«ωστόσο, τους γέμιζαν θλίψη τα μεγαλεία…»

13/04/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «ωστόσο, τους γέμιζαν θλίψη τα μεγαλεία…»

Μικρό, ενδεικτικό απόσπασμα από την αρχή του κεφαλαίου VIII του «Μπουβάρ και Πεκυσέ», του Φλωμπερ.

Ικανοποιημένοι απ’ τον τρόπο ζωής τους, θέλησαν να βελτιώσουν την κράση τους με τη γυμναστική.

Κι αφού πήραν το εγχειρίδιο του Αμορές, κοίταξαν μία μία τις εικόνες του.

Όλοι αυτοί οι νεαροί, μπρούμυτα, ανάσκελα, όρθιοι, με λυγισμένα τα πόδια, με τεντωμένα τα χέρια, που δείχνουν τη γροθιά, ανασηκώνουν βάρη, καβαλλάνε δοκάρια, σκαρφαλώνουν σ’ ανεμόσκαλες, κάνουν τούμπες σε μονόζυγα, ένα τέτοιο ξεδίπλωμα δύναμης κι ευλυγισίας ερέθισε τον πόθο τους.

Ωστόσο, τους γέμιζαν θλίψη τα μεγαλεία του γυμναστηρίου, που περιγράφονται στον πρόλογο. Γιατί ποτέ δεν θα μπορούσαν ν’ αποκτήσουν ένα στάβλο για τ’ άλογα, ένα γήπεδο για τις ιπποδρομίες, μια στέρνα για το κολύμπι, ούτε ένα «όρος δόξας», τεχνητό λόφο με τριάντα δύο μέτρα ύψος.

Ένα ξύλινο άλογο, με το παραγέμισμα, θα ήταν δαπανηρό, δεν τ’ αποφάσισαν· η φλαμουριά που ήταν ριγμένη στον κήπο, τους χρησίμεψε για οριζόντιο δοκάρι· κι όταν έγιναν ικανοί να περπατούν πάνω, απ’ τη μια ως την άλλη άκρη, για να ‘χουν ένα κατακόρυφο. Ο Πεκυσέ σκαρφάλωσε ως απάνω. Ο Μπουβάρ γλιστρούσε, όλο ξανάπεφτε, τελικά τα παράτησε.

.

[εκδόσεις Ηριδανός 1982, μετάφραση Αντ. Μοσχοβάκης]

.

.

ένα νυχτοπούλι πετάει στα βουβά πάνω από τη γη

11/04/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ένα νυχτοπούλι πετάει στα βουβά πάνω από τη γη

μια παράφορη δίψα για τη ζωή

Άντον Τσέχοφ, 1860-1904

Όταν ψηλώνει το φεγγάρι, η νύχτα χλωμαίνει κι οι σκιές γίνουνται πιο έντονες. Ούτε ίχνος ομίχλης, Ο αέρας είναι διάφανος, δροσερός και χλιαρός. Ο δρόμος φαίνεται καθαρά, και μπορούμε να διακρίνουμε κοντά στο δρόμο τους μίσχους των ψηλών χορταριών. Βλέπουμε, όσο κόβει το μάτι, κρανία και πέτρες. Ύποπτες μορφές, που μοιάζουν με καλόγερους, φανερώνουνται στο σκοτεινό στο σκοτεινό βάθος της νύχτας, πιο μαύρες και πιο σκοτεινές. Μέσα στο μονότονο κρι-κρι των εντόμων που ταράζει την ακίνητη ατμόσφαιρα, ακούεται όλο και πιο συχνά το ξαφνιασμένο α-α!, κι αντηχεί η φωνή κάποιου πουλιού που ξύπνησε ή ονειρεύεται. Πλατιές σκιές γλιστρούν πάνω στην πεδιάδα, σα σύννεφα στον ουρανό, και, στο απίθανο κεμάκρυσμά τους, αν τις κοιτάξουμε πολλή ώρα, εικόνες ομιχλώδεις και φανταστικές υψώνουνται και στοιβάζουνται η μια πάνω στην άλλη… Νιωθουμε φόβο.

Κοιτάζοντας τον ωχροπράσινο ουρανό, σπαρμένο από αστέρια, όπου δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο, ούτε μια κηλίδα, νιώθουμε γιατί ο χλιαρός αέρας είναι ακίνητος, γιατί η φύση αγρυπνάει προσεχτική και δεν τολμάει να κινηθεί: φοβάται και δεν θέλει να χάσει ούτε στιγμή ζωής. Δε μπορεί κανείς να κρίνει το ατέλειωτο βάθος και την απεραντοσύνη του ουρανού παρά μόνο σα βρίσκεται στη θάλασσα ή στη στέπα, τη νύχτα, όταν λάμπει το φεγγάρι· είναι ωραίος τότε, τρομάζει και χαϊδεύει· κοιτάζει και σε τραβάει, και το χάδι του ξελογιάζει.

Περπατάμε μια ώρα, δυο ώρες… Συνταντούμε ένα μυστηριώδη πετροσωρό, ή μια πέτρινη γυναίκα που βρίσκεται στημένη εκεί, άγνωστο υπό ποιον κι από πότε. Ένα νυχτοπούλι πετάει στα βουβά πάνω από τη γη, και σιγά σιγά οι θρύλοι των στεπών, οι αφηγήσεις αυτών που συναντούμε, τα παραμύθια που ακούμε από τις γριές υπηρέτριες που κατάγουνται από τις στέπες, κι όσα αντιληφθήκαμε εμείς οι ίδιοι ή νιώσαμε με την καρδιά, μας ξανάρχονται στο νου. και τότε το κρι-κρι- των εντόμων, οι ύποπτες μορφές κι οι πετροσωροί, το γαλάζιο του ουρανού, το φως του φεγγαριού, το πέταγμα ενός νυχτοπουλιού, όλα όσα βλέπουμε κι όλα όσα ακούμε, αρχίζουν να μας φαίνουνται πως είναι ο θρίαμβος της ομορφιάς και της νιότης, ή άνθηση των δυνάμεων· και νιώθουμε μια παράφορη δίψα για τη ζωή. Η ψυχή υψώνεται σε ταυτοφωνία μ΄ αυτόν τον άγριο κι όμορφο τόπο, και θα θέλαμε να πετούσαμε μαζί με το νυχτοπούλι, πάνω από τη στέπα. Μέσα σ’ αυτό το θρίαμβο της ομορφιάς, μέσα; στο ξεχείλισμα της ευτυχίας, νιώθει κανείς την προσπάθεια και την αγωνία, λες και η στέπα καταλαβαίνει πως είναι μόνη, πως τα πλούτη της, κι ό,τι εμπνέει, χάνουνται στον κόσμο, ανώφελα για όλους, και δίχως να τραγουδιούνται από κανέναν!

.

[Άντον Τσέχοφ, (απόσπασμα) «Η Στέπα», εκδόσεις Γράμματα. Μετάφραση Σπύρος Σκιαδαρέσης]

.

.

Τ.Σ. Έλιοτ, δύο πρελούδια

07/04/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τ.Σ. Έλιοτ, δύο πρελούδια

ΙΙΙ

Τίναξες την κουβέρτα απ’ το κρεβάτι,
Κείτεσαι ανάσκελα, περίμενες·
Γλάρωνες και κοίταζες την νύχτα ν’ αναδύει
Τις χίλιες ελεεινές εικόνες
Που την ψυχή σου συνιστούν·
Τρεμόσβηναν προς το ταβάνι.
Κι όταν ο κόσμος όλος γύρισε
Και γλίστρησε το φως απ’ τις κουρτίνες,
Κι ακούσθηκαν στην υδρορροή σπουργίτια,
Είχες μια τέτοια θέα του δρόμου
Πού ο δρόμος μόλις καταλάβαινε·
Στου κρεβατιού την άκρη ξαπλωμένη, όπου
Τυλίγεις των μαλλιών σου πέλματα
Σε πόρπη με παλάμες βρώμικων χεριών.

IV

Η ψυχή του απλώθηκε σφιχτή στους ουρανούς
Που έσβηναν πίσω από ένα κομμάτι πόλης,
Ή ποδοπατούνταν από πόδια επίμονα
Στις τέσσερις και πεντε κι έξ η ώρα·
Και δάκτυλα κοντά τετράγωνα γέμιζαν πίπες,
Και βραδυνές εφημερίδες, βλέμματα
Βεβαιωμένα με κάποιες βεβαιότητες,
Την συνείδηση ενός θολωμένου δρόμου
Ανυπόμονη ν’ αναλάβει τον κόσμο.

Κινούμαι από φαντασιώσεις τυλιγμένες
Με τις εικόνες τούτες, και συνάπτω
Την έννοια ενός απείρως ευγενούς
Απείρως υποφέροντος πράγματος.
Σφούγγισε το χέρι σου στο στόμα και γέλα·
Οι κόσμοι γυρίζουν σαν αρχαίες γυναίκες
Μαζεύοντας τα καύσιμα σε άδειους χώρους.

***

[μτφρ: Αριστοτέλης Νικολαΐδης]

Ο Κανάρης του Φλωμπέρ

17/03/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο Κανάρης του Φλωμπέρ

Είδα χτες τον Κανάρη. Είχε ένα μεταξωτό καπέλο σαν κοινός θνητός, ήταν ντυμένος ευρωπαϊκά και φορούσε μεταξωτό πανωφόρι. Άνθρωπος μικρόσωμος, κοντόχοντρος, ψαρομάλλης, λίγο πλακουτσομύτης. Δεν ξέρει ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει. Όταν ήταν υπουργός Ναυτικών δεν μπορούσε να βάλει ούτε την υπογραφή του. Δεν γνωρίζει τίποτα απ’ όσα έχουν γραφτεί γι’ αυτόν στην Ευρώπη. Τι κατραπακιά για τον Ουγκώ, αν το ήξερε, που τόσο πολύ τον τραγούδησε και τόσο καλά (*). Ο Κανάρης ξέρει τούτο μονάχα: «Υπάρχουν βιβλία που μιλούν για μένα στη Γαλλία». Μία απ’ αυτές τις μέρες πρόκειται να τον επισκεφτούμε.

.

(*) Στη συλλογή Orientales του Βίκτωρα Ουγκώ τα ποιήματα «Canaris», «Les Têtes du Serail», «Navarin».

[«Γράμματα του Φλωμπέρ απ’ την Ελλάδα» μεταφραση Νίκος Αλιφέρης, εκδόσεις Άγρα, 1984]

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.