[Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι, Στ’ άγνωστου πελάγους την μακρινή ακρογιαλιά ·
19/01/2024 § Σχολιάστε
ΕΓΩ
Στο καταστραμμένο
οδόστρωμα της ψυχής μου
τα βήματα των τρελών
πλέκουν τις ανελέητες φράσεις της πατούσας.
Εκεί όπου οι πόλεις
κρέμονται
στη θηλιά του σύννεφου
και πάγωσαν πάνω
στους πύργους
τα τεθλασμένα ουρλιαχτά –
πηγαίνω μόνος μου να κλάψω μ’ αναφιλητά
τους χωροφύλακες
που είναι σταυρωμένοι
στο σταυροδρόμι.
***
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΖΥΓΟ ΜΟΥ
Στ’ άγνωστου πελάγους την μακρινή ακρογιαλιά
φάνηκε το φεγγάρι –
η σύζυγός μου.
Η ερωμένη μου με τα πυρόξανθα μαλλιά.
Το πλήθος των πολύχρωμων αστερισμών τρέχει πίσω
από την άμαξα.
Στεφανώνεται με γκαράζ αυτοκινήτων,
φιλιέται με περίπτερα εφημερίδων,
ο υπηρέτης με μισόκλειστα μάτια θωρεί τα πέπλα
του γαλαξία
που ‘ναι στολισμένα με πολύχρωμες λάμψεις.
Κι εγώ;
Βρωμούσε η φλεγόμενη παλάντζα
των παγωμένων κουβάδων που έβγαιναν από
τα μάτια των πηγαδιών.
Στης λίμνης τα μεταξωτά λαμνοκοπούσες,
Και οι λαγόνες σου, σα βιολί κεχριμπαρένιο,
τραγουδούσαν;
Σε μέρη όπου μεγάλες είν’ οι στέγες
Με το καλάμι να ψαρέψεις δεν μπορείς.
Στις λεωφόρους θα πνιγώ, τυλιγμένος στην άμμο της
νοσταλγίας:
αυτή είν’ η κόρη σου –
το τραγούδι μου
φορώντας καρό κάλτσες
στις καφετέριες!
***
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΜΑ ΜΟΥ
Η μαμά μου βρίσκεται στις γαλάζιες ταπετσαρίες.
Κι εγώ βολτάροντας σα πλουμιστό παγόνι,
τα σγουροκέφαλα χαμομήλια, μετρώντας
τα βήματά μου, βασανίζω.
Κι ενώ το δείλι παίζει σε χορδές σκουριασμένες,
το παραθύρι πλησιάζω,
πιστεύοντας,
πως θα δω ξανά
το βροχοφόρο σύννεφο
να έρχεται καταπάνω στο σπίτι.
Η μαμά είναι άρρωστη
και θροΐζουν τα βήματα του κόσμου
από το κρεβάτι μέχρι την άδεια γωνιά.
Η μαμά ξέρει –
είναι οι σκέψεις της τρελής ανακατωσούρας
που ξεπετάγονται κάτω από τη στέγη του
εργοστασίου Σουστόβ.*
Κι όταν το μέτωπό μου, στεφανωμένο με καπέλο
τσόχινο,
θα ματοκυλήσει το αχνό πλαίσιο
θα πω,
τραντάζοντας με την μπάσα φωνή μου το ουρλιαχτό
τ’ ανέμου:
«Μαμά.
Αν αρχίσω να λυπάμαι
το βάζο των βασάνων σας
που έσπασε το τακούνι του χορού των νεφελών, –
ποιος θα χαϊδέψει τα χρυσά χέρια,
που η ταμπέλα έδεσε στην βιτρίνα του Αβαντσό**;…»
***
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ
Μ’ αρέσει να βλέπω να πεθαίνουν τα παιδιά.
Ξεσπώντας σε γέλια μήπως προσέξατε το σκοτεινό λοφίσκο
πίσω από την προβοσκίδα της μελαγχολίας;
Κι εγώ –
στ’ αναγνωστήριο των δρόμων –
συχνά-πυκνά ξεφύλλιζα τα πτώματα βιβλίων.
Το μεσονύχτι
με μουσκεμένα δάχτυλα
ψηλαφούσε εμένα
και τον αδιαπέραστο φράχτη,
και μαζί με τις σταλαγματιές της νεροποντής
κάλπαζε πάνω στη φαλάκρα του τρούλου
η σύναξη των τρελών.
Βλέπω τον Χριστό, να φεύγει απ’ την εικόνα,
κι η λασπουριά να του φιλά, κλαίγοντας,
την άκρη του ανεμόδαρτου χιτώνα.
Ουρλιάζω στον τοίχο,
τα οργισμένα λόγια μου μπήγονται σα μαχαίρι
στο πρησμένο κορμί τ’ ουρανού:
«Ήλιε!
Πατέρα μου!
Λυπήσου με και μη με βασανίζεις!
Μακριά κυλά το αίμα μου
που έχυσα για σένα.
Είν’ η ψυχή μου
τα κουρέλια του σκισμένου βροχοφόρου σύννεφου
στον πυρπολημένο ουρανό
στο σκουριασμένο σταυρό του καμπαναριού!
Χρόνε!
Τουλάχιστον εσύ, χωλέ των Θεών κόλακα,
τη μορφή μου ζωγράφισε
στο ναό του δύσμορφου αιώνα!
Είμαι μόνος, σαν το τελευταίο μάτι
εκείνου που πλησιάζει ένα τυφλό!».
1913
________________________________________
* Σουστόφ, βιομήχανος και εργοστασιάρχης.
** Κατάστημα έργων τέχνης.
Μετάφραση: Βίκα Σελιβάνοβα και Χλόη Χατζηγαννέλη, υπό την εποπτεία του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη (ΕΚΕΜΕΛ – Σεμινάριο Λογοτεχνικής μετάφρασης από τα ρωσικά, 2010-2011)
Photo: Rodchenko, Portrait of Mayakovsky, 1924
✳︎
◉
[Θαλασσομάχοι Φοίνικες μὲ φέρανε ἀπὸ πέρα ·
13/01/2024 § Σχολιάστε
Κωστής Παλαμάς
(13 Ιανουαρίου 1859-1943)
Ἡ ἀπόκριση
Ἀμαδρυάδες, πάρτε με κι ἀκοῦστε με, Αἰγιπάνες,
γάμου κρεββάτια στρώθηκαν, σπαράζει ἡ λαγκαδιά,
νὰ τ᾿ Ἀνθεστήρια! κελαιδοῦν οἱ δελφικοὶ παιάνες,
πλέκονται λάγνα εἰδύλλια σὲ δάση ἀρκαδικά.
Ἡ μέθη ἡ διονύσια ξεσπάει, λυσσάει, καὶ λάμπει
ὡς ποὺ εἶν᾿ ἡ πλάση, καὶ ἀπὸ ποῦ; Δὲν ξέρω ἂν εἶμ᾿ ἐγώ,
ὁ μέγας Πᾶν ἐχώρεσε στὴν ἀγκαλιά μου, ὦ θάμπη!
Μὲ τῶν στοιχείων τὴν ἄγρια, τὴν ἅγια ζήση ζῶ.
Τὸ δῶρο τῶν ὑπέρκαλων γαλήνιων ὁραμάτων,
ὦ Χρυσομίτρα, μοῦ ἔφεραν οἱ τρεῖς θεὲς κ᾿ οἱ ἐννιὰ
στὰ μέτωπα καὶ στ᾿ ἄχραντα κορμιὰ τῶν ἀγαλμάτων
τὴν ἀφρογένεια χόρτασα τῶν ὅλων Ὀμορφιά.
Ἀκούω τ᾿ ἀηδόνια, ἀντιλαλοῦν τ᾿ ἀηδόνια οἱ Σοφοκλῆδες,
Αἰσχύλειοι, ὠκεάνειοι, ὦ γόοι προφητικοί!
Σὲ μία ματιὰ ὁλοπράσινες ἀγνάντια μου Ἀτλαντίδες
γεννιοῦνται ἀπὸ τὴν ἄβυσσο καὶ χάνονται σ᾿ αὐτή.
Θαλασσομάχοι Φοίνικες μὲ φέρανε ἀπὸ πέρα,
ὁ χαροκόπος εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κοσμογυριστὴς
τέχνες, μιλήματα, εἴδωλα ξαφνίζουν τὸν ἀέρα.
Νυφάδες, ἀγκαλιάστε με, Σάτυροι, ἀκούστ᾿ ἐσεῖς.
Καὶ Σάτυροι καὶ Κένταυροι, νυφάδες Ἀμαδρυάδες,
κ᾿ οἱ Ἑλλάδες οἱ χρυσόλαλες μοῦ εἶπαν μὲ μία φωνή,
μέσ᾿ ἀπὸ χῶρες καὶ βουνά, δάση, κορφές, πεδιάδες:
«Γιὰ σὲ τὸ ἀθάνατο κρασὶ δὲν εἶναι, ὦ μεθυστή!»
Καὶ ἡ Ταναγραῖα ἡ λυγερὴ καὶ ἡ φοβερὴ Κασσάντρα,
Μαινάδες κισσοστέφανες, Ὀλύμπιοι θεοί,
ἀπ᾿ τὴ σπηλιὰ τῆς Καλυψῶς ὡς τὴ σοφὴ Ἀλεξάντρα,
οἱ Ἑλλάδες οἱ μουσόθρεπτες μοῦ εἶπαν μὲ μία φωνή:
«Σώπα, χλωμὲ καλόγερε, λάλε καὶ χαῦνε, σώπα,
στὸ μοναστήρι γύρισε καὶ κλείσου στὸ κελλί!»
Καὶ τῶν Πινδάρων οἱ ἥρωες κ᾿ οἱ θέαινες τοῦ Σκόπα
γελοῦνε, καὶ τὸ γέλιο τους βροντόκραχτα ἀντηχεῖ.
◉
[σαν να επρόκειτο για αχανείς άγνωστες χώρες·
04/01/2024 § Σχολιάστε
Fernando Pessoa
[…]εκτιμώντας ότι δεν μας δόθηκε, ως βέβαιη, καμιά άλλη πραγματικότητα πέραν αυτής των αισθήσεών μας, σ’ αυτές ζητήσαμε καταφύγιο, εξερευνώντας τες σαν να επρόκειτο για αχανείς άγνωστες χώρες. Και αν αφοσιωθήκαμε με συνέπεια, όχι μόνο στον αισθητικό στοχασμό αλλά και στην έκφραση των τρόπων και των αποτελεσμάτων του, είναι γιατί η πρόζα ή η ποίηση που γράφουμε, απαλλαγμένες από την επιθυμία να πείσουν το πνεύμα ενός τρίτου ή να επηρεάσουν τη βούλησή του, είναι απλώς σαν κάποιος που διαβάζει δυνατά για να δώσει πλήρη αντικειμενικότητα στην υποκειμενική απόλαυση της ανάγνωσης […]
Θεωρώντας ότι κερδίζω πολύ λίγα, ένας φίλος μέτοχος μου είπε μια μέρα: «Σοάρες, σας εκμεταλλεύονται». Η φράση αυτή μου θύμισε πράγματι αυτό που είμαι, αλλά καθώς στη ζωή όλους μας μάς εκμεταλλεύεται κάποιος, αναρωτιέμαι αν δεν είναι καλύτερα να σε εκμεταλλεύεται ο υφασματέμπορος Βάσκες παρά η ματαιοδοξία, η δόξα, ο θυμός, η ζήλια ή το ανέφικτο. Υπάρχουν αυτοί που εκμεταλλεύεται ο ίδιος ο Θεός, κι είναι οι προφήτες και οι άγιοι στην κενότητα του κόσμου αυτού […]
✳︎
[Fernando Pessoa, Βιβλίο της ανησυχίας. Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις: Μαρία Παπαδήμα. Εκδ. Gutenberg 2018, τόμος Α΄.
◉
[θύμιζαν τα ευτυχισμένα χρόνια της εύπιστης μου νιότης·
01/01/2024 § Σχολιάστε
Marcel Proust
τυχαία αποσπάσματα 13
«Ένιωθες πως το Δάσος δε ήταν μόνο ένα δάσος, πως ανταποκρινόταν σ᾿ ένα προορισμό ανεξάρτητο απ᾿ τη ζωή των δέντρων του· την έξαρση που αισθανόμουν δεν την προκαλούσε μονάχα ο θαυμασμός τού φθινοπώρου, αλλά ένας πόθος… Τα δέντρα μού θύμιζαν τα ευτυχισμένα χρόνια τής εύπιστης μου νιότης, όταν ερχόμουν άπληστα στους τόπους, όπου ήταν να πραγματοποιηθούν για λίγες μόνο στιγμές αριστουργήματα γυναικείας κομψότητας ανάμεσα στις ασύνειδες και συνένοχες φυλλωσιές… Και για όλα αυτά τα καινούργια κομμάτια τού θεάματος δεν είχα πια την πίστη που θα ᾿πρεπε να βάλλω μέσα τους για να τούς δώσω συνοχή, ενότητα ύπαρξη· περνούσαν σκόρπια μπροστά μου, στη τύχη, δίχως αλήθεια, δίχως να περιέχουν μέσα τους κάποια ομορφιά που τα μάτια μου θα μπορούσαν να προσπαθήσουν, όπως άλλοτε να συνθέσουν. Οι γυναίκες ήταν τυχαίες γυναίκες, που στην κομψότητά τους δεν έδινα καμιά πίστη και που οι τουαλέτες τους μού φαίνονταν ασήμαντες. Όταν όμως χάνεται μια πίστη, επιζεί όλο και πιο έντονη για να σκεπάσει την έλλειψη δύναμης που χάσαμε μη μπορώντας πια να δώσουμε αληθινή υπόσταση σε πράγματα καινούργια, μια φετιχιστική προσήλωση στα παλιά, λες και σ᾿ αυτά και όχι μέσα μας, κατοικούσε το θείο, λες και η τωρινή μας απιστία είχε μιαν αιτία συμπτωματική, το θάνατο των Θεών… Όλα έμοιαζαν να διακηρύσσουν την απάνθρωπη ερημιά τού άχρηστου πια δάσους, και με βοηθούσαν να καταλάβω καλύτερα την αντίφαση που υπάρχει όταν αναζητάς στην πραγματικότητα τις εικόνες τής μνήμης, απ᾿ την οποία θα λείπει πάντα η γοητεία που προέρχεται από την ίδια τη μνήμη κι απ᾿ το γεγονός ότι δεν τις συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας. Η πραγματικότητα που είχα γνωρίσει δεν υπήρχε πια. Ήταν αρκετό που δεν εμφανιζόταν η κυρία Σουάν εντελώς όμοια, και την ίδια στιγμή, για να γίνει η Λεωφόρος άλλο πράγμα. Οι τόποι που γνωρίσαμε δεν ανήκουν μόνο στον κόσμο τού χώρου, όπου τούς τοποθετούμε για ευκολία. Δεν ήταν παρά μια λεπτή τομή ανάμεσα στις συνεχόμενες εντυπώσεις που σχημάτιζαν την τότε ζωή μας· η ανάμνηση μιας ορισμένης εικόνας δεν είναι παρά ο καημός για ορισμένη στιγμή που πέρασε· και τα σπίτια και οι δρόμοι, οι λεωφόροι, όλα είναι φευγαλέα αλλοίμονο! Σαν τα χρόνια».
✳︎
[Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο: Από τη μεριά του Σουάν ―μτφρ: Παύλος Α. Ζάννας, εκδόσεις Ηριδανός
διαβάστε όλα της κατηγορίας [Marcel Proust]



