Λαμπρινή Αιωροκλέους, Ανοιχτή Επιστολή
12/12/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Λαμπρινή Αιωροκλέους, Ανοιχτή Επιστολή
Μέσα στο περιρρέον κλίμα της τρομοκρατίας και του εκφοβισμού ορισμένοι βρήκαν την ευκαιρία να ενοχοποιήσουν τη φωνή μας. Στην Ελλάδα της υψηλής τέχνης, της ελευθεριακής τέχνης, της avant – garde μα πάνω απ’ όλα της γραφικής μικρότητας ο συγγραφέας βρίσκεται και πάλι στο μάτι του κυκλώνα. Χωρίς να κερδίζουμε τίποτα απ’ αυτό που κάνουμε, χωρίς καμιά ελπίδα για το μέλλον της ανεργίας και της πνευματικής εκπόρνευσης που μας κοιτάζει απ’ το τζάμι, προσπαθούμε να μιλήσουμε. Με ανταμοιβή αδρές αμοιβές για να την έκδοση των βιβλίων μας καθώς και λυσσαλέες πολεμικές που εκπορεύονται από όλες ανεξαιρέτως τις κατευθύνσεις. Αλλά για να γίνουν πλήρως κατανοητές οι διαστάσεις αυτού του ανεξήγητου φαινομένου, όταν δεν μιλάμε ή όταν μιλάμε σε ανθρώπους με τις ίδιες ιδέες και οράματα είμαστε φοβισμένοι, ματαιόδοξοι, κοιτάμε τον κόσμο απ’ το φεγγίτη ή είμαστε εκτός πραγματικότητας. Όταν πάλι αποφασίζουμε να μιλήσουμε για το σύστημα στο ίδιο το σύστημα, αψηφώντας τους φανερούς κινδύνους, γινόμαστε τα όργανα του κράτους, οι μισθοφόροι του και τελευταία οι συνεργοί του. Τελικά, ακούγονται όλοι, όσοι τελούν υπό σύγχυση και υποπίπτουν σε συνεχείς αντιφάσεις, εκτός από εμάς. Διαβλέποντας την τραγωδία της λογοτεχνίας μας που για πολλά ακόμη χρόνια θα στηρίζεται στους διαμεσολαβητές της, στις φαντασιοπληξίες και στη μικροκομματική της πεπατημένης θέτω εαυτόν εκτός φεστιβάλ και εκτός όλων εκείνων των αντιγνωμιών που το συνόδεψαν εκφράζοντας τον τρόμο μου για ό, τι μας περιμένει στο σύντομο μέλλον και στηρίζοντας τους μάχιμους νέους που θα βρίσκονται εκεί.
Λαμπρινή Αιωροκλέους
.
[από τον ιστότοπο του Γιώργου Μίχου]
.
.
ώσπου να εκλείψουν σαν τους δεινόσαυρους
08/12/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ώσπου να εκλείψουν σαν τους δεινόσαυρους
Αλκμήνη ή, η αυτόχειρος επιστολή

Κύριε,
Δεν κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω, παραθέτοντάς σας την πλειάδα των περιστάσεων που με ανάγκασε να σας απευθύνω αυτή την επιστολή. Ούτε και μ’ απασχολεί πολύ αν με θυμάστε ή όχι. Αυτά, τα ‘χω ξεπεράσει. Άλλωστε, η λήθη είναι ένα από τα δυο-τρία πραγματικά αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ανθρώπου. Παρά τις τόσες γενεές ανακριτών, η ανθρωπότητα επιμένει να λησμονεί με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Παραμένει ή άφθαρτη βεβαιότητα: οι συγγραφείς πεθαίνουν καθιστοί, σφίγγοντας με κάτι δάχτυλα, οριστικά πλέον άχρηστα, τις τελευταίες λέξεις που δεν διέφυγαν. Και τα ίχνη του θανάτου παντού – μια αναποδογυρισμένη φράση στο στυπόχαρτο, στον κύλινδρο της γραφομηχανής κάποιο λάμδα πατημένο με δύναμη από μια θεϊκή έξαρση.
Μα τι σας τα λέω τώρα αυτά, Κύριε, παρεμβαίνοντας αυθαίρετα στο άγιο χρόνο σας, εδώ επικρατεί ένα κλίμα χρέους – πρέπει να μιλάμε συνεχώς για πράγματα σημαντικά, ωσότου τίποτα στον κόσμο δε θα μείνει ανεξερεύνητο. Η παραμικρή σπιθαμή ερήμου θα περάσει απ’ τη δοκιμασία των μικροσκοπίων, για το βασανιστικό έλεγχο καταγωγής. Κι οι συγγραφείς θα νέμονται αυτή τη στείρα γαλαξιακή νηνεμία, ώσπου να εκλείψουν σαν τους δεινόσαυρους. Ή να καταλήξουν σχηματικά σπηλαίων, τροφή των γενεών που θα επέλθουν.
.
.
[Αχιλλέας Κυριακίδης, «Ο πληθυντικός μονόλογος». Εκδόσεις Ύψιλον, 1984]
Μίλτος Σαχτούρης. Δύο…
30/11/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μίλτος Σαχτούρης. Δύο…

Ὁ σωτήρας
Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι
Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη
Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου
Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία
Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ
Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους
***
Ὁ οὐρανός
Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;
ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του
κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του
Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα
κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του
τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του
τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του
τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους
τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του
τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του
…
photo©John Coplans, 1985
Άρης Αλεξάνδρου, Επιστροφή
26/11/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Άρης Αλεξάνδρου, Επιστροφή

Pablo Picasso - bordelo
Έτσι που γυρίσαμε
γυαλίζουνε οι ράγιες στο σκοτάδι
απ’ την πολλή σιωπή
έτσι που γυρίσαμε
βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
θα μας περισσεύει
και τα τέσσερα χρόνια
γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
θα μας λείπουν
έτσι που γυρίσαμε κ’ οι δρόμοι προχωράνε
τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
σε πένθιμους φακέλους
κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
——————————την ταυτότητά μου
[1952]
