[που δε μπορούμε να σ’ αγγίξουμε με το λόγο·
07/06/2025 § Σχολιάστε
Άρης Δικταίος (1919-1983)
Η ΠΟΙΗΣΗ
Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ ἔντυνες μία φορὰ τὴ γυμνὴ μέθη μας
ὅταν κρυώναμε καὶ δὲν εἴχαμε ροῦχο νὰ ντυθοῦμε
ὅταν ὀνειρευόμαστε, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ζωὴ νὰ ζήσουμε
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σύννεφα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὴ ρέμβη μας;
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σώματα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὸν ἔρωτά μας;
Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κλειστεῖς μέσα σὲ σχήματα
μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲ μποροῦμε νὰ σ᾿ ἀγγίξουμε μὲ τὸ λόγο
ἐσὺ
τὸ στερνὸ ἴχνος τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά μας
σῶσε τὴν τελευταία ὥρα τούτη τοῦ ἀνθρώπου
τὴν πιὸ στυγνὴ καὶ τὴν πιὸ ἀπεγνωσμένη
ποὺ ὁ Θάνατος
ποὺ ἡ Μοναξιὰ
ποὺ ἡ Σιωπὴ
τὸν καρτεροῦν σὲ μία στιγμὴ μελλούμενη
✳︎
ΟΜΟΡΦΙΑ
Εὐγενικὸ ὅ,τι πέθανεν ἐδῶ,
ποὺ στοίχειωσε τὸ πέταγμα τῶν γλάρων.
Ἁβρὸν ὅ,τι κι ἂν πέρασε ἀπ᾿ τὸ φάρο
κι ἔζησε λίγο στὴν ὑγρὰν ὁδό,
κι ὁ ψίθυρος ὡραῖος τῶν ἐπῳδῶν,
-μνήμης ρᾴθυμο κίνημα βλεφάρων –
γιὰ τὸν ἁρμονικὸ θάνατο Ἰκάρων
ποὺ ζήσανε τὴ ζωὴ τῶν εὐωδῶν
αἰθέρων. Τὸ βῆμα ἄρρωστων παιδιῶν,
ποὺ τοὺς φλογίζει δέος ὑγρὸ τὰ μάτια,
ἥρεμα ἀνησυχεῖ τὰ κρύα δωμάτια…
Ὅλα εἶναι ὡραῖα. Καί, μόνον, τῶν φιδιῶν
τὸ σῶμα, νιώθουμε, τῆς ἁμαρτίας
τὰ τέκνα, οἱ ὠχροί, οἱ ξένοι ἄλλης πολιτείας.
✳︎
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Δός μου τὴν ἡδονὴ τῆς ἡδονῆς,
ζωὴ τῆς ζωῆς, τῆς μέθης νύχτα,
ὀδύνη.
Τὸ ἐρωτικὸν ἀπόσταγμα μοῦ ἡδύνει
τὴν ὑπερφίαλη σκέψη ποὺ πονεῖ.
Μόνο, τὴ γεύση ἀγάπησα μόνο, ὤ
πονῶ πέρ᾿ ἀπ᾿ τὴν αἴσθησή του
χώρου
τῆς γῆς, πέρ᾿ ἀπ᾿ τὰ μάκρη αὐτὰ
πονῶ!
Δὲ νιώθω, δὲν αἰσθάνομαι καθὼς
ἄνθρωπος, μὰ αἰσθάνομαι θεὸς
κι ὡς θεὸς ζοῦσα, μεθοῦσα, πλήρης
ἀπὸ ἔρωτα καὶ δόξα κι ὀμορφιά…
Πάνω στὰ σουβλερὰ καρφιά,
σὰν ἀσκητὴς ἔλα κι ἐσὺ νὰ γείρεις,
τὸν ἴλιγγο νὰ δεῖς, τὸ δέος νὰ δεῖς,
νὰ φτάσεις στὴ σιγὴ καὶ στὸ κενὸ
νὰ φτάσεις,
κι ὡς ἄνθος τὸν ἑαυτό σου νὰ μαδεῖς.
Κι ὅταν σταθεῖς στὸ τελευταῖο σκαλὶ
τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ πόνου, ἕνα φιλὶ
ἀπὸ τὴν πεῖρα τὴν τόση νὰ κρατεῖς:
φιλὶ ἄγριο καὶ ζεστὸ νὰ μὲ δαμάσεις.
✳︎
[μήνας του αγίου των υδάτων·
02/06/2025 § Σχολιάστε
Αρχίζουν οι δοκιμαστικές ζέστες και ο θερισμός. Προσέχουμε στις βοσκές μήπως παρουσιασθεί άνθρακας. Οι κυνηγοί φροντίζουν για την φύλαξη των πυρομαχικών τους σε δροσερό και ξηρό μέρος, μακράν των παιδικών ατυχημάτων και των εγκλημάτων τιμής και κληρονομιάς. («Μπαμ!… ηκούσθη στον αέρα και τα βόλια πήγαν πέρα» έλεγαν οι πρεσβύτεροι των τελευταίων καζαμιακών χρόνων, υπονοώντας φυσικά τους δίκανους φόνους της υπαίθρου.) Ο Ιούνιος, με την καλοκαιρία και τους περιηγητές, περιλαμβάνει τις μεγαλύτερες μέρες του έτους ―ανάμεσά τους και την 23η με τα κάψαλα και τις φωτιές τ’ άη Γιάννη. Είναι μια παραδοσιακή επέτειος που μνημονεύει τον επί της πυράς θάνατον διαφόρων υπαιτίων της Ιστορίας. Την επομένη ληξιαρχείται το γενέσιον Ιωάννου του Προδρόμου. Είναι ο κατ’ εξοχήν άγιος των υδάτων, και η μέρα είναι αφιερωμένη στην υδρομαντεία του Κλήδονα. Μετά τρεις μέρες ανασύρεται η μνήμη Σαμψών οσίου του ξενοδόχου, ενώ την τελευταία μέρα του μηνός παρατηρείται η σύναξις τωβν 12 αποστόλων.
*
[από: Νάσος Θεοφίλου, Ιστορίες του Καζαμία, εκδ. Εστία, 1992
◉
[φωνάζανε οι γρύλοι·
01/06/2025 § Σχολιάστε
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990)
Ιούνιος μήνας
Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.
Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.
Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.
◉
[αίσθημα αιφνίδιας ανάτασης ·
31/05/2025 § Σχολιάστε
Ἄλμπα
Δροσερὴ σὰν τὰ ὠχρὰ φύλλα
τῆς καμπανούλας
Κεῖται πλάϊ μου τὸ σούρουπο.
*
Τσ’άι Τσὶ’
Τὰ πέταλα πέφτουν στὸ σιντριβάνι,
πορτοκαλόχρωμα φύλλα τριανταφυλλιᾶς,
Ἡ ὤχρα τους γαντζώνεται στὴν πέτρα.
*
Τὸ παράπονο τῆς πολύχρυσης σκάλας
Τὰ πολύχρυσα σκαλοπάτια ἄσπρισαν ἤδη ἀπ’ τὴν πάχνη,
Εἶναι τόσο ἀργὰ ποὺ ἡ πάχνη μουσκεύει τὶς τούλινες κάλτσες
μου,
Καὶ κατεβάζω τὴν κρυστάλλινη κουρτίνα
Καὶ ἀτενίζω τὸ φεγγάρι μέσα ἀπὸ τὸ διαυγὲς φθινόπωρο.
©Από «Τα Τετράδια του Ελπήνορα, Τεύχος 1, Χειμώνας 2009-10» – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος –Σπουδαστήριο Ελληνικής Ποίησης.



