[πως χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά ·
20/06/2025 § Σχολιάστε
Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)
Ο σωτήρας
Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι
Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη
Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου
Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία
Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ
Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους
✳︎
Ο οὐρανός
Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;
ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του
κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του
Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα
κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του
τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του
τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του
τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους
τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του
τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του
◉
[πάνω από τις άυλες συνήθειες ηρώων·
18/06/2025 § Σχολιάστε
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (1939-2020)

Η ουλή – La cicatrice
Αντί γι’ αστέρι μια ουλή έλαμπε πάνω απ’ τη γέννησή μου·
οι πόνοι που δοκίμαζα στο απηχτό μου σώμα
πίσω με σπρώχναν στο σκοτάδι της αρχής,
μπουσούλαγα στο τίποτα, τα δάχτυλα μικρούτσικα
κρατάγανε το θάνατο, μαύρο γυαλιστερό παιχνίδι.
Δε θυμάμαι πως έγινε κι άνθισα σε πληγή
πως έμαθα να ισορροπώ ανάμεσα στο πύο
και στα ανοιχτά μου μάτια,
μα εκεί που η μάνα μου λογάριαζε πως σαν το φύλλο στο νερό
θα μ’ έπαιρνε αταξίδευτη το ρέμα του θανάτου, με είδε αναπάντεχα να βγαίνω απ’ τα σκοτάδια.
Ποιος ξέρει μέσα σε μια νύχτα τι ανταλλαγές έγιναν,
τί έδωσα, τί πήρα, από τί παραιτήθηκα,
τί υποσχέθηκα και με κράτησε για υπηρέτριά της
η ζωή…
Ήταν εκβιασμός, συμφωνία, απειλή,
να είμαι ευγνώμων θα έπρεπε για το πετσοκομμένο δώρο της ύπαρξης ή εκδικητική ; Να κοιτάω ψηλά
με είχανε διατάξει ή χαμηλά στη ρίζα της συγγνώμης ;
Ποιάς συγγνώμης, γιατί ; Ποιο ήταν το βάρος
το τόσο ασήκωτο που πριν καν ξεκινήσω
με είχε εξουθενώσει ή μήπως άλλο φορτίο ανάλαβα
και κούτσα κούτσα θα το πήγαινα ως το τέλος ;
Έζησα και άρχισα να παίζω.
Μ’ εμπιστοσύνη στηριζόμουνα στο μηχάνημα
κι ανέβαινα τις σκάλες.
Στο πατάρι έστησα το βασίλειο των ονείρων μου από κομμένα φιγουρίνια· Φλωρεντία την έλεγα
τη μαγική μου πόλη, κυρίες λεπτεπίλεπτες και κύριοι με καπέλο.
Στην πορτούλα δίπλα ήταν το καζανάκι του μπάνιου,
που ξέσπαγε πού και πού σαν κεραυνός
πάνω από τις άυλες συνήθειες των ηρώων μου.
Από κάτω ανέβαινε η ζέστα του κόσμου τούτου, η κουζίνα ολόκληρη με μυρωδιές, θορύους γνώστούς, σπιτικές φωνές : Τι ώρα είναι ; Καθάρισες πατάτες ;
Η κουζίνα και η χάρτινη μου φαντασία, τόσο νωρίς λοιπόν χαράζονται οι πόλοι ;
✳︎
Το κόκκινο φεγγάρι
Πίσω απ’ τους μουντούς μπερντέδες των δέντρων
-κάτι στο χώμα ανάμεσα στη βίαιη γονιμότητα και στο σάπιο κρέας- κόκκινο το φεγγάρι ανεβαίνει σαν φόβος πια και μόνο.
Ο σκύλος, με το στομάχι του βαρύ απ’ όλη την τρυφερότητα
της άσπορης καρδιάς μου, αδειάζει τα σωθικά του στο μαύρο χώμα.
Το σπίτι μουγκό, φιμωμένο με γάζες-ενοχές, γάζες-μνήμες·
ξανθές γυναίκες χαμογελούν και χάνονται κάτω από πεσμένους σοβάδες. Άντρες γυμνοί μελαγχολούν στο άδειο της νύχτας.
Όλα ανασαίνουν βαριά σαν να’ χαν καταπιεί το κώνειο
κι η παραλυσία να προχωρούσε αργά, όπως το ασημένιο φώς
στις πλάκες.
Ξαφνικά σαν μπουντρούμι φαίνεται η ζωή
κι η κάθε εποχή ν’ αρχίζει μια νέα, τη δικιά της καταστροφή.
Μες’ απ’ τον άλογο πόνο του ζώου, τρεμουλιαστή ανέβαινε η ώρα·
σπάνια είχε ποτέ κανείς τόση μικρή ελπίδα.
Μύρισαν δάκρυα τα χόρτα κι όπως έμπαινε μια άνοιξη
κάπου… από κάπου, το πεύκο, στο σκοτεινό του μέλλον βυθισμένο, ελάχιστ’ από τους κίτρινους ανθούς θελγόταν.
Κάποιος άνεμος σηκώθηκε βάρβαρος
σαν βιαστικός εραστής χωρίς φαντασία
κι όλα τα ποιήματα που είχα ακούσει στη ζωή μου
ξανάρχονταν από μακριά να με κηδέψουν.
Κι ήταν σαν να ταξίδευα με τρένο,
ν’ άφηνα πίσω μου τη γη κάποιου κεφιού
και να’ μπαίνε το σώμα μου σε μελανό δρυμό.
Έφταιγε ο σκύλος που υπόφερε, έφταιγαν κι εκείνα τα ποιήματα,
πού σαν φαντάσματα τριγύριζαν στον κήπο·
αλλιώς τα ήξερα, όταν ένας άγγελος, που θα’ χει κιτρινίσει πιά,
τα σκέπαζε με δάχτυλα μακριά κι έχυνε
μια άλιωτη μυρωδιά στα πρόσκαιρα στιχάκια.
Τώρα μοιάζει με παραίσθηση πώς πράγματα αιώνια
σαν τις πέτρες, στις ρομαντικές σκηνές της ζωής μας, καταδέχτηκαν να παίξουν ένα ρόλο. Ανάτειλε ο φόβος
μια κόκκινη σήψη. Λές : έχει προχωρήσει
κι εσύ έχεις κλείσει τα μάτια.
in Επίλογος Αέρας
*
◉
[και οι ένθεες με λόγια επωδές φέρνουν απόλαυση και διώχνουν τη λύπη·
17/06/2025 § Σχολιάστε
Γοργίας ο Λεοντίνος (485 – 377 π.χ.)
8. […] μέγας δυνάστης ο λόγος, που με σώμα ασήμαντο και αθέατο έργα θεϊκά επιτελεί· γιατί μπορεί και τον φόβο να καταπαύσει και τη λύπη να διώξει και χαρά να προσκαλέσει και τον οίκτο να αυξήσει. Έτσι έχουν τα πράγματα και θα το αποδείξω.
9. Πρέπει όμως να το αποδείξω στους ακροατές και με τη θεωρία. Την ποίηση όλη τη θεωρώ και την ονομάζω έμμετρο λόγο χάρη σε αυτήν οι ακροατές κυριεύονται από φόβο τρομερό και οίκτο όλο δάκρυα και τέρπονται με τους θρήνους και η ψυχή παθαίνει με τα λόγια όσα ευχάριστα ή δυσάρεστα παθαίνουν άνθρωποι ξένοι. Ας περάσω τώρα από τον ένα λόγο στον άλλο.
10. Και οι ένθεες με λόγια επωδές φέρνουν απόλαυση και διώχνουν τη λύπη· γιατί όταν ενώνεται η δύναμη της επωδής με τη γνώμη της ψυχής γοητεύει και την πείθει και τηνν μεταβάλλει με τη μαγεία της. Έχουν δε επινοηθεί δύο τέχνες της γοητείας και της μαγείας, πού συνίσταται στις πλάνες της ψυχής και στην εξαπάτηση της γνώμης.
11. Πόσοι και πόσοι δεν έπεισαν και δεν πείθουν τόσους για τόσα πολλά πλάθοντας κάποιον λόγο ψευδή! Γιατί αν όλοι είχαν για όλα, και για τα περασμένα μνήμη και για τα παρόντα αντίληψη και για τα μέλλοντα γνώση, δεν θα είχε την ίδια δύναμη να εξαπατά ο λόγος· τώρα, όμως, ούτε να θυμόμαστε τα περασμένα, ούτε να αντιλαμβανόμαστε το παρόν, ούτε να προβλέπουμε το μέλλον είναι εύκολο. Επομένως, για τα περισσότερα οι περισσότεροι σύμβουλοι της ψυχής έχουν τη γνώμη. Η γνώμη, όμως, καθώς είναι απατηλή κι αβέβαιη, απατηλές κι αβέβαιες επιτυχίες δίνει σε όσους τη συμβουλεύονται.
12. Ποιά, λοιπόν, αιτία μας εμποδίζει να θεωρήσουμε ότι η Ελένη κυριεύθηκε από τα λόγια χωρίς να το θέλει, όπως ακριβώς αν με τη βία την είχανε αρπάξει; Παρασέρνει τον νού η πειθώ· γιατί αν και δεν έχει της ανάγκης τη μορφή, έχει, όμως, τη δύναμή της. Ο λόγος, δηλαδή, πείθοντας την ψυχή που πείθει, την αναγκάζει να πιστέψει στα λόγια και να ακολουθήσει τα έργα. Αυτό λοιπόν, που πείθει αδικεί, επειδή εξαναγκάζει, ενώ αυτή πιυ πείσθηκε κακολογείται άδικα, επειδή εξαναγκάσθηκε.[…]
*
[Γοργίας, Ελένης Εγκώμιον, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1998
◉
[μας χαράζει το πονεμένο σώμα ·
13/06/2025 § Σχολιάστε
Σε ξέρω πια τόσο καλά,
που σαν σε δώ στο δρόμο δεν σου μιλάω.
Όπως συμβαίνει στον καθένα,
με τον τοκογλύφο του.
Εδώ έχει καλώδια, σύρματα, λάστιχα
Γελούν κάποια μικρά παιδιά με τα ρούχα μου
Χαίρονται.
Δεν ήταν άρρωστη, ήταν ερωτευμένη
Στο μετρό ο έρωτας είναι έγχρωμος.
Επίγειο ορυχείο!
Και γλάροι από πάνου μου
Αρούρηδες πάνω στο σώμα μου.
Τις Κυριακές γίνεται χλωμή
Κάθε τέλος, την πονάει.
Φορτωμένος στάχτες και ζωγραφιστό ρημαδιό
Μυρίζω έντονα
Σαν όλα τα έμπειρα σώματα.
Εδω έχει κι απομεινάρια νοσοκομείων
Μπουκαλάκια αιμάτων χαλασμένων ή ξεχασμένων.
Πάλι γελούν τα μικρά παιδιά
Χαίρονται.
Είμαι ενα νησί εγώ
Επισκέπτες μου τα χρησιμοποιημένα
Κουβαλάω τόσους τόννους ζωής.
Δεν πετάς, πλέεις στον άνεμο
Γιατί το κάθε δάκρυ θέλει την αλμύρα του
Κάθε σπιθαμή γης, το αποπάνω της.
Οι αδελφοί μου οι ελάχιστοι
Γεμάτοι χθες.
Χαζεύοντας το σήμερα
Πιτσιρίκια γελαστά, πεινασμένα, άπλυτα.
Μας ανταριάζει όλους ένα καφετί σύννεφο
Μας χαράζει το πονεμένο σώμα, η χοντρή ρόδα-ερπύστρια.
Όλοι οι αδελφοί μου οι αγιασμένοι
Σε ζητούν σε χορό.
( Νοέμβρης του 2012)
Στο επόμενο λεπτό κρατούσε
δυο νεκροκεφαλές
μιαν αποξηραμένη καρδιά
και δεν υπήρχε κανένα πεπρωμένο.
Φορούσε ένα σώμα του καπνού
μακριά στενά παντελόνια
τα κούμπωνε ο άνεμος.
Φορούσε μικρά τρύπια καλτσάκια
τα τρώγαν τα σκληρά παπούτσια
-τα καρφιά τους, ιδίως-
»Θα λύσουμε την παρεξήγηση»
Χειμωνιάτικος ήλιος να πεθαίνεις κοκκινισμένος
αρραβώνες να πεθαίνεις λησμονημένος.
Όμως δεν μιλάμε για νεκρούς
-αυτοί κόβουν βόλτες ανάμεσα σε παλιά κόκκαλα και φλυαρίες-
Δεν χρωματίζουμε το σπίτι
άβαφο αστόλιστο μένει εξόν
καμιά κορδέλα κόκκινη στη πόρτα, σα κλείσιμο ματιού.
Δεν προγραμματίζουμε να κοροιδέψουμε την πείνα
την πείνα τη σέβεσαι :
τα άγια των αγίων.
Ο πόνος σαν σκια είμαστε εμείς.
Το σώμα μας, μια γλώσσα τσαχπίνικα βγαλμένη όξω
ν΄ απαντάει στις Γραφές.
Η ψευδαίσθηση…
ένας έρωτας που δεν υπήρξε παρα για μισή ώρα στο ρολόγι.
»Παναγιώτα σε 64 χρόνια
θα σκοπεύσουν τον μικρό που τη γλύτωσε,
γράφτο κάπου.
Να μη βρεθεί στο κέντρο τέτοιες μέρες
νάναι κάπου αλλού»
Θα μπορούσαμε να πάμε σ΄ενα λούνα πάρκ
Αυτά στήνονται συνήθως στις παραλίες
-μονάχα στο Μεσολόγγι το πέτυχα στη μέση της πλατείας-
Εσύ θ΄ανέβαινες στα διάφορα που πετάνε,
στριμωγμένη απ΄τα πιστιρίκια που θα χώνονταν δίπλα σου
Θα τα ρωτούσες θα σ΄ απαντούσαν, θα χαμογελούσες.
Εγώ θα κοίταγα από κάτω
όπως συνήθως κοιτάω τα πράγματα:
Τη ζωή, εμένα, τα δάκρυα που μπαίνουν αντί να βγαίνουν, τις μέρες να προχωρούν πίσω.
Κάτι κλεφτές ματιές όταν κατέβαινες από κει.
Κοιτάς γύρω-τριγύρω μη φυλακίσει καμιά εικόνα τα μάτια σου
Εγώ πάντα κοιτάω κλεφτά, αυτόν που έχω δίπλα μου.
-Στην έξοδο θυμάσαι τι έκανες πριν έρθουμε
-Σκέφτομαι τι θα κάνω μετά
Μετά στο λεωφορείο του τρόμου θα γελούσαμε
Ξέροντας που έχουμε μπεί,
αργά απόγευμα σούρουπο μπλαβί.
Ένας-ένας οι συνταξιδιώτες θα πέθαιναν, καθυστέρηση…
…..δεν χωρούν τα φέρετρα απ΄τις πόρτες, σεντόνι καλύτερα.
»Οδηγέ, ξεκίνα»
-έτσι είναι τα λούνα πάρκ-
Τελικά θα ήμασταν πάλι οι τρεις που έμειναν,
εμείς κι ο οδηγός.
»Γιατί είμαι μικρή ακόμη, γιατί θάμαι πάντα αόρατη
χιχι…. δίπλα μου τη γλυτώνεις κι εσυ».
»Τη γλύτωσα μια φορά μόνο, χαζούλα
σ΄ ευχαριστώ πολύ που με θυμάσαι»
Η κυρία αμάρτησε με στυλ.
Το φλέρτ της
ισοδύναμο δεκάδων αρπαχτών.
Ο επιχείλιος έρπης της
ωσαν ηπατίτιδα και άλλα βαρέα λοιμώδη.
Η κυρία όμως ,
θα θυμάται την αμαρτία τις ημερομηνίες το πρόσωπο,
όταν οι άλλοι θα μετρούν μονάχα ημέρες προ θανάτου.
Επτάψυχες-
παρά την σεξιστική καταστολή.
Ή μήπως
χάριν αυτής;
Το μπακάλικο είχε πάντα ρυθμό.
Ανάμιξη ετερόκλητων
μα πάντα πολύχρωμων πραγμάτων:
Εφημερίδες και γκοφρέτες
οδοντόπαστες κι αλλαντικά
κονσέρβες και κάτι λίγα φρούτα.
Έμοιαζε του έρωτα-
του ένοχου έρωτα που είναι έγχρωμος,
που αντιφάσκει συνέχεια,
που πωλείται πάντα.
Κάπου κάπου στις εκπτώσεις,
πότε-πότε σε προσφορές.
Ο ρυθμός που λείπει από το πρόσωπό μου
υπάρχει σ΄αυτό το μπακάλικο.
Οι ποικίλες μυρωδιές του
με του τυριού, να κυριαρχεί,
δεν υπάρχουν στην καθημερινότητά μου.
Μπαίνω
Βγαίνω
Κοιτάζω
πολύ συχνά, καθημερινά σχεδόν.
Φοβάμαι πως κάποιος θα το εκλάβει για εμμονή.
Κι όμως είναι μια αμήχανη, αθώα βόλτα
Μια βύθιση στο « ένα» των πολλών.
Πιθανότατα ασυνείδητη.
Τα καταστήματα φαρδαίνουν
οι άγνωστοι δεν αναμειγνύονται πια
τα κορίτσια ξανά συστέλλονται
τα αγόρια κοιτούν σκοτεινά.
Το μπακάλικο που ήταν και θα παραμείνει μπακάλικο
θα με κοιτάζει στον κάτω δρόμο, κάθε πρωί
κι ας έχει κρυφτεί προσωρινά
απ΄τα δεκαπέντε μου χρόνια.


