[με το βάσανο μιας μόνο γραμμής ·

29/05/2025 § Σχολιάστε

Γιάννης Γκούμας (1940-2022)

Σε ρε μπεμόλ

Πολύ πριν μάθει την αλφάβητο
προσάρμοσε δάκρυα και στα επτά φωνήεντα
και με στεφάνια μηδενικών ζωής
έτρωγε τον ήλιο στα δέκα νύχια του.
Το πρόσωπό του δεν γνώριζε άλλα πρόσωπα,
μόνο το αντισηπτικό χείλος της ευτυχίας·
τη φροντίδα που εκφυλίζεται σε λέξεις.
Σε λίγο δεν είχε από που να κατέβει
και που να ανέβει.
Υπήρχε αυτή η πλευρά και η άλλη,
κι αυτός με το βάσανο μιας μόνο γραμμής.
Σκεπτόταν πάντα έτσι όπως κανείς δεν ακούει.
Οποτεδήποτε απολάμβανε αυτό που ήθελε,
και όπου μπορούσε,
ήταν δακτυλοδεικτούμενος σαν να τον πυροβολούσαν
ή ένας αποκαλυπτικός αστερίσκος τον έσερνε
σε υποσημειώσεις ενοχής.

Επειδή γνώριζε τον εαυτό του από όσα έλεγε ο κόσμος,
είχε την ανάγκη να μεταμορφωθεί σε κάποιον άλλον·
να έχει περιθώρια επιλογής για το τι μπορούσε να
κάνει·
ν’ απαντήσει σ’ ερωτήσεις «τι κάνετε;»
και ν’ ανταποδώσει ρωτώντας «πως είστε;»

Όταν έφτασε η μεγαλύτερη μέρα της ζωής του,
δεν ήξερε τι να κάνει
–δεν είχε ιδέα που τελειώνει το σώμα
και που αρχίζει η θαλπωρή –
αν η ψυχή ήθελε αγάπη
ή το σώμα ένα άλλο σώμα
για να επανακτήσει όλη του την έκσταση.
(Ακόμα δεν ξέρει
αν με το να κολλάει σαν αφρός
στην επιφάνεια της μνήμης
μπορεί να τα καταφέρει διαρκώς
χωρίς βοήθεια κανενός.)

Και η αυγή στάγδην μεταμορφώθηκε σε σκοτάδι
και η εξώπορτα, μετά από τόση αναμονή,
δεν ήταν πλέον από ξύλο.
Και το σήμερα έχει γίνει μακρινό παρελθόν,
γι’ αυτό και το πρόσωπό του δεν συγχρονίζεται
με τις ματιές σας.
goumas-antho-poiein***
[Γιάννης Γκούμας, Ανθολογία 1985-2012, εκδόσεις Ποιείν

Στάχτες: Αρχείο 14/08/2012 >>>

 

[η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή ·

27/05/2025 § Σχολιάστε

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

A.

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος· ένας απλός παλμός.

Β.
Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό·
λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…
Ω μην ταράξεις… πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

ξεκίνημά της… τ’ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί…
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ʼσουν εσύ που θα ʼφερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν’ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ’ ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδι αυλού…

Η νύχτα να ʼταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

Γ.

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη·
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ’ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ’ αστέρια.

»Την ακοή μου ως να ʼσμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου…»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ’ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ’ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

…Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…

Δ.

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές…

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μία ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

.

Ε.
Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ʼναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ’ ανοιχτά

τριαντάφυλλα… Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας… Ο κόσμος είναι απλός.

Στροφή, 1931

[Στάχτες-Αρχείο 27/07/2012

 

[η εξουσία της βίας των μεγάλων, αλλά και των μικρών·

24/05/2025 § Σχολιάστε

Norberto Bobbio (1909-2004)

«[…] στον αιώνα ετούτο, στον αιώνα των δύο παγκοσμίων πολέμων και του ακήρυχτου πόλεμου μεταξύ των δύο ισχυρών που διήρκησε σαράντα χρόνια, μοιάζει να μεγαλώνει και να εκθειάστηκε. Δεν υπάρχει όμως μόνο η επιθυμία εξουσίας των μεγάλων. Υπάρχει και μια επιθυμία εξουσίας των μικρών, εκείνη του μεμονωμένου επιτιθέμενου, της μικροσκοπικής τρομοκρατικής ομάδας, εκείνου που ρίχνει μία βόμβα κάπου είναο συγκεντρωμένο μεγάλο πλήθος ώστε να πεθάνουν όσο περισσότεροι αθώοι γίνεται: σε μια τράπεζα, σ’ ένα συνωστισμένο τρένο, στην αίθουσα αναμονής ενός σταθμού. Πρόκειται για επιθυμία εξουσίας όσων αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε τούτη την αυτο-απολογία: «Εγώ ο μικρός ασήμαντος και ταπεινός άνθρωπος σκοτώνω τον σημαντικό άνθρωπο, έναν πρωταγωνιστή της εποχής μας, και καθώς σκοτώνω με ένα μόνο χτύπημα πολλούς ασήμαντους και ταπεινούς ανθρώπους σαν εμένα, αλλά εντελώς αθώους· το να σκοτώνεις έναν ένοχο είναι και πράξη δικαιοσύνης, το να σκοτώνεις έναν αθώο είναι η υπέρτατη εκδήλωση της επιθυμίας για εξουσία».

Καταλάβετε καλά: ταυτίζω τον πράο με τον μη βίαιο, την πραότητα μα την αποκήρυξη της χρήσης βίας εναντίον του οποιουδήποτε. Επομένως, η πραότητα είναι μη πολιτική αρετή. Και μάλιστα στον κόσμο αυτό που ματώνει από μίση μεγάλων (και μικρών) ισχυρών είναι η αντίθεση της πολιτικής».

✳︎

[Νορμπέρτο Μπόμπιο, Εγκώμιο της πραότητας, και άλλα κείμενα περί ηθικής ―μτφρ. Ηλιοφώτιστη Παπαστεφάνου, εκδόσεις Πατάκη 2007

✳︎

Ο Norberto Bobbio (18 Οκτωβρίου 1909 – 9 Ιανουαρίου 2004) ήταν Ιταλός φιλόσοφος, πολιτειολόγος και πολιτικός. Ανδρώθηκε μέσα στο πολιτικό και πνευματικό κλίμα του μεσοπολέμου. Συμμαθητής, συμφοιτητής και φίλος ανήσυχων ανθρώπων, όπως ο Λεόνε Γκίντσμπουργκ, ο Βιττόριο Φόα, ο Τσέζαρε Παβέζε, ο Μάσσιμο Μίλα, μαθητής καθηγητών όπως ο Αουγκούστιο Μόντι, Φραντσέσκο Ρουφίνι που συνετέλεσαν στην πνευματική του διαμόρφωση και την πολιτική του αφύπνιση, ο Μπόμπιο γίνεται πρώτα συνειδητός αντιφασίστας και έπειτα ενεργό μέλος της αντιφασιστικής ομάδας Δικαιοσύνη και Ελευθερία (Giustizia e Liberta).  – el.wikipedia

✳︎

ΥΓ: Μια προσωπικότητα-Φάρος για τον αγριμολόγο

[η πένα του Ντίκενς: η αισθητική είναι ηθική·

15/05/2025 § Σχολιάστε

Τσαρλς Ντίκενς, μερικές σκέψεις

Με αφορμή το μίνι αφιέρωμα (και εξώφυλλο) της «Βιβλιοθήκης» της Ελευθεροτυπίας 17.10.08 με κείμενα Κατερίνας Σχινά, Λίνας Πανταλέων και της Κατερίνα Οικονομάκου ήρθαν πολλά στο νου, από το παρελθόν, ξεχωρίζω δύο: «Δημιουργός» και «Εποχή». Ίσως γιατί ο δημιουργός-Ντίκενς, σε κάποιους από εμάς που έζησαν την προ-διαδικτύου εποχή νέοι, παρέμεινε στην αρχαϊκή μας ψυχοσύνθεση ότι ο δημιουργός-λογοτέχνης ήταν απαραίτητα ένας δημιουργός-τεχνίτης, ένας ζηλευτός χειρώνακτας με τη μελάνι, το πενάκι, τον πόνο και το σύμβολο του ονόματός του ως αυθεντία· και που προηγείτο στο νου μας από το περιεχόμενο του έργου τους, παρ’ όλο που στη περίπτωση του Ντίκενς το όνομα του δημιουργήματός του, π.χ. ο «Όλιβερ Τουίστ» δεν επαληθεύει ακριβώς τη σκέψη μου, αλλά ούτε και την διαψεύδει, γιατί ιδιαίτερα αυτό το δημιούργημά του στοίχειωσε παιδικές (όπως θα πρέπει να είναι πάντα) ψυχές όλων των ηλικιών, ο «Όλιβερ» δεν είναι ο κανόνας, όπως επίσης π.χ. οι «Άθλιοι» του Ουγκώ. Ο Ντίκενς παρ’ ότι παιδί της βιομηχανικής επανάστασης του 19ου αιώνα, κατά τη γνώμη μου, ο απόηχος των καλλιτεχνικών χαρακτηριστικών του 17ου και 18ου αι., δεν είχε ακόμη σβήσει σε μια συντηρητική Βικτωριανή κοινωνία όπου εισάγεται και κυριαρχεί η μαρτυρία, το χρονικό και η διδακτική αφήγηση. Από τον 19ο αιώνα η τέχνη της γραφής, η τέχνη γενικότερα, γίνεται υπερβατική και οι καλλιτέχνες αποκτούν την ιδιαίτερή τους «περσόνα», το ιδιαίτερό τους –προς τα έξω- προσωπείο. Από εκείνη την εποχή εδραιώθηκε και επικράτησε η άποψη: «δεν υπάρχουν καλλιτεχνικοί κανόνες διότι η μεγαλοφυΐα του καλλιτέχνη τους κλείνει μέσα της». Η πένα του Ντίκενς, δεν ξέρω αν παραμερίζει τον νάρκισσο-δημιουργό από μέσα της, γιατί γνώρισε νωρίς τον έπαινο «του δήμου», όμως η θεματολογία του υπηρέτησε, κατά την άποψή μου, με συνέπεια το «η αισθητική είναι ηθική», κι αυτό (μου) αρκεί. Η εκπληκτική του ικανότητα στη δημιουργία ανεπανάληπτων χαρακτήρων που κινούνται στα πλαίσια μιας άνισης κοινωνικής πραγματικότητας χωρίς καμία λογοτεχνική έκπτωση υπέρ οποιασδήποτε μορφής διδακτισμού, παραμένει αξεπέραστη. Το επίτευγμά του αυτό θα συνεχίσει να αποτελεί φαντασίωση για πολλούς σημερινούς αλλά και αυριανούς δημιουργούς.

Θα διαφωνήσω με την κα Σχινά που σημειώνει: «Παρότι ήταν συγγραφέας τόσο της πόλης όσο και της εξοχής, θα μείνει στην ιστορία ως ο ιστορικός εικονογράφος του Λονδίνου και ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα.» και θα συμφωνήσω στο τίτλο του άρθρου της «Γεφυρώνοντας πολιτισμούς και ηλικίες». Η μεγάλη τέχνη, σαν αυτή που υπηρέτησε μέχρι τέλους ο Ντίκενς, θα ενώνει για πολύ ακόμη γενεές αναγνωστών, αλλά και δημιουργών.

✳︎

[α’ δημοσίευση 18.10.2008

.

.

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.