόγευμα σούρουπο μπλαβί.
Ένας-ένας οι συνταξιδιώτες θα πέθαιναν, καθυστέρηση…
…..δεν χωρούν τα φέρετρα απ΄τις πόρτες, σεντόνι καλύτερα.
»Οδηγέ, ξεκίνα»
-έτσι είναι τα λούνα πάρκ-
Τελικά θα ήμασταν πάλι οι τρεις που έμειναν,
εμείς κι ο οδηγός.
»Γιατί είμαι μικρή ακόμη, γιατί θάμαι πάντα αόρατη
χιχι…. δίπλα μου τη γλυτώνεις κι εσυ».
»Τη γλύτωσα μια φορά μόνο, χαζούλα
σ΄ ευχαριστώ πολύ που με θυμάσαι»
Η κυρία αμάρτησε με στυλ.
Το φλέρτ της
ισοδύναμο δεκάδων αρπαχτών.
Ο επιχείλιος έρπης της
ωσαν ηπατίτιδα και άλλα βαρέα λοιμώδη.
Η κυρία όμως ,
θα θυμάται την αμαρτία τις ημερομηνίες το πρόσωπο,
όταν οι άλλοι θα μετρούν μονάχα ημέρες προ θανάτου.
Επτάψυχες-
παρά την σεξιστική καταστολή.
Ή μήπως
χάριν αυτής;
Το μπακάλικο είχε πάντα ρυθμό.
Ανάμιξη ετερόκλητων
μα πάντα πολύχρωμων πραγμάτων:
Εφημερίδες και γκοφρέτες
οδοντόπαστες κι αλλαντικά
κονσέρβες και κάτι λίγα φρούτα.
Έμοιαζε του έρωτα-
του ένοχου έρωτα που είναι έγχρωμος,
που αντιφάσκει συνέχεια,
που πωλείται πάντα.
Κάπου κάπου στις εκπτώσεις,
πότε-πότε σε προσφορές.
Ο ρυθμός που λείπει από το πρόσωπό μου
υπάρχει σ΄αυτό το μπακάλικο.
Οι ποικίλες μυρωδιές του
με του τυριού, να κυριαρχεί,
δεν υπάρχουν στην καθημερινότητά μου.
Μπαίνω
Βγαίνω
Κοιτάζω
πολύ συχνά, καθημερινά σχεδόν.
Φοβάμαι πως κάποιος θα το εκλάβει για εμμονή.
Κι όμως είναι μια αμήχανη, αθώα βόλτα
Μια βύθιση στο « ένα» των πολλών.
Πιθανότατα ασυνείδητη.
Τα καταστήματα φαρδαίνουν
οι άγνωστοι δεν αναμειγνύονται πια
τα κορίτσια ξανά συστέλλονται
τα αγόρια κοιτούν σκοτεινά.
Το μπακάλικο που ήταν και θα παραμείνει μπακάλικο
θα με κοιτάζει στον κάτω δρόμο, κάθε πρωί
κι ας έχει κρυφτεί προσωρινά
απ΄τα δεκαπέντε μου χρόνια.
◉
[που δε μπορούμε να σ’ αγγίξουμε με το λόγο·
07/06/2025 § Σχολιάστε
Άρης Δικταίος (1919-1983)
Η ΠΟΙΗΣΗ
Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ ἔντυνες μία φορὰ τὴ γυμνὴ μέθη μας
ὅταν κρυώναμε καὶ δὲν εἴχαμε ροῦχο νὰ ντυθοῦμε
ὅταν ὀνειρευόμαστε, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ζωὴ νὰ ζήσουμε
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σύννεφα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὴ ρέμβη μας;
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σώματα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὸν ἔρωτά μας;
Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κλειστεῖς μέσα σὲ σχήματα
μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲ μποροῦμε νὰ σ᾿ ἀγγίξουμε μὲ τὸ λόγο
ἐσὺ
τὸ στερνὸ ἴχνος τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά μας
σῶσε τὴν τελευταία ὥρα τούτη τοῦ ἀνθρώπου
τὴν πιὸ στυγνὴ καὶ τὴν πιὸ ἀπεγνωσμένη
ποὺ ὁ Θάνατος
ποὺ ἡ Μοναξιὰ
ποὺ ἡ Σιωπὴ
τὸν καρτεροῦν σὲ μία στιγμὴ μελλούμενη
✳︎
ΟΜΟΡΦΙΑ
Εὐγενικὸ ὅ,τι πέθανεν ἐδῶ,
ποὺ στοίχειωσε τὸ πέταγμα τῶν γλάρων.
Ἁβρὸν ὅ,τι κι ἂν πέρασε ἀπ᾿ τὸ φάρο
κι ἔζησε λίγο στὴν ὑγρὰν ὁδό,
κι ὁ ψίθυρος ὡραῖος τῶν ἐπῳδῶν,
-μνήμης ρᾴθυμο κίνημα βλεφάρων –
γιὰ τὸν ἁρμονικὸ θάνατο Ἰκάρων
ποὺ ζήσανε τὴ ζωὴ τῶν εὐωδῶν
αἰθέρων. Τὸ βῆμα ἄρρωστων παιδιῶν,
ποὺ τοὺς φλογίζει δέος ὑγρὸ τὰ μάτια,
ἥρεμα ἀνησυχεῖ τὰ κρύα δωμάτια…
Ὅλα εἶναι ὡραῖα. Καί, μόνον, τῶν φιδιῶν
τὸ σῶμα, νιώθουμε, τῆς ἁμαρτίας
τὰ τέκνα, οἱ ὠχροί, οἱ ξένοι ἄλλης πολιτείας.
✳︎
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Δός μου τὴν ἡδονὴ τῆς ἡδονῆς,
ζωὴ τῆς ζωῆς, τῆς μέθης νύχτα,
ὀδύνη.
Τὸ ἐρωτικὸν ἀπόσταγμα μοῦ ἡδύνει
τὴν ὑπερφίαλη σκέψη ποὺ πονεῖ.
Μόνο, τὴ γεύση ἀγάπησα μόνο, ὤ
πονῶ πέρ᾿ ἀπ᾿ τὴν αἴσθησή του
χώρου
τῆς γῆς, πέρ᾿ ἀπ᾿ τὰ μάκρη αὐτὰ
πονῶ!
Δὲ νιώθω, δὲν αἰσθάνομαι καθὼς
ἄνθρωπος, μὰ αἰσθάνομαι θεὸς
κι ὡς θεὸς ζοῦσα, μεθοῦσα, πλήρης
ἀπὸ ἔρωτα καὶ δόξα κι ὀμορφιά…
Πάνω στὰ σουβλερὰ καρφιά,
σὰν ἀσκητὴς ἔλα κι ἐσὺ νὰ γείρεις,
τὸν ἴλιγγο νὰ δεῖς, τὸ δέος νὰ δεῖς,
νὰ φτάσεις στὴ σιγὴ καὶ στὸ κενὸ
νὰ φτάσεις,
κι ὡς ἄνθος τὸν ἑαυτό σου νὰ μαδεῖς.
Κι ὅταν σταθεῖς στὸ τελευταῖο σκαλὶ
τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ πόνου, ἕνα φιλὶ
ἀπὸ τὴν πεῖρα τὴν τόση νὰ κρατεῖς:
φιλὶ ἄγριο καὶ ζεστὸ νὰ μὲ δαμάσεις.
✳︎
[μήνας του αγίου των υδάτων·
02/06/2025 § Σχολιάστε
Αρχίζουν οι δοκιμαστικές ζέστες και ο θερισμός. Προσέχουμε στις βοσκές μήπως παρουσιασθεί άνθρακας. Οι κυνηγοί φροντίζουν για την φύλαξη των πυρομαχικών τους σε δροσερό και ξηρό μέρος, μακράν των παιδικών ατυχημάτων και των εγκλημάτων τιμής και κληρονομιάς. («Μπαμ!… ηκούσθη στον αέρα και τα βόλια πήγαν πέρα» έλεγαν οι πρεσβύτεροι των τελευταίων καζαμιακών χρόνων, υπονοώντας φυσικά τους δίκανους φόνους της υπαίθρου.) Ο Ιούνιος, με την καλοκαιρία και τους περιηγητές, περιλαμβάνει τις μεγαλύτερες μέρες του έτους ―ανάμεσά τους και την 23η με τα κάψαλα και τις φωτιές τ’ άη Γιάννη. Είναι μια παραδοσιακή επέτειος που μνημονεύει τον επί της πυράς θάνατον διαφόρων υπαιτίων της Ιστορίας. Την επομένη ληξιαρχείται το γενέσιον Ιωάννου του Προδρόμου. Είναι ο κατ’ εξοχήν άγιος των υδάτων, και η μέρα είναι αφιερωμένη στην υδρομαντεία του Κλήδονα. Μετά τρεις μέρες ανασύρεται η μνήμη Σαμψών οσίου του ξενοδόχου, ενώ την τελευταία μέρα του μηνός παρατηρείται η σύναξις τωβν 12 αποστόλων.
*
[από: Νάσος Θεοφίλου, Ιστορίες του Καζαμία, εκδ. Εστία, 1992
◉
[φωνάζανε οι γρύλοι·
01/06/2025 § Σχολιάστε
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990)
Ιούνιος μήνας
Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.
Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.
Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.



