[Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει·
20/01/2025 § Σχολιάστε
Μπαγιαντέρας
Δημήτρης Γκόγκος (Πειραιάς, 28 Φεβρουαρίου 1903 – Αθήνα, 18 Νοεμβρίου 1985)
Σαν μαγεμένο το μυαλό μου ―1940
Στίχοι: Δημήτρης Γκόγκος
Μουσική: Δημήτρης Γκόγκος
Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει
η κάθε σκέψη μου κοντά σου τριγυρίζει
δεν ησυχάζω και στον ύπνο που κοιμάμαι
εσένα πάντα αρχοντοπούλα μου θυμάμαι
Μες στης ταβέρνας τη γωνιά για σένα πίνω
για την αγάπη σου ποτάμια δάκρυα χύνω
λυπήσου με μικρή και μη μ’ αφήνεις μόνο
αφού το ξέρεις πως για σένα μαραζώνω
Αχ παιχνιδιάρα πάψε τώρα τα γινάτια
και μη μου κάνεις την καρδούλα μου κομμάτια
με μια ματιά σου σαν μου ρίχνεις αχ πώς λιώνω
μαζί σου ξέρεις τον ξεχνάω κάθε πόνο
*
Ο Δημήτρης Γκόγκος καλλιτεχνικά γνωστός ως Δημήτρης Μπαγιαντέρας ήταν τραγουδιστής του Ρεμπέτικου, οργανοπαίκτης και συνθέτης.
Το παρατσούκλι «Μπαγιαντέρας», το πήρε το 1925 όταν διασκεύασε και έπαιξε στο μπουζούκι του κάποια κομμάτια απ’ την οπερέτα του Έμεριχ Κάλμαν (Emmerich Kálmán) Η Μπαγιαντέρα μεταξύ των οποίων και το ομότιτλο τραγούδι. Ο Μπαγιαντέρας έγραψε τραγούδια που γνώρισαν πολύ μεγάλη επιτυχία, όπως τα «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη», «Χατζηκυριάκειο», «Σα μαγεμένο το μυαλό μου» και άλλα.
◉
[η εικόνα του κοπαδιού·
02/01/2025 § Σχολιάστε
«[…] Κατά τα άλλα το μόνο που σκέφτεται είναι αν θα μείνει ή θα σηκωθεί· βρίσκει ανυπόφορες τις μύγες που περιστοιχίζουν βουερές το κοπάδι· κοιτάζει να δει αν υπάρχει ανάμεσα κανένας ταύρος· συλλογίζεται προς τα πού άραγε να συνεχίζει ο δρόμος: όλα αυτά είναι αναρίθμητες μικρές προθέσεις, έγνοιες, υπολογισμοί, παρατηρήσεις, κι είναι σαν να σχηματίζουν το χαρτί που πάνω αποτυπώνεται η εικόνα του κοπαδιού. Δεν ξέρει κανείς τίποτε για το χαρτί, ξέρει μόνο το κοπάδι πάνω του ―»
*
[από: Ρόμπερτ Μούζιλ, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, εκδ. Οδυσσέας
◉
[ένα σαπφείρινο μαβί·
26/12/2024 § Σχολιάστε
Κ.Π.Καβάφης
Μακρυά
Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω…
Μα έτσι εσβύσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει —
γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.
Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί…
Εκείνη του Aυγούστου — Aύγουστος ήταν; — η βραδυά…
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν, θαρρώ, μαβιά…
A ναι, μαβιά· ένα σαπφείρινο μαβί.
◉
[ηθικολογεί, κι έτσι αρχίζει η πλήξη·
25/12/2024 § Σχολιάστε
O άνθρωπος που κάθεται πλάι μου λέει, «οι σωστές αποφάσεις παίρνονται το καλοκαίρι», καθώς τα βαγόνια του συρμού χτυπιούνται το ένα πάνω στ’ άλλο από τα κοφτά σύντομα φρεναρίσματα. Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου παρακολουθεί με συμπάθεια όλες αυτές τις κινήσεις που κάνω εδώ και ώρα για να απαλλαγώ απότο έντυπο που διαβάζω και λέει, «δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να καταλάβεις αν αξίζει τον κόπο να διαβάσεις κάτι. Από τις πρώτες γραμμές κιόλας, καμιά φορά κι από τον τίτλο μπορείς να δεις το σημάδι…Όπως με τις φωτογραφίες στα σινεμά. Απ’ τις φωτογραφίες στις βιτρίνες των σινεμά μπορούσες να καταλάβεις αν το έργο αξίζει τον κόπο. Παλιά ήταν περισσότερες, τώρα το μεγαλύτερο χώρο καταλαμβάνουν τα χοντρά γράμματα των ονομάτων», λέει ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, ενώ ο επιβάτης που βρίσκεται απέναντί μας ρίχνει το κεφάλι βαριά ανάμεσα στα χέρια του, που απελπισμένα το αρπάζουν απ’ τα μαλλιά πριν πέσει παρακάτω. «Κάτι που φωτίζει, όσο βαθιά κρυμμένο κι αν είναι βρίσκει πάντα τον τρόπο να λάμψει. Δεν χρειάζεται να φτάσεις στην τελευταία σελίδα για να διαπιστώσεις. Αν πρέπει να κατέβεις μέχρι τον πάτο πιστεύοντας πως ακόμη δεν σου φανερώθηκε θα πει πως δεν ήταν ποτέ εκεί. Δεν υπήρξε».
Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου ηθικολογεί κι έτσι αρχίζει η πλήξη. Δεν τον νοιάζει, δεν μιλάει σε μένα ούτε σε κανέναν άλλο, πότε – πότε σταματάει και νομίζεις πως περιμένει μιαν απάντηση, ένα σχόλιο απ’ αυτούς που στριμωγμένοι αγωνιούν να φτάσουν στον προορισμό τους. Οι παύσεις του διευκολύνουν την άλλη φωνή που μόνον αυτός ακούει και εν τέλει μαζί συνδιαλέγεται. «Ένα εικοσάχρονο παιδί πέφτει από το τρανό. Δεν έχει σημασία αν κάποιος το ‘σπρωξε ή αν ο ίδιος φαντάστηκε πως μπορούσε να πετάξει. Ένα παιδί που πέφτει απ’ το τρανό είναι σαν ένας μαύρος πλαστικός σάκος που πετιέται στον μύλο του απορριμματοφόρου. Η χώρα ξεφορτώνεται τα παιδιά της».
Ο υπόγειος μειώνει την ταχύτητά του καθώς εισβάλλει στην πλατεία των Καιρών. «Και μην ξεχνάς». λέει ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, «οι καλύτερες αποφάσεις παίρνονται το καλοκαίρι, κατά προτίμηση το μεσοκαλόκαιρο. Τότε που το φως δεν επιτρέπει να διατηρηθούν οι αποχρώσεις, ξέρεις τότε μπορούν να κατακαούν τα πάντα».
Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου δεν θέλει να μιλήσει άλλο κι ούτε είναι βέβαιο, απ’ τον τρόπο που σηκώνεται και κατευθύνεται προς την έξοδο, πως εδώ πρέπει να κατέβει. Όταν ξεκίνησε ο συρμός με κείνα τα δισταχτικά τραντάγματα, το βαγόνι είχε αδειάσει.
*
copyright©Δημήτρης Νόλλας ―αρχείο Στάχτες 12.12.2010 »
[….από την στήλη «Παρά Τέταρτο» στο περιοδικό «Τέταρτο» τεύχος 39-40, Ιούλιος-Αύγουστος 1988.
◉



