Γιώργος Μίχος, Λεγεών

14/03/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γιώργος Μίχος, Λεγεών

Η επιθυμία είναι πάντα τριγωνική. Δεν επιθυμούμε αυτό που επιθυμούμε, αλλά αυτό που επιθυμεί ο άλλος και μας γίνεται πρότυπο εμπόδιο. Έτσι η επιθυμία είναι πάντα διαμεσολαβημένη. Όταν ο διαμεσολαβητής είναι μακρινός και απροσπέλαστος έχουμε εξωτερική διαμεσολάβηση, γεγονός που κάνει τον μιμητικά επιθυμούντα άρρωστο σε έναν κόσμο λογικό, κόσμο μη διαβρωμένο από τη μιμητική επιθυμία. Στο βαθμό που ο διαμεσολαβητής γίνεται κοντινός έχουμε εσωτερική διαμεσολάβηση. Ο καθένας επιλέγει ως θεό το διπλανό του και ο διπλανός αυτόν και αρχίζει το παιχνίδι των συμμετρικών μιμήσεων που εξαπλώνεται στην κοινωνία σαν πανούκλα. Το μυθιστόρημα αρχίζει στον κόσμο τη στιγμή που η εσωτερική διαμεσολάβηση προσβάλλει τις κοινωνίες. Το μυθιστόρημα δεν είναι άλλο από την καταγραφή των περιπετειών ανθρώπων που επιθυμούν ότι και ο διπλανός τους. Η προϋπόθεση για να πυροδοτηθεί η μιμητική επιθυμία είναι η ματαιοδοξία. Αρρώστια που συνέχει όλο το μοντέρνο κόσμο και του δημιουργεί τη δυστυχή του συνείδηση. Συμβαίνει μάλιστα πως όσο κάποιος αρνείται ότι τον διαπερνά η μιμητική επιθυμία τόσο να βρίσκεται στο κέντρο της. Έτσι η μιμητική επιθυμία διαμορφώνει κλίμακες, οι οποίες σιγά σιγά καταρρέουν από τη διαρκή της κυκλοφορία μέσα στην κοινωνία. Στο τέλος χάνεται το αντικείμενο της επιθυμίας και μένει ο καθαρός ανταγωνισμός για το διαμεσολαβητή αυτής της επιθυμίας. Εκείνος που επιλέγει υψηλά πρότυπα δεν διαφέρει σε αθλιότητα από εκείνον που επιλέγει χαμηλά. Η επιλογή υψηλών προτύπων είναι απλώς ένα στάδιο όπου η πανούκλα της μιμητικής επιθυμίας δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Η ίδια αθλιότητα κατέχει εκείνους που χειρίζονται την υψηλή λογοτεχνία ως πρότυπο με εκείνους που χειρίζονται τη χαμηλή γιατί κινούνται από την ίδια ακριβώς δύναμη. Δεν υπάρχει καταφύγιο σε αντικείμενο ιερό στο βαθμό που η μιμητική επιθυμία διαποτίζει όλες τις σφαίρες της κοινωνίας. Κάποτε μένουν κάποια στοιχεία της κοινωνίας χαμηλά που δεν προσβλήθηκαν ακόμη από τη ματαιοδοξία και βρίσκουμε κάποιες νησίδες όπου ο κανόνας έχει την εξαίρεσή του. Αλλά κι αυτές εξαφανίζονται καθώς το πανδαιμόνιο της μιμητικής επιθυμίας προσβάλει όλο και περισσότερο της κοινωνία. Όσο η μοντέρνα συνείδηση εδραιώνεται στον κόσμο, δεν υπάρχει παιδεία που να βγάζει ανθρώπους σθεναρούς στη ματαιοδοξία. Αυτό το αναλαμβάνει το Μυθιστόρημα.

» Να ανακτήσεις το χρόνο σημαίνει να παραδεχτείς μιαν αλήθεια που οι περισσότεροι άνθρωποι αποφεύγουν σε όλη τη ζωή τους, να αναγνωρίσεις ότι πάντα αντέγραφες τους Άλλους για να δείχνεις πρωτότυπος στα μάτια τους καθώς και στα δικά σου μάτια. Να ανακτήσεις το χρόνο σημαίνει να παραμερίσεις λίγο τον εγωισμό σου…»

***

Υ.Γ. Αυτά βέβαια αφορούν το αληθινό μυθιστόρημα, όχι την ελληνική συνθωματική γραφομανία, όπου τυχάρπαστοι ματαιόδοξοι προωθούν το όνομα που δεν τους έδωσε ο πατέρας τους, σε μια μετωπική προβολή της ίδιας της γραφής τους ως μιμητικής επιθυμίας…

Υ.Γ.2 Το ίδιο ισχύει για τους ατελείς σνομπ και ψαγμένους που παράγει ο ελληνικός κοινωνικός χυλός. Κατεβάζουν μόνιμα τον Τζόυς ή τον Προυστ στο επίπεδο του ψυχαναγκασμού τους, αλλά δεν τον διαβάζουν σαν αποκαλυπτικό στοιχείο της μιμητικής επιθυμίας που δρα μέσα τους. Ο Προυστ είναι η φτώχια κάποιων να συλλέγουν Σβαρόφσκι. Το ήθος είναι το ίδιο με εκείνων που δήθεν διαφέρουν.

Υ.Γ.3 Επιδίωξη πολιτισμού στην Ελλάδα θα ήταν να ερευνήσουμε και να παραμερίσουμε λίγο τον εγωϊσμό μας. Να βγούμε από το Υπόγειο του Ντοστογιέβσκι και να φιλήσουμε ξανά τη γη. Γιατί με την κρίση έχουμε καταλάβει τι υπερτροφικά εγώ έθρεψαν όλοι αυτοί οι αγγελοπουλονταλαροσαβουλοθεοδωράκηδες. Αλαζόνες και ματαιόδοξοι με ροπή ανεξέλεγκτη στη μιμητική επιθυμία.

Υ.Γ. 4 Δεν χρειάζεται να πω ότι άρρωστοι είναι όλοι οι αριστεράκηδες. Μόλις καταφέρνουν να κρύψουν την αλαζονεία τους στα ραδιόφωνά τους και στις δημόσιες εκφράσεις τους. Ξέρεις ποιοι είναι αυτοί ρε; Το εγγράμματο τμήμα του πασόκ, εγγόνια μαυραγοριτών και παιδιά εργολάβων, κλέφτες δεύτερης γραμμής με απορρυπαντικά συνείδησης, η σπονδυλική στήλη της κλεπτοκρατίας που ανάνηψε, οι γονιμοποιοί του χωριάτη πασόκου με αστικά κατάλοιπα… 🙂

***

[Γιώργος Μίχος]

κι από το Μάρτη μήνα…

01/03/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο κι από το Μάρτη μήνα…

ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Ερχόταν ένα φως.
Κι από το Μάρτη μήνα ερχόταν η άνοιξη
στην κάμαρα που μίλαγε με πείσμα ο Φίλιππος.
Το πάτωμα παλιό σανίδι σε παλιό σανίδι. Απάνου στο
τραπέζι ένα κερί. Και τα χαρτιά του σα φτερά πουλιών.
Κοίτα να καταλάβεις φώναξε. Τίποτα δεν είχαμε.
Μήτε κρεβάτι μήτε κάθισμα. Το σπίτι ένα παλιό
σαράβαλο. Παντού ο αέρας φύσαγε σε θέριζε.
Η μάνα μου σκυφτή στα κάρβουνα. Κακό χειμώνα θάχουμε
είπε ο πατέρας μια μαύρη συλλογή το μούτρο του.
Από την τρύπα αυτή κοιτάζαμε τον ουρανό. Και το πρωί
πηγαίναμε στα δέντρα. Εδώ γεννήθηκα.
Εδώ μεγάλωσα. Λοιπόν αυτά μου χρειάζονται
για την οργή μου και την περηφάνεια μου.
Για να κρατήσω και να κρατηθώ.
Δεν έχω θεούς. Και δεν φοβάμαι

***
Τάκης Σινόπουλος, από το «Χρονικό», εκδόσεις Κέδρος.

.

.

«οι ιδέες γεννιούνται αβρές και γερνούν άγριες»

10/02/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «οι ιδέες γεννιούνται αβρές και γερνούν άγριες»

Στη γλώσσα μας υπάρχει ενσωματωμένη μια ολόκληρη μυθολογία
Ludwig Wittgenstein

Μπόρχες: Δεν ξέρω ποιος συγγραφέας είπε: Les idées naissent douces et vieillissent féroces, δηλαδή «οι ιδέες γεννιούνται αβρές και γερνούν άγριες».

Σάμπατο: Όμορφη φράση! Εγώ θα συμπλήρωνα πως οι στοχαστές είναι εκείνοι που κατά κανόνα κινούν την ιστορία.

Μπόρχες: Σκέφτομαι πως ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας μπορεί να ξεκίνησε με τρόπο τετριμμένο, από την ψιλοκουβέντα των καφενείων, από τέτοια πράγματα. Τι λέτε κι εσείς;

Σάμπατο: Με συγχωρείτε, αλλά έχω μείνει στο απόφθεγμα που αναφέρατε προηγουμένως. Ας μην ξεχνάμε τις φρικαλεότητες που έλαβαν χώρα εν ονόματι του Ευαγγελίου. Και τις βαναυσότητες που διέπραξε ο Στάλιν στο όνομα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

Μπόρχες: Τι παράξενο! Τίποτε απ’ αυτά δε συνέβη, λόγου χάρη, με το βουδισμό.

Σάμπατο: (Σκεφτικός) Πείτε μου, Μπόρχες, στ’ αλήθεια σας ενδιαφέρει ο βουδισμός; Ως θρησκεία,θέλω να πω. Ή μήπως σας απασχολεί μόνο ως λογοτεχνικό φαινόμενο.

Μπόρχες: Μου φαίνεται κάπως λιγότερο απίθανος από το χριστιανισμό. (Γελάνε) Ίσως και να πιστεύω στο κάρμα. Αλλά ότι υπάρχει παράδεισος ή κόλαση δεν το πιστεύω.

Σάμπατο: Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχουν, θα πρέπει να ‘ναι δύο οικήματα με εντελώς απροσδόκητους ενοίκους.

Για μια στιγμή, τα γέλια μπερδεύονται με τα λόγια. Οι δυο τους το διασκεδάζουν.

Μπαρόνε: Και ποια είναι η γνώμη σας για το Θεό, Μπόρχες;

Μπόρχες: (Σε εμφανώς ειρωνικό τόνο) Πρόκειται για την κορυφαία επινόηση της φανταστικής λογοτεχνίας. Τα γεννήματα της φαντασίας του Γουέλς, του Κάφκα ή του Πόε ωχριούν μπροστά στο επινόημα της θεολογίας. Η ιδέα ενός τέλειου, παντοδύναμου όντος είναι κατεξοχήν φανταστική.

Σάμπατο: Ναι, αλλά θα μπορούσαμε να έχουμε έναν ατελή Θεό. Ένα Θεό που να μην μπορεί να χειριστεί ικανοποιητικά τα διάφορα ζητήματα, που να μην καταφέρνει να αποτρλεψει τις θεομηνίες. Ή ένα Θεό που να κοιμάται και να βλέπει εφιάλτες, ή να έχει κρίσεις παραφροσύνης: Έτσι θα γεννιούνταν οι επιδημίες, οι καταστροφές…

Μπόρχες: ‘Η εμείς. (Γελάνε) Δεν είμαι σίγουρος αν ήταν ο Μπέρναρντ Σω εκείνος που είπε:  God is in the making, δηλαδή «ο Θεός βρίσκεται εν τω γίγνεσθαι».

***

[Απόσπασμα από Μπόρχες – Σάμπατο «Διάλογοι» -εκδ. Printa]

Η Ελλάδα του Καντιώτη, και η άλλη, αυτή του Αγγελόπουλου

25/01/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Ελλάδα του Καντιώτη, και η άλλη, αυτή του Αγγελόπουλου

In Memoriam

Η Ελλάδα του Καντιώτη, 16/12/1990: Εξω από τη Μητρόπολη Φλώρινας οι πιστοί του Καντιώτη καταδικάζουν τον «άθεο»και «ακόλαστο» Θόδωρο Αγγελόπουλο (φωτογρ.: Χ. Μπίλιος)

Ο μητροπολίτης που αφόρισε Αγγελόπουλο – Μαστρογιάνι

 «Τι φοβερή φωνή που έχει. Τι ένταση για γέρο άνθρωπο! Θα μπορούσε να παίξει δραματικούς ρόλους με απαιτήσεις», δήλωνε στην «Ε», στις 17 Δεκεμβρίου του 1990, ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι.

Δεν έκανε κομπλιμέντα σε κάποιο Ελληνα συνάδελφό του ο Ιταλός σταρ, που είχε έρθει στην Ελλάδα για να πρωταγωνιστήσει στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Για τον τότε μητροπολίτη Φλωρίνης Καντιώτη εξέφραζε ευγενικά την άποψή του. Κι ας τον είχε μόλις αφορίσει, μαζί με τον σκηνοθέτη, τους ηθοποιούς και τεχνικούς της ταινίας, αλλά και τους δύστυχους ντόπιους, που θα έκαναν στα γυρίσματα κάνα μεροκάματο.

Γνωστή η ιστορία. Αν σήμερα μας φαίνεται απίστευτη, στην Ελλάδα του 1990 ο πρώην μητροπολίτης, που πέθανε το Σάββατο σε ηλικία 104 χρόνων, είχε εγκαθιδρύσει στην επικράτειά του φονταμενταλιστικό καθεστώς, πολύ πριν η λέξη «Ταλιμπάν» μπει στο λεξιλόγιό μας. Κάποια στιγμή έμπλεξε στα δογματικά δίχτυα του και ο διεθνής Ελληνας σκηνοθέτης, που δεν είχε σκοπό για χάρη του να πάψει να γυρίζει ταινίες στη Φλώρινα.

Το χρονικό του αφορισμού είναι το εξής:

Για όλα φταίει το σενάριο
Με κάποιο μυστήριο τρόπο έφτασε στα χέρια του Καντιώτη το σενάριο της ταινίας. Κάτι το μήνυμά της (Ελληνας πολιτικός εγκαταλείπει τη Βουλή και εξαφανίζεται στα σύνορα της χώρας, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, σε καταυλισμό παράνομων μεταναστών), κάτι μια ερωτική σκηνή μεταξύ νεαρής μετανάστριας και Ελληνα δημοσιογράφου (που τελικά δεν γυρίστηκε ποτέ), ο Καντιώτης, που εκτός από θρήσκος ήταν και εθνικιστής και έβλεπε παντού Σκοπιανούς πράκτορες, εξεμάνη με τον Αγγελόπουλο. Τον απείλησε αμέσως με αφορισμό.

Ο σκηνοθέτης ήξερε, φυσικά, τι σημαίνει να γυρίζεις ταινίες σε δυσκολότερες εποχές – στον «Θίασο» επί χούντας είχε την αστυνομία στο κατόπι του. Αλλα δεν άφησε έτσι την υπόθεση. Δημιούργησε διεθνές θέμα. Ο Ακίρα Κουροσάβα από την Ιαπωνία τού έστειλε μήνυμα συμπαράστασης. Δόθηκε συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα, πολύ πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Στο πλευρό του Αγγελόπουλου, εκτός από τον σταρ Μαρτσέλο, στάθηκαν σύσσωμο το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά (στην κυβέρνηση ήταν τότε ο Μητσοτάκης, στο υπουργείο Πολιτισμού ο Τζαννής Τζαννετάκης). Μελίνα, Γιώργος Παπανδρέου, Λαλιώτης, Μπένος, Κύρκος, Κωνσταντόπουλος, Δαμανάκη, Λιάνης, όλοι έδωσαν το «παρών». Πίσω στη Φλώρινα οι κομματικές οργανώσεις των αριστερών κομμάτων προσπαθούσαν να κρατήσουν ψηλά την αξιοπρέπεια της ντόπιας κοινωνίας, που ήδη είχε πληρώσει βαρύ φόρο στη μισαλλοδοξία του μητροπόλιτη της.

Ο Μαστρογιάνι, με τα ρούχα του ρόλου του, περπατάει απτόητος στη Φλώρινα κάτω από το πλακάτ του Καντιώτη (φωτογρ.: Χ. Μπίλιος)

Καμπάνες, σημαίες και συλλαλητήριο
Οταν ο Αγγελόπουλος, μέσα Δεκεμβρίου του 1990, ανέβηκε στη Φλώρινα για γυρίσματα, το κλίμα ήταν εφιαλτικό. Η πόλη είχε γεμίσει μαύρες σημαίες, πλακάτ και καρικατούρες, στις οποίες ο σκηνοθέτης κρατούσε σε σακούλι τα 600 εκατ. που είχε πάρει από την ελληνική Πολιτεία και την Ευρώπη του Διαβόλου, και οι λέξεις «αναρχία, ανθελληνισμός, αθεΐα, ακολασία» τον περιέβαλαν. Καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα. Σημαίες ανέμιζαν. Εμβατήρια ακούγονταν. Αυτοκίνητα με ντουντούκες γυρνούσαν στους παγωμένους δρόμους και καλούσαν τον κόσμο σε συλλαλητήριο και στην τελετή αφορισμού στη μητρόπολη.

Το απόγευμα της 16ης Δεκεμβρίου χίλια άτομα, ανάμεσά τους και πολλοί νέοι, μαζεύτηκαν μπροστά στον μητροπολιτικό ναό της Φλώρινας, σε απόσταση λίγων μέτρων από το εντυπωσιακό σκηνικό που είχε ήδη στήσει ο αείμνηστος Μικές Καραπιπέρης, και άκουσαν τον παραληρηματικό λόγο του Καντιώτη. «Θα πέσουν κεραυνοί», φώναζε με όλη τη δύναμή του ο 84χρονος τότε μητροπολίτης. Το κρύο ήταν αφόρητο, αλλά το μίσος που ένιωθες στην ατμόσφαιρα σε περόνιαζε περισσότερο. Λίγες ώρες νωρίτερα, ένας αποφασιστικός Αγγελόπουλος είχε διασχίσει, πάντως, την άδεια πόλη συνοδευόμενος από συνεργάτες του και πολλούς δημοσιογράφους, Ελληνες και ξένους, για να πάει σε μια αντι-συγκέντρωση δημοκρατίας και ελευθερίας που είχε οργανωθεί στον κινηματογράφο «Ελληνίς».

Μεσαιωνική τελετουργία
Την επόμενη μέρα είχε σειρά ο «αφορισμός-πακέτο», όπως ευφυώς έγραφε το πρωτοσέλιδο της «Ε». Ας σημειωθεί ότι έγκυροι πανεπιστημιακοί θεολόγοι είχαν αποφανθεί ότι ήταν και αφορισμός-παρωδία, αφού ο Καντιώτης δεν είχε τη σύμφωνη γνώμη των 2/3 της Ιεραρχίας. Οχι, φυσικά, ότι αν ήταν έγκυρος θα είχαν… πιάσει τόπο όλα αυτά τα ανατριχιαστικά «ιερά κείμενα», που άκουσα να διαβάζει ο Καντιώτης από τον άμβωνα, κρυμμένη πίσω από μια κολόνα του ναού κι ενώ οι πιστοί έψελναν ομαδικά «αφορεσμένοι, αφορεσμένοι». Τουλάχιστον ο Καντιώτης τούς έδωσε ένα περιθώριο. Αν μετάνιωναν μέσα σε δύο χρόνια, ο αφορισμός τους θα ήρετο. Απ’ ό,τι ξέρουμε, όλοι τους το ίδιο αγύριστο κεφάλι κράτησαν. Ανάμεσά τους και ο 86χρονος Κων. Παπαλαζαρίδης, κομπάρσος στην ταινία. Οταν λίγους μήνες αργότερα έφυγε από τη ζωή, ο παπάς του χωριού του αρνιόταν να τον θάψει.

Κι ενώ στη Μητρόπολη Φλώρινας εκτυλισσόταν το θρησκευτικό θρίλερ, ο Αγγελόπουλος, ο Αρβανίτης, ο Μαστρογιάνι, ο Γρηγόρης Πατρικαρέας, η Δώρα Χρυσικού και όλοι οι άλλοι είχαν πιάσει δουλειά στο γειτονικό και χιονισμένο Αμύνταιο. «Αφορισμός κάτω από τέτοιους όρους είναι τιμή», δήλωνε ο σκηνοθέτης.

Η ταινία γυρίστηκε κανονικά, ταξίδεψε στις Κάνες και σε όλο τον κόσμο. Η αμέσως επόμενή του, το διάσημο και αριστουργηματικό «Βλέμμα τού Οδυσσέα», που πήρε και το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάνες, ξεκινούσε με μία από εκείνες τις μεγαλειώδεις σκηνές που μόνον ο Τεό μπορεί να γυρίσει. Μια αναπαράσταση του συλλαλητηρίου τού Καντιώτη στη Φλώρινα.

[Της Βένας Γεωργακοπούλου, «Ε» 30 Αυγ.2010… ]

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.