«Α!.. τι θίασος λίγον τι από αλήτες…»

02/06/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «Α!.. τι θίασος λίγον τι από αλήτες…»

Εαυτούληδες

Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν’ να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!.. τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ’ αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!

Α… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου ‘γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια…

***

Στάδιον δόξης

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι’ αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα…

Κι ως αρπώντας με μ’ έβγαλαν σηκωτόν απ’ την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

… Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν’ άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!…

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό ‘να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι…

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ’ αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!…

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ’ ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι…

***

Του μέγα Γιάννη Σκαρίμπα, από τη συλλογή Εαυτούληδες, 1950

«Να λυπάσαι το έθνος…»

01/06/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «Να λυπάσαι το έθνος…»

Να λυπάσαι το έθνος με το πλήθος τα δόγματα και την κούφια θρησκεία.
Να λυπάσαι το έθνος οπού ρούχα φορεί που δεν ύφανε το ίδιο
ψωμοτρώει από στάρι που εκείνο δε θέρισε
το κρασί του δεν γίνηκε απ’ τις δικές του πατούσες.

Να λυπάσαι το έθνος που δοξάζει μ’ εγκώμια
τον τραμπούκο σαν ήρωα
και τον κατακτητή του με την κίβδηλη λάμψη
θεωρεί ευεργέτη.

Να λυπάσαι το έθνος που αψηφά τους κινδύνους
μοναχά στα ονείρατα
μα και πάλι κιοτεύει το πρωί σαν ξυπνήσει.

Να λυπάσαι το έθνος που υψώνει φωνή
σε κηδείες μονάχα
και φουσκώνει σα διάνος σε ερείπια αρχαία.
Και που δεν ξεσηκώνεται παρά μόνο ανίσως
ο λαιμός του βρεθεί ανάμεσα σε σπαθί και κουτσούρι.

Να λυπάσαι το έθνος που έχει πολιτικό την αλεπού
τον σαλτιμπάγκο για φιλόσοφό του
και που η τέχνη του είναι τέχνη
πιθηκισμού και μπαλωμάτων.

Να λυπάσαι το έθνος που δέχεται
κάθε νέο αφέντη με σάλπιγγες
και τον διώχνει πνιγμένο στα «γιούχα»
για να φέρει μετά τον επόμενο με σαλπίσματα πάλι.

Να λυπάσαι το έθνος που οι σοφοί του από χρόνια βουβάθηκαν
κι οι σπουδαίοι του άντρες είν’ ακόμα στην κούνια.

Να λυπάσαι το έθνος που έχει γίνει κομμάτια
και που κάθε κομμάτι του παριστάνει το έθνος.

***

(Χαλίλ Γκιμπράν, από τον Κήπο του Προφήτη, 1933, μετάφραση για την ARB: Χ.Ε. Μαραβέλιας)

Ο Χαλίλ Γκιμπράν γεννήθηκε στο Λίβανο το 1883 και πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1931. Αρχικά ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και κατόπιν με τη συγγραφή. Τα έργα του, γραμμένα στην αραβική και την αγγλική γλώσσα, είναι επηρεασμένα από τη Βίβλο,τον Νίτσε και τον Γουίλιαμ Μπλέικ. Τα θέματα του αφορούν την αγάπη, το θάνατο, τον κόσμο και εκφράζουν τις μεταφυσικές αναζητήσεις του συγγραφέα. Τα έργα του μεταφράστηκαν σ’ όλο σχεδόν τον κόσμο και άσκησαν μεγάλη επιρροή. Ο Χαλίλ Γκιμπράν, ανάμεσα στ’ άλλα, έχει γράψει τα εξής: Νύμφες της Κοιλάδας, Θύελλες, Λιτανείες, Ο Προφήτης, ‘Αμμος και Αφρός, Ιησούς, ο Υιός του Ανθρώπου, Οι Ερωτικές Επιστολές του Προφήτη, Ο Προφήτης & ο Κήπος του Προφήτη.

Η Φαουστίνα των κυμάτων

28/05/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Φαουστίνα των κυμάτων

Του Γιάννη Τριάντη

[Αρχές του 2001: Δεκαεπτά άνθρωποι πάλευαν δώδεκα μερόνυχτα με τα κύματα, για να φτάσουν με μια παλιόβαρκα από τον Άγιο Δομήνικο στο Πουέρτο Ρίκο. Στην αρχή χάλασε η πυξίδα, μετά άρχισαν να τελειώνουν οι προμήθειες σε βενζίνη, τρόφιμα και νερό. Η Φαουστίνα Μερσέντες, ετών 31, έσωσε τους συνεπιβάτες της με το μητρικό της γάλα: Έπειτα από 288 μαρτυρικές ώρες στη θάλασσα, οι επίδοξοι μετανάστες είδαν επιτέλους στεριά. μόνο που δεν ήταν το Πουέρτο Ρίκο. «τα ρεύματα τους είχαν παρασύρει πίσω στον Άγιο Δομήνικο…»]

Τέτοια διαβάζεις και τυλίγεσαι στην «εύφορη σιγή» της συγκινήσεως… Κρυφά σκουπίζεις τα μάτια και βγαίνεις στο δρόμο για να πεις την ιστορία της Φαουστίνας στους περαστικούς. Της Δομινικανής που έδινε μεσοπέλαγα το γάλα της στους δεκάξι ντεσπεράντος, οι οποίοι πάσχιζαν να ζήσουν ανάμεσα στα κύματα της Καραϊβικής, φρυγμένοι, βουλιαγμένοι στη μοίρα τους, απελπισμένοι…
Σταγόνα σταγόνα το γάλα της, λεχώνα-τροφός, άγγελος, γεννήτωρ για δεύτερη φορά, ρότα ζωής στο πουθενά, η Φαουστίνα των κυμάτων. Η αδερφή της, συνεπιβάτης στη σκουριασμένη βάρκα της ελπίδας, μεταλάβαινε τελευταία τις σταλιές της ζωής, το γάλα της αδερφής της. Και κρατούσε μια σταγόνα στο στόμα της για να την επιστρέψει στο στόμα της Φαουστίνας. Ένα φιλί ζωής, αντίδωρο, μια σταλίτσα γάλα, μαργαριτάρι που επέστρεφε στο κέλυφός του…
Άργότερα, στο μπαλκόνι της Καραϊβικής, η Φαουστίνα κρατούσε σφιχτά την κόρη της στην αγκαλιά της, κοίταζε αμίλητη τη θάλασσα κι έλεγε στο παιδί της παραμύθια και τραγούδια της στιγμής, πότε δακρύζοντας, πότε χαμογελώντας. Η Φαουστίνα των κυμάτων…

***

[από το βιβλίο του Γιάννη Τριάντη «Ούτε Τύμπανα, Ούτε Τρομπέτες», εκδόσεις Ίκαρος, 2005]

Photo©Rick Loomis / Los Angeles Times

Γιώργος Μίχος, Σε Απόσταση Αγράφου Ποιήματος

22/05/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γιώργος Μίχος, Σε Απόσταση Αγράφου Ποιήματος

Δεν είστε η Μνηστή της Κορίνθου και η Μάνσεκα, γιατί η Μνηστή της Κορίνθου και η Μάνσεκα, πρόσωπο υπαρκτό ή όχι, είναι άλλη. Γιατί δεν ανήκει στον κόσμο σας τον σαπισμένο από τη ματαιοδοξία, αλλά στην ιστορία εκείνη τη μετά θάνατον, που χωρίς να πληγώνει καταγράφει τους μεγάλους έρωτες. Γιατί αυτή η άλλη δεν συχνάζει στα λουπανάρια της φήμης, γιατί τον ξέρει ως όνομα και όχι ως επώνυμο και δε δίνει δεκάρα για την ύπαρξή της στο ποίημα, αλλά μετράει τις ανάσες του. Και το σπουδαιότερο, γιατί τα πήρε όλα επειδή ακριβώς δεν καταδέχτηκε να ζητήσει τίποτα. Και σ’αυτόν που δεν καταδέχεται να ζητήσει τίποτα μπορείς να χαρίσεις έναν κόσμο, ας είναι και με ποιήματα. Ενώ σ’ εκείνον που ζητάει μπορείς να δώσεις μόνο την τιμή του πληρωμένου έρωτα της αγοράς. Η χυδαιότητα της ψυχής δεν έχει μνήμη και θέλει διαρκή ερεθισμό από τη δημοσιότητα. Ανοίγει τα πόδια ή εκβιάζει ανάλογα το στιχοπλόκο για μια παρουσία. Και τρέχει να πει ευχαριστώ ως τη λήξη του ερεθισμού. Ζωή γραφιάδων δεύτερης κατηγορίας. Οι συνοδοί των επωνύμων μπορούνε να κολυμπάνε ελεύθερα στη λάσπη των βρώμικων βλεμμάτων του κοινού, αλλά δεν θα ήθελε σαν ποιητής αυτό που δεν μπορεί να έχει σαν άντρας. Συγχωρήστε τον γι αυτή του την αδυναμία. Μπορείτε να ζείτε σαν παράσιτο στις λέξεις των ποιημάτων στο βαθμό που αποβλέπετε κατά το μέτρο της βαραβαρότητάς σας να νομίζετε ότι το κρεβάτι του ποιητή είναι η τελική αλήθεια του ποιήματος, αλλά δεν θα συγκατανεύσει στα άρθρα του συντάγματος του όχλου. Γιατί το ποίημα πριν απόλα είναι σεβασμός αποστάσεων και ο καθένας γίνεται μέτοχός του όταν βρίσκει μέσα του το υλικό που το στηρίζει κι όχι στην προσωπική ζωή του ποιητή. Πάρτε τη χυδαιότητά σας από μπρος του. Η Μνηστή της Κορίνθου και η Μάσενκα θα είναι πάντα άλλη και δεν θα γίνει ποτέ μέρος της χαμηλής σας ύπαρξης όσο δεν γίνεστε η άλλη του σεβασμού των αποστάσεων. Γιατί τότε θα θέλετε να είστε μόνο ο εαυτός σας. Δεν φτάνει η ψυχή σας στο οξυγόνο που αναπνέει. Δεν θα έχετε τη χαρά ούτε να δείτε καν τον ίσκιο αυτής που είναι η ήττα σας ή ότι άλλο ξερνάει η αφρώδης φαντασία σας. Γιατί είναι γι αυτόν σαν όνομα, κι ακόμα και για αυτόν είναι άλλη. Και πάντα σε απόσταση αγράφου ποιήματος.

***

Υγ: Γιώργο, γι’ αυτό βρε σ’ αγαπάω !

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.