[ε! ε! θα κράξω δυνατά στου Ατρείδη τη γυναίκα ·

13/03/2024 § Σχολιάστε

ΑΙΣΧΥΛΟΥ, ΟΡΕΣΤΕΙΑ: ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ

    Απ’ τους θεούς ζητώ να με γλυτώσουν τέλος
    απ τα βάσαν’ αυτά ολάκερο ένα χρόνο,
    που σα σκυλλί στον άγκωνά μου πλαγιασμένος
    φυλάω σκοπός πάνω στων Ατρειδών τη στέγη·
    κ’ έμαθα των νυχτερινών την σύναξι άστρων
    κι αυτούς, που φέρνουν στους θνητούς χειμώνα ή θέρος,
    τους άρχοντες που λαμπεροί ψηλά φαντάζουν.
    Κι ακόμη καρτερώ το σύνθημα της φλόγας,
    τη λάμψι της φωτιάς, να φέρη από την Τροία
    την είδησι πως πάρθηκε, γιατί έτσι ορίζει
    η ανδρόψυχη καρδιά που ελπίζει της γυναίκας.
    Κι όταν το αβόλευτο και δροσομουσκεμένο
    με διώχνει στρώμα μου, που όνειρα δε γνωρίζει —
    και πώς; αφού μου στέκει δίπλα πάντα ο φόβος
    για να μην κλείση ο ύπνος τα ματόφυλλά μου
    όταν βαλθώ να ψάλλω ή να μουρμουρίσω
    για νάβρω στο τραγούδι γιατρικό της νύστας,
    πικρό μου γίνεται στο στόμα μοιρολόι
    γι’ αυτού του παλατιού τα πάθη, που σαν πρώτα
    με τον καλύτερο δεν κυβερνιέται τρόπο.
    Μα τώρ’ ας πάρουν πια τα βάσανά μου τέλος,
    που έλαμψε η καλοφάνερη φωτιά της νύχτας!
    Χαίρε νυχτερινή λαμπάδα, που σαν μέρας
    το φως σου δείχνεις και πολλούς χορούς μες στ’ Άργος
    μηνάς πως θα στηθούν για χάρι αυτής της τύχης.
    Ε! ε!
    Θα κράξω δυνατά στου Ατρείδη τη γυναίκα
    ευθύς να σηκωθή απ’ την κλίνη και στα σπίτια
    φωνές χαράς, γι’ αυτή τη λάμψι, να σηκώση
    αν απ’ αλήθεια πάρθηκε του Ιλίου η πόλι
    καθώς αυτή τώρα η φωτιά θέλει να δείξη.
    Και ‘γώ καλήν αρχή στους χορούς κάνω πρώτος,
    γιατί θα πω δική μου των κυρίων την τύχη
    τώρα που τρία έξ της φλόγας ρίχτει ο κύβος·
    κι άμποτε νάρθη ο αφέντης μας και να του σφίξω
    το σεβαστό του χέρι μέσα στο δικό μου.
    Για τάλλα δε μιλώ· βώδι πατάει επάνω
    στη γλώσσα μου· μα αν έπαιρνε φωνή το σπίτι
    ξάστερα θε να τάλεγε· με νοιώθουν όσοι
    τα ξέρουν κι όποιος δεν τα ξέρει ας μη με νοιώση.

✳︎

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ: I. Ν. ΓΡΥΠΑΡΗ / ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1911

gutenberg.org

Σημ: Έναρξη (Φρουρός) από τον Αγαμέμνων, τίτλος τραγωδίας του Αισχύλου, στην οποία περιγράφεται η επιστροφή του νικητή στρατηλάτη των Ελλήνων και η δολοφονία του από τη γυναίκα του Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Αποτελεί το πρώτο έργο της «Ορέστειας» (458 π. Χ.), της μοναδικής σωζόμενης αρχαίας τριλογίας.

[Πήρες τον μεγάλο δρόμο ·

09/03/2024 § Σχολιάστε

Δήμος Μούτσης (Πειραιάς, 2 Αυγούστου 1938 – Αθήνα, 6 Μαρτίου 2024)

Πήρες τον μεγάλο δρόμο
για να πας στα ξένα
άφησες σε μένα
τη λαβωματιά

Πήρες τον μεγάλο δρόμο
δρόμο δίχως άκρη
έγινε το δάκρυ
θάλασσα πλατιά

Τώρα την πόρτα μου χτυπάν
βοριάδες και χειμώνες
μα οι καρδιές που αγαπάν
μένουνε πάντα μόνες

Πήρες τον μεγάλο δρόμο
και το μονοπάτι
Πως να κλείσω μάτι
πως να κοιμηθώ

Πήρες τον μεγάλο δρόμο
και μονάχος μένω
τι να περιμένω
τι να καρτερώ.

✳︎

Συνθέτης: Μούτσης Δήμος
Στίχοι: Γκάτσος Νίκος

Βρισκόμαστε στο 1967 ―Ακούστε τον Σταμάτη Κόκοτα να το ερμηνεύει μοναδικά με τη βελούδινη φωνή του:

[goodbye Lucas…

08/03/2024 § Σχολιάστε

Autopolaroid, Lucas with Hand by Lucas Samaras,1976, Pace Gallery, New York

Λουκάς Σαμαράς (1936 – έφυγε χτες 7 Μαρτίου 2024)

Ελληνοαμερικανός καλλιτέχνης. Στα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα καταπιάνεται με τη ζωγραφική, τη γλυπτική και τα εικαστικά, αλλά σύντομα τον κερδίζει η φωτογραφία, με μία ειδίκευση στις αυτοπροσωπογραφίες αποτυπωμένες σε φωτογραφικές ταινίες Πόλαροϊντ τις οποίες αναπαράγει και μορφοποιεί με τέτοιο τρόπο που συχνά να προκαλεί και να προβληματίζει. Αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της μεταπολεμικής μοντέρνας τέχνης.

Γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1936 στην Καστοριά. Το 1948 και σε ηλικία 12 ετών, μετά από τα δύσκολα χρόνια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και στην εκπνοή του τραγικού Εμφυλίου Πολέμου, μεταναστεύει μαζί με τη μητέρα του Τρυγόνα Σαμαρά στη Νέα Υόρκη για να βρουν τον πατέρα του Δαμιανό,[11] ο οποίος είχε μεταναστεύσει ήδη στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1939. Πολιτογραφήθηκε Αμερικανός πολίτης το 1955. Κατοικεί μέχρι σήμερα στη Νέα Υόρκη.

Περισσότερα στην Pace Gallery και στην  wikipedia

[πήγαινα και γω ο φουκαράς και άρπαζα κανά σύκο, κανά σταφύλι·

07/03/2024 § Σχολιάστε

Mάρκος Βαμβακάρης (1905 – 1972)

Γειτονιές της Άνω Xώρας

Aπό κει από το Σκαλί έβγαινε και πηγαίναμε σ’ ένα μέρος που ονομαζότανε η Πορτάρα. Eμείς τα παιδιά είχαμε πολλές ασχολίες από πολύ νωρίς. Όμως με τέσσερες πέντε φιλαράκους τραγουδάγαμε, κυλιόμαστε στο χώμα, πετριές, καυγαδάκια κι αγάπη. Eκεί στην Πορτάρα πηγαίνανε τα παιδάκια και παίζανε και χτυπιόντουσαν αυτά, δέρνανε, και πετροπόλεμο κάνανε εκεί που ήταν ο τόπος ξανοιχτός και κατηφορικός. Oι από πάνω κατρακυλάγαν πέτρες στην Πορτάρα στους από κάτω. Όμως δεν γινότανε μεγάλα πράματα από πετροπόλεμο, μόνο άλλα με δεμένα κεφάλια, άλλα με δεμένα χέρια. Oι μανάδες φωνάζανε. Έβγαινε ένας από τον Περσινό, που ήταν το ύψωμα πάνω από την Πορτάρα. Tον λέγανε Zαβαντό δηλαδή ζαβός, κι έριχνε πέτρες και φωνάζανε οι γυναίκες, μαζέψτε τα παιδιά σας. Mεγάλος τρελλός. Eκύλαγε πέτρες μεγάλες, οκάδες. Ήτανε κατήφορος. Mόλις την άφηνες την πέτρα, αυτή πάει κάτω. Tον πειράζαμε, τον λέγαμε ζαβαντό. Aπό κει πηγαίναμε στο Πλατύ, ένα μέρος που ’χε το νερό και πηγαίναν οι γυναίκες και πλύνανε στα ποτάμια και φέρνανε και νερό. Aπό κείνο το μέρος, ένας άλλος δρόμος, ήτανε η Πηγή που ’χε το ξακουστό νερό, φρέσκο νερό, καθαρό νερό, κρύο νερό. Kαι πηγαίναμε και κει απάνω στην Πηγή. Άλλο μέρος ήταν η Pεματιά και ήταν εκεί πέρα ο ορθόδοξος ναός, δε θυμάμαι τ’ όνομα, που εόρταζε κάθε χρόνο και μαζευόντανε ο κόσμος από την Kάτω Xώρα με τους ορθοδόξους. Zωοδόχου Πηγής λέγονταν; Mπορεί. Kαι κάθονταν και πολύς κόσμος κι ύστερα γιομίζαν νερά και τις στάμνες τότε οι γυναίκες και τις κατεβάζαν κάτω. Π.χ. άλλες ερχόντουσαν από το Πλατύ και πηγαίναν στο Σκαλί, άλλες ερχόντουσαν από την Πηγή και πηγαίναν επάνω στο Nτανελάκη, στον Πουρνά, στον Σαν Tζόρτζη. Aυτές είναι συνοικίες που καθόντουσαν, όλες στην Aπάνω Xώρα. Kαι τα Σιφνέικα, το οποίο από κει πηγαίναμε στο Kίνι το χωριό. Στα Σιφνέικα πουλάγαν στάμνες, πιάτα, τσουκάλια από πηλό και πιάναμε σ’ ένα μέρος που ονομαζότανε ο Bούλιας, ξερότοπος. Kι από κει κατηφορίζαμε, πιάναμε του Γέρου Γιάννη, μια κοντουριά που λέγαμε, κι από κει πηγαίναμε κατ’ ευθείαν για το Kίνι. Tότες ήταν μόν’ από κει ο δρόμος του Kινιού. Tώρα όμως έχουνε κάνει αμαξωτούς και πηγαίνει ο δρόμος από την Δελαγράτσια, από το Φοίνικα στο Kίνι. Tώρα έγινε μεγάλος δρόμος, πάει η συγκοινωνία, πάνε ταξιά.

Eκεί μάλιστα στο Kίνι πηγαίναμε κάθε Kυριακή με κάτι παιδιά. Άλλοι πηγαίναμε με τη θέληση της μάνας μας που μας άφηνε και με του πατέρα, κι άλλοι κρυφά. Kαι πηγαίναμε και κολυμπάγαμε, μπάνιο. Eκεί μια φορά στο Kίνι κόντεψε να πνιγεί ο δεύτερός μου ο αδελφός, ο Λινάρδος. Δεν ήξερε να κολυμπήσει κι αφού δεν ήξερε πήγε βαθιά και τέλος πάντων τον έσωσε μόνο ο Θεός. Δεν ξέρω πώς σώθηκε, όμως σώθηκε. Eκεί όταν ήταν καλοκαίρι όλα τα παιδιά αυτά της ηλικίας μου, εβγαίναν τα σταφύλια, εβγαίναν τα σύκα, και οι πιτσιρίκοι τρέχαν απ’ το ένα μέρος στ’ άλλο, να πιάσουν, να φτιάξουν, να κόψουνε σύκα να φάνε, να κόψουν σταφύλια στη ζούλα. Eκεί ήταν ένα μέρος ονομαζόμενο Πατέλι, το ’χω βάλει και στο δίσκο της Φραγκοσυριανής.

Eκεί είχα ένα μπάρμπα εγώ, ένας αδελφός της μάνας μου, είχε κτήματα εκεί, είχε σύκα και σταφύλια και πήγαινα και γω ο φουκαράς και άρπαζα κανά σύκο, κανά σταφύλι. Kι όχι μόνο γω, διάφορα παιδιά. Πηγαίναμε και στον Πλατύ οπού υπήρχανε κάτι κορόμηλα, υπήρχανε κεράσια, σύκα, σταφύλια, λεμόνια, μυστήρια, φρούτα να πούμε. Eπαίρναμε κι από κει, άλλο τόσο και στην Πηγή επάνω. Στην Πηγή επηγαίναμε και παίρναμε τα νερόσυκα. Nερόσυκα είναι οι συκιές οι οποίες ήταν του νερού, ποτιστικές. Πιο καλύτερα ήταν τα σύκα τα πραγματικά. Tα νερόσυκα δεν είναι τόσο όμορφα, νόστιμα, όπως ήταν τα πραγματικά, αλλά εμείς παιδάκια τώρα, τα βρίσκαμε και πολλά, τρώγαμε άσπρα σύκα. Tα άλλα σύκα ήτανε μαρόνια, λουμπάρδικα, ήτανε γαϊτάνια, ήτανε διάφοροι τύποι από σύκα. Tα μαρόνια άσπρα, τα λουμπάρδικα και τα γαϊτάνια μαύρα. Tα λουμπάρδικα τα πιο γλυκά ήταν ο βασιλεύς των σύκων. Kάπαρες, πηγαίναμε και μαζεύαμε κάπαρη, και τα φέρναμε στο σπίτι, τα κάναμε τουρσί.

✳︎

[από το βιβλίο: Mάρκος Bαμβακάρης, Aυτοβιογραφία, Eκδόσεις Παπαζήση, 1978
πηγή >

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.