[στο τέλος των λόγων βρίσκεται η πειθώ·

26/02/2025 § Σχολιάστε

Ludwig Josef Johann Wittgenstein (1889 – 1951)

Πρέπει ολοένα να βυθίζομαι στα νερά της αμφιβολίας.

# Μια εικόνα μας κρατούσε φυλακισμένους. Και δεν μπορούσαμε να βγούμε έξω απ’ αυτήν γιατί βρισκόταν μές στη γλώσσα μας, και η γλώσσα έμοιαζε να μας την επαναλαμβάνει αδυσώπητα.

# Ποιος είναι ο σκοπός σου στη φιλοσοφία; ―Να δείξω στη μύγα πως να βγει απ’ τη μυγοπαγίδα.

# Στη φιλοσοφία μόνο από τη φλυαρία πρέπει κανείς να φυλάγεται.

# Όσοι δεν νιώθουν καμία ανάγκη για διαφάνεια στην επιχειρηματολογία τους είναι χαμένοι για τη φιλοσοφία.

# Πρέπει ολοένα να βυθίζομαι στα νερά της αμφιβολίας.

# Είναι μέρος της λογικής των επιστημονικών μας ερευνών το ότι όντως δεν αμφιβάλλουμε για ορισμένα πράγματα.

#Όταν ‘αντικρούω’ κάποιον, δεν του δίνω λόγους; Ασφαλώς· αλλά μέχρι πού θα φτάσουν αυτοί οι λόγοι; Στο τέλος των λόγων βρίσκεται η πειθώ. (Συλλογίσου τι συμβαίνει όταν οι ιεραπόστολοι μεταστρέφουν τους ιθαγενείς).

✳︎

[από: Βίττγκεσταϊν, Στοχασμοί, μτφρ.: Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδόσεις Στιγμή 2007.

[βαδίζοντας με αξιοπρέπεια·

19/02/2025 § Σχολιάστε

Julius Bissier, work on paper

Όμως η απόδρασή μου με ξεσηκώνει· πρέπει να μιλήσω όπως μιλάω. Νιώθω το πρόσωπό μου να φλέγεται. Νιώθω έναν άνεμο να χιμάει εντός μου. […] με παρακινείς να αναβάλω τη ζωή ― ως πότε; `Η ζωή είναι τώρα ― αυτή είναι η ζωή· αν την αναβάλω, μπορεί να μη ζήσω ποτέ. Να βαδίζεις με αξιοπρέπεια πάνω στη γη, να εκφράζεις τον εαυτό σου χωρίς επιτήδευση, να αναγνωρίζεις την ανθρωπιά σου! μη νομίζεις ότι μιλάω με υπερβολικό ενθουσιασμό. Μιλώ απόλυτα σοβαρά. Μιλάω απ΄την ψυχή μου.

*
[από Τζέημς Τζόϋς, Επικίνδυνη γραφή «Στήβεν ο ήρωας».μτφρ.: Άννα Παπασπύρου, εκδόσεις Πατάκη

[Οι γέροι του νησιού ·

14/02/2025 § Σχολιάστε

Κώστας Βάρναλης (γεννήθηκε σαν σήμερα 14.2.1884 – 1974)

Στου μόλου την μπασιά ρημάδι ο μύλος.
Στο πεζούλι, στ’ απόσκιο, καλοκαίρι,
καθόνται οι γέροι του νησιού, ναυάγια!
Θάλασσα πίσω, θάνατοι μπροστά τους.

Ασάλευτοι ώρες, διπλωμένοι απάνου
στα μπαστούνια, κοιτάζουνε το χώμα,
που θα τους φάει. Σαν άγνωστοι σωπαίνουν.
Τί να πουν; Όλα τα ’χουν ειπωμένα!

Φτερά δεν έχει ο μύλος ούτε οι γέροι.
Οι γέροι δεν τα θέλουνε, κουράζουν.
Να ξεχάσουνε μάχονται κι ας ήταν
μπορετό να ξεχάσουν τον εαυτό τους!

Σκέψη, βουλή και λόγο τα φοβούνται.
Στα νιάτα τους, που κοχλακούσε το αίμα,
σκεφτήκαν μια φορά και μετανιώσαν,
μιλήσανε και χάσαν τη μιλιά τους.

Κι άμα θελήσαν, ξύλο και φυλάκα!
Θα θέλανε, ρωτάς, να ξανανιώσουν;
Κατάρα! κι άλλη μια να ξαναζήσουν
αμαρτωλοί στην Κόλαση των Νόμων!

Να μοχτάνε οι Πολλοί για τους Ολίγους
κι οι νηστικοί να θρέφουν τους χορτάτους,
άσκημοι να πεθαίνουν πάσαν ώρα
κι οι Λίγοι να ’ναι αθάνατοι κι ωραίοι!

Πόσους πολέμους κάνανε για δαύτους!
Πόσοι θανάτοι, πείνα και κρεμάλα!
Κι αν νικούσαν οι σκλάβοι, πάλι σκλάβοι.
Κι αν νικιόταν ο Αφέντης, πάλι αφέντης…

Φορτσάρισε ο μαΐστρος, τρέξε κύμα!
Φτάσανε δυο πολεμικά κι οι γλάροι
χιμήξαν και τα ζώσανε σπαθάτοι.
Τρέχει ο κόσμος. Οι γέροι δε σαλεύουν.

Περνάνε αβασταγά ζαλικωμένα
πατάτα και σανά κι αράδ’ αφήνουν
τ’ αχνάρια τους στον άμμο. Ορμούν οι μύγες.
Αγάλματα οι γερόντοι «αλλουνού κόσμου».

Περνάει δεκαπεντάχρονη λαχτάρα
με κοντοβράκι κολλητό. Γεμίζουν
η Πλάση ρόδα, σάλπισμα ο αγέρας!
Μα οι γέροι δεν κοιτάνε ουδέ θυμούνται!

Να ησυχάσουνε θέλουνε μονάχα.
Να πλαγιάσουν χωρίς να σηκωθούνε.
Παντού πονάνε, ορθοί και καθισμένοι,
μέρα και νύχτα κι όλο παραπάνου.

Λασπογενιά, σκυλογενιά, γραφτό ’ναι
κάθε γενιά βαθύτερα να πέφτει.
Πρόβατα και λαοί θα ’χανε λείψει,
αν δεν είχαν αφέντη να τους «σώζει»!

[A memory of youth ·

07/02/2025 § Σχολιάστε

William Butler Yeats (1865-1939)

THE moments passed as at a play;
I had the wisdom love brings forth;
I had my share of mother-wit,
And yet for all that I could say,
And though I had her praise for it,
A cloud blown from the cut-throat North
Suddenly hid Love’s moon away.
Believing every word I said,
I praised her body and her mind
Till pride had made her eyes grow bright,
And pleasure made her cheeks grow red,
And vanity her footfall light,
Yet we, for all that praise, could find
Nothing but darkness overhead.
We sat as silent as a stone,
We knew, though she’d not said a word,
That even the best of love must die,
And had been savagely undone
Were it not that Love upon the cry
Of a most ridiculous little bird
Tore from the clouds his marvellous moon.
ALTHOUGH crowds gathered once if she but showed her face,
And even old men’s eyes grew dim, this hand alone,
Like some last courtier at a gypsy camping-place
Babbling of fallen majesty, records what’s gone.
These lineaments, a heart that laughter has made sweet,
These, these remain, but I record what-s gone. A crowd
Will gather, and not know it walks the very street
Whereon a thing once walked that seemed a burning cloud

 

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.