Ομάρ Καγιάμ/Κοραής/Ροΐδης
29/04/2016 § Σχολιάστε

![]()
Και θες να πεις ότι σε κάποιους ηλίθιους πειναλέους
Και φανατικούς όπως εσύ, ο Θεός φανέρωσε ένα μυστικό
Που το αρνήθηκε σε μένα;
Καλά, εντάξει! Πίστευέ το κι αυτό!
[από τα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ]
![]()
«Μην πιστεύετε όσα λέγουν περί του αγίου φωτός. Το Άγιον φως είναι πλάσμα ασεβές και αναίσχυντον… πλάσμα Λατίνων μοναχών και φραγκοπατερικών γέννημα… Μηχανουργήματα λαοπλάνων ιερέων το εξ ουρανού ψευδοκαταίβατα φώτα… όνειδος και αίσχος, στρατηγούμενον από θρασυτάτους θαυματοπλάστας… Μοναχοί, θρασύτατοι γόητες, επενόησαν το θαύμα τού αγίου φωτός, δια να ενισχύσουν τον ηλίθιον ζήλον των προσκυνητών». Αποκαλούσε μάλιστα τούς προσκυνητές «στρατεύματα μεθυσμένων προσκυνητών, που δεν αισχύνονται να ονομάζωνται χατζήδες… και αξιοθρήνητοι οι κατ’ έτος τρέχοντες μωροί και πλανημένοι προσκυνηταί τού θαύματος» [Αδαμάντιος Κοραής , «ΑΤΑΚΤΑ: Περί του εν Ιεροσολύμοις Αγίου Φωτός»][1]
![]()
Και εν πρώτοις συγχωρήσατε να ερωτήσω υμάς, τι εννοείτε δια της λέξεως «Θρησκεία»; Ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος ο ιδ’ συνήθιζε να λέγη: «Η Γαλλία είμαι Εγώ». Ούτω φαίνονται εννοήσαντες τον χριστιανισμόν και πολλοί κατά καιρούς αρχιερείς, εί και δεν ετόλμησαν να είπωσιν αναφανδόν «Η θρησκεία είμεθα ημείς». [Εμμανουήλ Ροΐδης «Ολίγαι Λέξεις…», 1866]
![]()
________
[1]: Ο Τσίπρας στέλνει το πρωθυπουργικό αεροσκάφος να φέρει το Άγιο Φως
Με το αεροσκάφος Embraer-209 της Πολεμικής Αεροπορίας θα γίνει η μεταφορά του Αγίου Φωτός από τα Ιεροσόλυμα στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Αθήνα, λίγες ώρες πριν από την Ανάσταση.(iefimerida.gr)
μα ήταν μούρλια στο κρεβάτι
28/04/2016 § Σχολιάστε
e. e. cummings (1894–1962)

![]()
πέθαν’η άννυ τις προάλλες
έτσι να πηδούσαν κι άλλες –
μές στις κούκλες την πρωτάρχισ’
(«άχνα στη μαμά») ο μπαμπάς της·
ο νούς της σάλεψε λικάκι
μα ήταν μούρλια στο κρεβάτι
– άγιοι σάτυροι, χαθείτε
κόρες, νιοι: προσευχηθείτε.
![]()
[Μετάφραση ©Βάιος Λιάπης, Κατάλογος 23 – Φεβρουάριος 2007, εκδόσεις Στιγμή]
Μοιρολόι του γερο-συνταξιούχου
27/04/2016 § Σχολιάστε
William Butler Yeats 1865–1939

![]()
Κι αν φυλάγομαι τώρα απ’ τη βροχή
κάτω από ‘να τσακισμένο δέντρο,
είχα καρέκλα πλάι στη φωτιά
μέσα στην κάθε συντροφιά,
όπου κουβέντιαζαν γι’αγάπες ή πολιτικά,
πριν να μ’αλλάξει ο Χρόνος.
Κι αν φτιάχνουνε κοντάρια οι λεβέντες
πάλι για τίποτα συνωμοσίες,
κι αν θυμώνουν οι θεότρελοι μπαγάσες,
κατάκαρδα, για την ανθρώπινη δουλεία,
εγώ άλλο στοχασμό δεν έχω από τον Χρόνο,
που μ’έχει τόσο αλλάξει.
Μία γυναίκα δε λέει να γυρίσει
να δει ένα τσακισμένο δέντρο,
κι ωστόσο οι όμορφες π’ αγάπησα
στη θύμησή μου κατοικούνε·
φτύνω κατάμουτρα του Χρόνου
που μ’έχει τόσο αλλάξει.
![]()
[μετάφραση ©Βάιος Λιάπης, Κατάλογος 23 – Φεβρουάριος 2007, εκδόσεις Στιγμή]
*
*
τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι
25/04/2016 § Σχολιάστε

Τα ποιήματα στο δρόμο
Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.
*
[Νίκος Χουλιαράς, από το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998]
*
*