Fernando Pessoa, Framing the stone to age where was thy name

03/07/2015 § Σχολιάστε

Sonnet IV

post3.7.15

I could not think of thee as piecèd rot,
Yet such thou wert, for thou hadst been long dead;
Yet thou liv’dst entire in my seeing thought
And what thou wert in me had never fled.
Nay, I had fixed the moments of thy beauty–
Thy ebbing smile, thy kiss’s readiness,
And memory had taught my heart the duty
To know thee ever at that deathlessness.
But when I came where thou wert laid, and saw
The natural flowers ignoring thee sans blame,
And the encroaching grass, with casual flaw,
Framing the stone to age where was thy name,
I knew not how to feel, nor what to be
Towards thy fate’s material secrecy.

*

[Hiroshima Mon Amour ·

02/07/2015 § Σχολιάστε

post2.7.15

«Εκείνο που είναι χαριτωμένο δεν μπορεί να είναι ωραίο»
Ludwig Wittgenstein

«Στέκονται όρθιοι στο δωμάτιο, ο ένας κοιτά τον άλλον, τα χέρια τους πεσμένα στο πλάι, τα σώματά τους δεν αγγίζονται… Ξημέρωσε… Δεν μιλούν. Κοιτούν ο ένας τον άλλον… σε απόσταση, Η Χιροσίμα κοιμάται ακόμη… Ξαφνικά, εκείνη κάθεται. Θάβει το κεφάλι της στα δυο της χέρια, τα σφίγγει σα γροθιές, κλείνει τα μάτια και στενάζει. Ένας στεναγμός ολοσχερούς θλίψης. Το φως της πόλης στα μάτια της…. Εκείνος την κοιτά, εκείνη εκείνον όπως θα κοιτούσε την πόλη, ξαφνικά, πολύ απαλά, τον καλεί. Τον καλεί από μακριά, χαμένη στην απορία. Κατάφερε να τον πνίξει σε παντοτινή λήθη, ένα γεγονός-πηγή κατάπληξης για εκείνη…»

Hiroshima Mon Amour – 1959. Σκηνοθεσία: Alain Resnais / Σενάριο και διάλογοι: Marguerite Duras/Μουσική: Georges Delerue, Giovanni Fusco / Διανομή: Emmanuelle Riva – εκείνη / Eiji Okada – εκείνος

Απόδοση: Στράτος Φουντούλης

.

James Joyce, ‘woman’s breasts full in her blouse of nun’s veiling, fat nipples upright’

01/07/2015 § Σχολιάστε

Ulysses -excerpt

post1.7.15

Glowing wine on his palate lingered swallowed. Crushing in the winepress grapes of Burgundy. Sun’s heat it is. Seems to a secret touch telling me memory. Touched his sense moistened remembered. Hidden under wild ferns on Howth below us bay sleeping: sky. No sound. The sky. The bay purple by the Lion’s head. Green by Drumleck. Yellowgreen towards Sutton. Fields of undersea, the lines faint brown in grass, buried cities. Pillowed on my coat she had her hair, earwigs in the heather scrub my hand under her nape, you’ll toss me all. O wonder! Coolsoft with ointments her hand touched me, caressed: her eyes upon me did not turn away. Ravished over her I lay, full lips full open, kissed her mouth. Yum. Softly she gave me in my mouth the seedcake warm and chewed. Mawkish pulp her mouth had mumbled sweetsour of her spittle. Joy: I ate it: joy. Young life, her lips that gave me pouting. Soft warm sticky gumjelly lips. Flowers her eyes were, take me, willing eyes. Pebbles fell. She lay still. A goat. No-one. High on Ben Howth rhododendrons a nannygoat walking surefooted, dropping currants. Screened under ferns she laughed warmfolded. Wildly I lay on her, kissed her: eyes, her lips, her stretched neck beating, woman’s breasts full in her blouse of nun’s veiling, fat nipples upright. Hot I tongued her. She kissed me. I was kissed. All yielding she tossed my hair. Kissed, she kissed me.

Ο Δαρείος

30/06/2015 § Σχολιάστε

Του Κωνσταντίνου Καβάφη

post30.6.15

Εξαιρετικά αφιερωμένο στη θλίψη μπρος στο θέαμα του φόβου, της αβεβαιότητας και του διχασμού

Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Aπό αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ). Aλλ’ εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως — μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.

Aλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.

Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ,
μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.

Aδημονεί ο Φερνάζης. Aτυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.

Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Aλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Aμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Pωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ’ αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Aσίας προστάται, βοηθήστε μας.—

Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται —
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος.

*

.

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.