[Μικράν, μικράν, κατάπτυστον ψυχήν έχουν αι μάζαι·
28/11/2025 § Σχολιάστε
Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)

Εις Ανδρέαν Κάλβον
Ω μεγάλε Ζακύνθιε,
των ωδών σου τα μέτρα,
υψηλά, σοβαρά,
τους αγώνες εκάλυπτον
εκτεταμένους.
Της δουλείας τα βάρβαρα
σκοτάδια κατεξέσχισεν,
όταν εγράφη πύρινος,
η αστραπή των όπλων
(και η αρετή σου).
Ως ήλιος, αναβάν
τον Όλυμπον, εστάθη
πάνω εις γυμνά χωράφια,
εις ανθισμένα ερείπια,
γνώριμον κλέος.
Αλλά το θείον έναυσμα
η φωνή σου δεν είναι
τώρα πλέον. Μας έρχεται
μακρινός και παράταιρος
ήχος τυμπάνου.
Ολόκληρος αιών,
χείμαρρος, την Ελλάδα,
ταραγμένος, εσάρωσεν
από τα ιδανικά σου,
την οικουμένην.
Κράτει λοιπόν, ω γέροντα,
την επιτύμβιον πλάκα.
Το πεπαλαιωμένον σου
τραγούδι κράτει. Φύγε,
παραίτησόν μας.
Ή, αν προτιμάς, εξύμνησον
αντίς γεγυμνωμένων
ξιφών, όσα μαστίγια
προς θρίαμβον επισείονται
των καφενείων.
Ίππους δεν επιβαίνουσι,
αμή την εξουσίαν
και του λαού τον τράχηλον,
ιδού, μάχονται οι ήρωες
μέσα εις τα ντάνσιγκ.
Τις δάφνες του Σαγγάριου
η Ελευθερία φορέσασα,
γοργά από μίαν χείρα
σ’ άλλην περνά και σύρεται,
δούλη στρατώνος.
Καθώς, όταν την εύκολον
λείαν αποκομίσει,
φεύγει, διστάζει, κι έπειτα
σε μια γραμμήν ελίσσεται
πλήθος μυρμήγκων,
μεγάλα προπορεύονται
έντομα, μέγα φέροντα
βάρος, ακολουθούσι,
με φορτίο ελαφρότερο,
μικρότερα άλλα,
και δε βλέπουν στο πλάγι τους
το παιδάκι που στέκει
να γελά τον αγώνα των,
και δεν βλέπουν ότι ύψωσε
τώρα το πέλμα —
ούτω την χώρα νέμεται
η στρατιά της ήττης,
του λαού την απόφασιν,
άτεγκτον, φοβεράν,
περιφρονούσα.
Αλλά τί λέγω; Θρήνησε,
θρήνησε την πατρίδα,
νεκράν όπου σκυλεύουν
αλλοφρονούντα τέκνα της,
ω Ανδρέα Κάλβε.
Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχήν έχουν αι μάζαι,
ιδιοτελή καρδίαν,
και παρειάν αναίσθητον
εις τους κολάφους.
◉
[και άλλοτε μέσα στις καρδιές που χαράζουν στη φλούδα οι εραστές·
26/11/2025 § Σχολιάστε

Julius Bissier
ια
Οι νύχτες μεγαλώνουν ολοένα, σαν φυσική συκότιση εν νκαιρώ ειρήνης, και τα σχολικά απογεύματα διαρκούν όσο η εμφάνιση ενός φιλμ που αποτύπωσε ξαφνικά τον ιερέα της ενορίας να δραπετεύει από τους σκοτεινούς θαλάμους των εσπερινών και τις κατακόμβες των μαρτύρων ―όπως ορίζει το εορτολόγιο. Τα τελευταία δέντρα του φθινόπωρου φυλλοβολούν, ενώ εντείνονται οι ψυχροί άνεμοι. Μεταφέρουμε τα ξύλα του χειμώνα στο σπίτι. Οι πλούσιες υδατοπτώσεις προκαλούν την αναμόχλευση των χειμάρρων με τις γλυπτές πέτρες της μεγάλης ροής και την παρόχθια βλάστηση. Διατηρούμε τη σωστή θερμοκρασία στα κτίρια που διαθέτουν αρχιτεκτονικά φυτά εσωτερικών χώρων, καθώς και στα θερμοκήπια. Ο συμβολιστής Τοξότης των επάλξεων επισκοπεί χωρίς έλεος επί δικαιους και αδίκους, κραδαίνοντας το τόξο γονατιστός στην πασίγνωστη εκείνη στάση της πολεμικής ποροσευχής του. Σε κάθε τέντωμα της χορδής τα βέλη που πάλλονται με ακρίβεια στους ομόκεντρους κύκλους των σκοπευτηρίων και άλλοτε μέσα στις καρδιές που χαράζουν στη φλούδα οι εραστές και οι δενδροκόμοι ―εκπέμποντας χιλιοκύκλους κραδασμών στην ατμόσφαιρα.
✳︎
[Νάσος Θεοφίλου, Ιστορίες του Καζαμία, απ’το κεφάλαιο Δωδεκάδελτος. Εκδόσεις Εστία, 1980
◉
[και το νιώθω ότι δεν το νιώθεις·
23/11/2025 § Σχολιάστε

Jules Bissier, Egg oil tempera on linen
Επιστολή έκτη
Mε το αργό άνοιγμα της πρωινής κουρτίνας, το πρώτο τέντωμα κι ένα μικρό χασμουρητό, μαζεύτηκε τεμπέλικα ένα παιχνιδιάρικο γούνινο φως στις άκρες των ποδιών της, τρίφτηκε όλο μπαχάρια και μυρωδικά, ύστερα έτρεξε στη μέσα επιφάνεια των μηρών και στην κοιλιά, ένιωθα να ξυπνάει μέσα στο στήθος της ένα μεγάλο αγαθό ζώο, διψασμένο για τις ζεστές δεξαμενές του γάλακτος: η μικρή μας κόρη, το πρωί στην εξοχή. Έξω απ’ το παράθυρο το χώμα, λιμνούλες λάσπης, οι πυράκανθοι, ένα γυαλιστερό πνευστό που δεν έβλεπα και δεν άκουγα αλλά το ήξερα, άρχιζε ένα ταξίδι βαθιά μέσα στη μέρα.
Νιώθω ότι μου λείπεις
…………………………και το νιώθω ότι δεν το νιώθεις.
Π.
✳︎
[©Γιάννης Ζέρβας, Τζούλια 2, εκδόσεις Άγρα
◉
[και ροβολάγαμε οι επιβάτες να ρίχνουμε χαλίκια στις ρέλες·
31/10/2025 § Σχολιάστε

Θανάσης Βαλτινός (1932-2024)
πέθανε σαν χτες 30 Οκτωβρίου 2024
Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται
Το 903 αποφάσισα κι εγώ να ξενιτευτώ.
Σηκώθηκα μιαν αυγή, στις δεκαπέντε Μαρτίου, ημέρα Παρασκευή, πήρα οχτακόσιες δραχμές, και αξημέρωτα πέρναγα το Νούδιμο του Oρχομενού. Αποκεί έπεσα στον κάμπο της Μηλιάς. Τότε ακόμα ο δρόμος Λεβίδι-Τρίπολη δεν ήταν φτιαγμένος, πηγαίναμε από Κακούρι μεριά.
Έφτασα στην Τρίπολη το απομεσήμερο κι έμεινα το βράδυ σ’ ένα χάνι Βασιλείου Μαχαίρα ή Αναγνωστόπουλου, Δαραίου. Αυτός είχε μπακάλικο, μαγεριό και κρεβάτια για ύπνο. Το πρωί στις πέντε πήγα στο σταθμό κι έβγαλα εισιτήριο για Πειραιά, δέκα δραχμές και ογδόντα λεφτά.
Ήρθε το τρένο μπήκα μέσα, περάσαμε τον Αχλαδόκαμπο, τη μεγάλη γέφυρα, Μύλους, Άργος, Κόρινθο. Περάσαμε τον Ισθμό, από πάνω εμείς από κάτω τα πλοία. Είχα σύσταση για έναν πατριώτη μου στον Πειραιά, Ιωάννη Τσέκο ή Λαβωμένο. Ήταν πολλούς χρόνους εκεί και είχε τραυματιστεί στο επαναστατικό, από σφαίρα στο κεφάλι, πάντα την πάντα, δίχως να τον βλάψει στα μυαλά. Και ο Πειραιάς τον ονόμασε Λαβωμένο. Αυτός είχε και αδερφούς, τον καπετάν Πέτρο, μεγάλο παλικαρά, τον Βασίλειο Τσέκο ή Κακόχρηστο, ληστή Πατρών και περιφερείας. Εκείνη την εποχή είχαν δόξα μεγάλη.
Πήγα τον βρήκα στο σπίτι του, με πήρε, δεν ήξερα την πόλη, με πήγε στο ξενοδοχείο.
Το πρωί ήρθε να πάμε στο γιατρό της εταιρείας να επιθεωρηθώ. Η εταιρεία άνοιγε αργά και χρειάστηκε να περιμένουμε. Σε καμιά ώρα φάνηκε ο γιατρός, μπήκαμε μέσα, με εξέτασε, μ’ έβγαλε σκάρτο από τραχώματα.
Μου ’δωσε συνταγή να παίρνω φάρμακα, να ρίχνω στα μάτια μου να καθαρίσουν. Και με το νυστέρι άρχισε να κόβει τα σπυράκια από μέσα τα ματόφυλλα.
Απελπίστηκα που δε θα πέρναγα.
Είχε ένα τρένο το δείλι για Μύλους και ήθελα να φύγω.
Μου λέει ο Τσέκος, πάμε στο σπίτι.
Και με πήρε στο σπίτι του να φάμε. Το σπίτι ήταν μικρό, ένα δωμάτιο για τους ξένους το κράταγε ο αδερφός του, ο καπετάν Πέτρος, άρρωστος.
Είχε και δυο γιους, Νίκο και Μπάμπη, και κορίτσια. Με δέχτηκαν καλά και σήμερα βρίσκουνται οι φαμελιές τους στον Πειραιά. Αποφάγαμε, σηκώθηκα να φύγω. Μου είπαν αυτοί να μείνω να φύγω την αυγή, να μην ξενυχτήσω στο δρόμο.
Δεν τους άκουσα, ήμουν φαρμακωμένος.
Μπήκα στο τρένο, μέσα στο βαγόνι είδα έναν που έμοιαζε ξενοφερμένος. Έκατσα κοντά του και πιάσαμε κουβέντα.
Τον ρώτησα πού ήταν.
— Στην Αμερική.
— Τώρα έρχεσαι;
— Μάλιστα.
— Από ποιο μέρος;
— Από το Σικάγο.
— Γνώρισες κανέναν Δαραίο εκεί;
— Ναι, τον Αναστάσιο Μεγρέμη.
— Είναι καλά;
— Καλά.
— Από ποιο μέρος είσαι του λόγου σου;
— Από το Άργος, το χωριό Μπερμπάτι.
— Το όνομά σου;
— Γρηγόριος Γκορίτσας.
— Πώς περνάγατε στην Αμερική;
— Πολύ καλά, ό,τι θέλαμε τρώγαμε. Φτηνά πράματα, ρούχα, παπούτσια.
— Το μεροκάματο;
— Άλλος δύο δολλάρια, άλλος ένα κι εβδομήντα πέντε, άλλος ενάμισι.
— Δουλειές πολλές;
— Πολλές. Γραμμές, μίνες για το χρυσό, για κάρβουνο και άλλες.
— Και τι ήθελες στην Ελλάδα;
— Ήρθα να δω τους γονιούς μου και θα φύγω πάλι.
— Τότε έκανες καλά. Εδώ μεγάλη φτώχεια. O κόσμος κιντυνεύει, σήκωσε φτερό για έξω. Κάργα τα καράβια με τρεις χιλιάδες το καθένα, όλο παιδαρέλια. Δω εκεί κανένας σαραντάρης.
Φτάσαμε στο Άργος κι εγώ κατέβαινα για Μύλους.
Αυτός θα έμενε.
Γεια σου, του λέω, φίλε, χωρίζουμε.
Μου λέει, μείνε στο Άργος, απόψε θα μείνουμε μαζί. Και αύριο φεύγεις.
Του λέω καλά.
Άργος-Μύλους, το εισιτήριο ήταν πενήντα λεφτά. Κι έτσι το αποφάσισα.
Πήραμε τις βαλίτσες του και πήγαμε στην πόλη. Μου λέει έχω έναν κουμπάρο εδώ και πρέπει να τον βρω, να αφήσω τα πράματά μου. Μείνε εσύ να τα φυλάς και εγώ θα πάω.
Ήταν ένα απόκεντρο εκεί, κάτι σοκάκια στενά. Παραμέσα η πόλη ωραία, πλατείες, δρόμοι, εκκλησίες, εμπορικά.
Αλλά τα απόκεντρα βρόμαγαν.
Πήγε αυτός στον κουμπάρο του, έκατσε πλέον της ώρας.
Ήρθε κανένα καιρό, είχε πέσει η νύχτα.
— Τον βρήκες τον κουμπάρο σου;
— Τον βρήκα.
— Τι σου είπε;
— Να πάω τις βαλίτσες μου εκεί.
— Θα τις πας;
— Θα τις πάω.
— Δίνεις μπέσα σ’ αυτόν με τα πράγματά σου, ρούχα και διάφορα που έχεις μέσα;
— Γιατί;
— Αύριο θα σου πει δεν έφερες τίποτα και πού σε είδα. Αν θέλει σε κάνει και καλά, βράδυ είναι ποιος σε γνωρίζει.
Λες;
Έλα να πάμε στο ξενοδοχείο, να πάρουμε το κλειδί του δωματίου να είσαι ασφαλισμένος. Μη δίνεις μπέσα στον καθένα. Κι εγώ αν ήθελα, ξέρω ένα δρόμο Καπαρέλι-Σάγγα, σου τ’ άρπαζα και το ’σκαγα.
Πήγαμε στο ξενοδοχείο, βάλαμε τις βαλίτσες στο δωμάτιο, πήραμε το κλειδί, βγήκαμε έξω.
Μπήκαμε σ’ ένα μαγέρικο, φάγαμε, δε μ’ άφησε να πληρώσω.
Πήγαμε ύστερα στο καφενείο, πάλι δε μ’ άφησε. Το πρωί σηκωθήκαμε, διατάξαμε καφέδες, έκανα να βγάλω λεφτά, τίποτα. Πλήρωσε και τον ύπνο.
Αλλά, του λέω, είναι μπενετάδες τώρα.
Πήγαμε στο σταθμό, και έβγαλα εισιτήριο. Του ’δωσα τη σύστασή μου κι αυτός τη δική του, για να ’χουμε αλληλογραφία, σα φίλοι πια που γνωριστήκαμε, φάγαμε, κοιμηθήκαμε μαζί.
Ήρθε το τρένο από το Ανάπλι και χωρίσαμε.
Μπήκα μέσα, κατέβηκα στους Μύλους. Αποκεί πήρα το άλλο για την Τρίπολη. Αυτό πήγαινε αργά, είχε παρουσιαστεί μια έλλειψη από κάρβουνο και πάλευε να πάει με ξύλα. Τα είχαν κανονίσει έτσι οι σιδεροδρομικοί. Στον ανήφορο της Αντρίτσας μας έπιασε μια ψιχάλα μικρή και η μηχανή άρχισε να καλντίζει. Δεν είχε στίμη δυνατή να φύγει και στεκόταν και γλίστραγε πίσω και ροβολάγαμε οι επιβάτες να ρίχνουμε χαλίκια στις ρέλες, να ξαναπαίρνει μπροστά. Μέχρι να πιάσουμε ίσιωμα μας έβγαλε την ψυχή.
Φτάσαμε στην Τρίπολη βράδυ, τα φώτα είχαν ανάψει. Πήγα κοιμήθηκα τη νύχτα στου Δαραίου, το πρωί έφυγα.
Έκοψα πάλι μέσα από τον κάμπο της Μηλιάς, πέρασα το χάνι του Τουνικιώτη κι άλλα ψηλότερα.
Έμεινα στο χωριό ένα χρόνο και άρχισα τη θεραπεία.
O γιατρός να καθαρίζει τα τραχώματα με το νυστέρι και να ρίχνει μέσα τα φάρμακα που με τριβόλιζαν.
*
[Θ. Βαλτινός, Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη. Βιβλίο Πρώτο: Αμερική, εκδ. Άγρα
λινκ >>>