Σωτήρης Παστάκας, Χαμένο κορμί
15/11/2010 § Σχολιάστε

Όχι, δεν έρχομαι από την Ελευσίνα. Την Κάτω Ιταλία .
Η Σάντυ επέστρεψε από το Ράλι Αιγαίου στη Νίσυρο.
Βρήκα το Γιάννη στο 37 και με κέρασε ένα μοχίτο.
Ο Μίχος έφτασε στο τελευταίο στάδιο
του ένδοξου πένθους του. Ο Άκανθος ανέλαβε
να ζωγραφίσει το πρώτο σκαλί της σκάλας.
Ο Χ2 πιστός στο παρατσούκλι του
κρατάει τις γκόμενες μόνο για δυο βδομάδες.
Ο Φώτης βαρέθηκε τη φάτσα του και θέλει
να υποβληθεί σε πλαστική προσώπου. Ο Γκούμας
δεν ξεμύτισε απ’ το Χαλάνδρι. Ο Νίκος
μας ανακοίνωσε πως οι Μυστικές Υπηρεσίες
έπαψαν να παρακολουθούν τον υπολογιστή του.
Πάντα έτσι συμβαίνει.
Την Ειρήνη την κυνήγησαν οι ερινύες κι απ’ το Άργος.
Το Δημήτρη τ’ αφεντικά του απ’ του Ζάρα.
Τον Έκτορα τον έδιωξαν απ’ το σπίτι του. Ο Λάσκαρης
δεν έπαψε να ζητάει δανεικά τον Ιούνιο, τον Ιούλιο
και τον Αύγουστο. Ο Κώστας κατάφερε να διπλασιάσει
τα κέρδη του. Ο Σπύρος γράφει κάθε μέρα κι έναν
στίχο στη Μασσαλία, τη Γλυφάδα, την Ολυμπία.
Ο Γιάννης κι η Τασία γιόρτασαν πενήντα χρόνια
γάμου στις Ροβιές. Ο Μήτσος κλείστηκε οικειοθελώς
για ένα μήνα στου Σινούρη. Η Έλενα είπε να κόψει
το κρασί και άλλαξε γνώμη στην πορεία.
Πάντα έτσι συμβαίνει.
Η Γκέλυ γύρισε από τη λιτή Χαλκιδική με το γιατρό
δύο χρόνους αστεφάνωτη. Η Ιωάννα ξέφυγε για λίγο
απ’ τα παιδιά της και τον άντρα της και πήγε μόνη της
στην Πύλο. Η Κατερίνα αγόρασε ένα δυαράκι
σε τελευταίο όροφο στη Νέα Σμύρνη κι είναι ευτυχισμένη.
Το Μαράκι επέστρεψε από τα ουάν-σταντ σε κρύες
τουαλέτες τα χαράματα. Η Λίνα φοβήθηκε να φέρει
από την Κολομβία ένα αναμνηστικό φύλλο κόκας
για τον καθένα. Οι γυναίκες μας έσμιξαν
με τους φίλους μας κι εμείς με τις γυναίκες των φίλων μας.
Όσοι έτυχε να έχουμε ακόμη μικρά παιδιά
καθίσαμε και τα μαγειρέψαμε. Πάντα έτσι συμβαίνει.
Πριν την Επανάσταση.
***
Σωτήρης Παστάκας, Χαμένο κορμί, εκδόσεις Μελάνι.
.
.
(μια χούφτα φίλοι απέμειναν Σωτήρη, μετά από 20 χρόνια απουσίας -για όσους εκτιμούν το συναίσθημα μιας οικείας επαφής. Καλό δρόμο και πάλι, φίλε…)
.
Έκτωρ Κακναβάτος
10/11/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Έκτωρ Κακναβάτος

Λέγοντας πέτρες
Αλλιώς δε γίνονταν ως φαίνεται.
Αρχή-αρχή ακέραιος και βόνασος
ύστερα χίλια κομμάτια με την άρνηση
κλασματικός ακόμα υπήρχες
συνεχίστηκες σημάδι από πουλιά
ή τρία δάχτυλα
σμιχτά του μόσχου χαράζοντας γητειές
κ’ ευθείες κάθετες, ώσπου χαμήλωνες
τσακίδια και μαδάρες καταμεσί των αριθμών
ώσπου μετριόσουνα
μετριόσουνα που δεν έλεε να σωπάσεις…
…χαρτογραφούσες τον πηλό αυτόν το δαίμονα
τη φτερούγα μέσα σου που έτρεμε κ’ εμίλειε
λέγοντας πέτρα περπατώντας θάματα
φωνάζοντας: σώστε το παράλογο
το άλλο σας εντόσθιο που άρπαξε το σκυλί
και χάθηκε προς τα οινόφυτα του γαλαξία…
Όλην τη νύχτα τουφεκούσες ένα φεγγάρι
κόκκινο•
το πρωί σε βρήκανε μες στ’ αποτσίγαρα.
….
Έκτωρ Κακναβάτος
Όχι. Δεν μας άφησε προχθές, κι ας λένε ότι θέλουν –χεσμένα τα είχε πάντα αυτά τα διάφορα περί νεκρολογιών, νεκροταφείων κ.α.
.
.
Γιάννης Σκληβανιώτης, Jazz
30/10/2010 § Σχολιάστε
Οι εκδόσεις ΜΠΑΡΤΖΟΥΛΙΑΝΟΣ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Σκληβανιώτη με τίτλο Jazz, με 10 φωτογραφίες του Αλέκου Θεοφανίδη στον πολυχώρο Ιανός την Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010, στις 20:00
Ομιλητές:
ΤΕΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ
δημοσιογράφος
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΤΣΙΡΗ
ποιήτρια
ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ
ψυχίατρος-ποιητής
Διαβάζουν οι ηθοποιοί:
ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΑΓΚΑΣ, ΠΩΛΙΝΑ ΓΚΙΩΝΑΚΗ
ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ ΓΚΙΟΚΑ
Σαξόφωνο παίζει:
ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΖΑΡΡΑΣ
Εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος
info@bartzoulianos.com
ΙΑΝΟΣ: 210 32 17 917
αόρατος θίασος περνά
24/10/2010 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο αόρατος θίασος περνά

Κ.Π. Καβάφης
«Απολείπειν ο θεός Aντώνιον»
*
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.
.
.