η φυσική πείνα των ριζών
31/03/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο η φυσική πείνα των ριζών

«Με τις χρυσαφένιες μπούκλες της, τη ροδόλευκη επιδερμίδα του φωτεινού προσώπου της, τη νευρική και ενστικτώδικη συμπεριφορά της, όπου λαγοκοιμόντουσαν η συγκατάβαση ενός ζώου άγριου αλλά φιλικού και μαζί οι ορμές ενός δέντρου γεμάτου χυμούς, όλο της το είναι έδειχνε να ακτινοβολεί από το φυσικό φως της ζωής. Με την ανάσα που, ήρεμη και δυνατή, έβγαινε από το στήθος της, μετείχε στη σβελτάδα των ζώων και τη φυσική πείνα των ριζών. Ολόκληρη έχυνε πάνω μας ένα ρευστό τόσο έντονο που δεν μπορούσες να το πεις αδιόρατο, τόσο δυνατό που μας ένωνε μαζί της, σαν η ζωτικότητά της να ήταν εκείνο το δέντρο, το οποίο περιγράφουν οι μακρινοί ταξιδευτές, που τα κλαδιά του σφίγγουν ασφυκτικά στην αγκάλη τους τον απερίσκεπτο ο οποίος τολμά να πλησιάσει…»
.
.
[του Φερνάντο Πεσσόα, «Ο Οδοιπόρος», εκδόσεις Νεφέλη]
.
.
© Photo Joshua Logan –Marilyn et une sculpture de Degas, Los Angeles, 1956.
δορά και μετάξι
20/03/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο δορά και μετάξι
Αγιάνάπα, Α’ – Γιώργου Σεφέρη

Και βλέπεις το φως του ήλιου καθώς έλεγαν οι παλαιοί.
Ωστόσο νόμιζα πως έβλεπα τόσα χρόνια
περπατώντας ανάμεσα στα βουνά και στη θάλασσα
συντυχαίνοντας ανθρώπους με τέλειες πανοπλίες•
παράξενο, δεν πρόσεχα πως έβλεπα μόνο τη φωνή τους.
Ήταν το αίμα που τους ανάγκαζε να μιλούν, τοκριάρι
που έσφαξαν κι έστρωνα στα πόδια τους•
μα δεν ήταν το φως εκείνο το κόκκινο χαλί.
Ό,τι μου λέγαν έπρεπε να το ψηλαφήσω
όπως όταν σε κρύψουν κυνηγημένο νύχτα σε στάβλο
ή φτάσεις τέλος το κορμί βαθύκολπης γυναίκας
κι είναι γεμάτη η κάμαρα πνιγερές μυρωδιές
ό,τι μου λέγαν δορά και μετάξι.
Παράξενο, το βλέπω εδώ το φως του ήλιου• το χρυσό δίχτυ
όπου τα πράγματα σπαρταρούν σαν τα ψάρια
που ένας μεγάλος άγγελος τραβά
μαζί με τα δίχτυα των ψαράδων
~~~
[από το «Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ’]
~~~
φωτογραφία σημερινή. 06.30 πρωί στον κήπο…
στα «κλαδιά μιας πολιτείας υδάτινης»
01/03/2011 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο στα «κλαδιά μιας πολιτείας υδάτινης»

Οδυσσέας Ελύτης, Οι Κλεψύδρες του Αγνώστου
β’
Υπερήφανα χόρτα, ο φίλος έχασε το φίλο του, όλα εκεί αναπαύονται
Μια σκληρή φωνή κατοίκησε σ’ αυτή την πεδιάδα
Μια βουλιαγμένη σαύρα σύρθηκε στην επιφάνεια
Εσείς πού ήσαστε όταν κόπηκε ο λαιμός μιας τέτοιας μέρας
Πού ήσαστε, φύλλα με φύλλα, σιγοπερπατάει ο κόσμος
Σκάζουν τα φρούτα στο κατώφλι ενός λυγμού
Κανείς δεν αποκρίνεται
Ω μεθυσμένο μονοπάτι που έψαξες έψαξες την τρυφερότητα
Στα δάχτυλα του κόπου και σε τρόμαξαν οι αυγές που χάραζαν
Ριψοκινδυνεύοντας το φως τους τυλιγμένο δάσος κάτω απ’ τη σιωπή.
Μήτε ριγμένα ζάρια δεν ξαμώνουν κατά τέτοιο τρόπο την έμπνευση
Μήτε στυμμένοι θόρυβοι δεν εξαντλούνε κατά τέτοιο τρόπο την πνοή
Πολύχρωμα φουγάρα πέμπουνε την άπιαστη μελαγχολία τους
Στις αψίδες που τρέμουν, τρέμουν τα πουλιά επιδίδονται στο μέτρημα των ονείρων τους
Ακούγεται η κωπηλασία στην τέφρα που άφησε σημάδια νεότητας
Και κανείς δεν ξέρει από που ανοίγει αυτό το στήθος
Και κανείς δεν ξέρει από πότε άρχισε να ζει
Στις σγουρές αγωνίες τους νιώθουνται οι φωνές αποκεφαλισμένες
Που τρυπούνε το έδαφος πύρινα κλαδιά μιας πολιτείας υδάτινης
Ω Γαλήνη που λύνεσαι, ρευστή παρουσία στις κόρες των ματιών
Στις άρπαγες του ύπνου στα μελίσσια των χωρών της θύμησης!
~~~
φωτογραφία Αγριμολόγου, αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος 26.02.11
