[Tα «παραμύθια» των ποιητών·

25/08/2023 § Σχολιάστε

©JimmyRobert, FrammentiII_inkjet_print, courtesy Thoma Dane Gallery, London

Βοκκάκιος: «Ψωμί» και «Ποίηση»

Το να κάνεις παρέα με τις Μούσες ―που ο Βοκκάκιος ταυτίζει με τις γυναίκες με σάρκα και οστά ―βοηθά να ζεις καλύτερα. Πράγματι, στο Δεκαήμερο, ο συγγραφέας επιτίθεται στους κακολόγους, οι οποίοι, με την εμμονη της συσσώρευσης «θησαυρών», τον καλούν να σκεφτεί περισσότερο το «ψωμί» παρά τα «παραμύθια» των ποιητών:

Και τι να πω σ’ εκείνους που με οικτίρουν για την πείνα μου και με συμβουλεύουν να κοιτάξω για ψωμί; Κι εγώ δεν ξέρω ― αν και είμαι περίεργος να ‘βλέπα την απάντησή τους, αν και τύχαινε, από ανάγκη, ν’ αποταθώ σ’ αυτούς. Φαντάζομαι πως θα απαντούσαν: «Πήγαινε από δώ! Ζήτησέ το από τα παραμύθια σου». Και ασφαλώς οι ποιητές βρήκαν περισσότερο ψωμί στα παραμύθια τους, απ’ ό,τι πολλοί πλούσιοι στους θησαυρούς τους. Κι ακόμα, πόσοι ποιητές, κυνηγώντας τα παραμύθια τους, έφτασαν στην ακμή της ηλικίας τους ενώ, αντίθετα, πολλοί που επιζητούσαν ν’ αποκτήσουν περισσότερο ψωμί απ’ όσο χρειάζονταν, βρήκαν πρόωρο θάνατο!(Βοκκακίου Δεκαήμερο).

Tα «παραμύθια» των ποιητών, ανεξάρτητα από την ποσότητα του «ψωμιού» που μπορεί κανείς να αγοράσει, είναι αναγκαία για να καταλάβει κανείς τα βασικά πράγματα που λεχουμε ανάγκη. Και κυρίως μας διδάσκουν να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας από την εμμονή του κέρδους και του χρήσιμου η οποία, όπως συμβαίνει στους κυνηγούς του πλούτου, γίνεται συχνά ο κύριος λόγος ενός πρόωρου θανάτου.

*
[Nuccio Ordine, Η χρησιμότητα του άχρηστου, μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Άγρα.

Θεόφιλος Γκωτιέ: «Ό,τι είναι χρήσιμο είναι άχρηστο» όπως το «αφοδευτήριο»

10/08/2023 § Σχολιάστε

Το 1834, Θεόφιλος Γκωτιέ, σε ηλικία εικοσιτριών χρόνων και συγγραφέας της Δεσποινίδος ντε Μωπέν προλογίζει το μυθιστόρημά του με μια μακριά εισαγωγή που θα εξελιχθεί όχι μόνο σε μανιφέστο της λεγόμενης «τέχνης για την τέχνη», αλλά, γενικότερα, σε εύγλωττη αντίδραση μιας εξεγερμένης γενιάς εναντίον όσων «έχουν μνε νοικοδομήσουν την κοινωνία από την κορυφή ως τα νύχια»:

Όχι, όχι και πάλι όχι, ανόητοι, ηλίθιοι και δύσμοιροι. Από ένα βιβλίο δεν παράγεται σούπα ― ένα μυθιστόρημα δεν είναι ένα ζευγάρι μπότες· ένα σονέτο δεν είναι σύριγγα· ένα δράμα δεν είναι σιδηρόδρομος, δεν είναι ένα αντικείμενο εκπολιτιστικού και ωφελιμιστικού ενδιαφέροντος και δεν οδηγεί την ανθρωπότητα στη οδό της προόδου.

[…] Ο Γκωτιέ όμως πιστεύει ότι εναντί0ν της διαδεδομένης χυδαιότηταςδεν είναι αρκετή μια ήπια αντίδραση. Αντίθετα, βασιζόμενος στο παράδοξο στυλ του, ωθεί μέχρι τα άκρα την επίθεσή του κατά του ωφελισμισμού πλέκοντας ένα προκλητικό και ριζοσπαστικό εγκώμιο του άχρηστου:

Το πραγματικά ωραίο δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Οτιδήποτε είναι χρήσιμο είναι και άσχημο, διότι είναι η έκφραση μιας ανάγκης και οι ανάγκες του ανθρώπου είναι βρόμικες και απεχθείς, όπως η φτωχή και πλημμελής φύση του. Το πιο χρήσιμο μέρος μιας κατοικίας είναι το αφοδευτήριο.

*

[από το βιβλίο του Nuccio Ordine, Η χρησιμότητα του άχρηστου, μτφρ: Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Άγρα.

[Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας ·

02/07/2023 § Σχολιάστε

Ο Άρης Αλεξάνδρου (πραγματικό όνομα: Αριστοτέλης Βασιλειάδης), ήταν Έλληνας αντιστασιακός, ποιητής, πεζογράφος, και μεταφραστής έργων κυρίως της ρωσικής λογοτεχνίας.

Θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες συγγραφείς, με πολύ σημαντικό μεταφραστικό έργο. 

Το μοναδικό μυθιστόρημά του, «Το Κιβώτιο» (1975), αποτιμάται ως «ένα πραγματικά σημαντικό έργο» της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Γεννήθηκε στο Πετρογκράντ (σήμερα Αγία Πετρούπολη), στις  24 Νοεμβρίου το 1922. 

Ο πατέρας του, Βασίλης Βασιλειάδης, ήταν Έλληνας από την Τραπεζούντα και η μητέρα του, Πολίνα Αντόνοβνα Βίλγκελμσον, ήταν Ρωσίδα με καταγωγή από την Εσθονία. 

Ο Αλεξάνδρου, που ως μητρική γλώσσα είχε τη ρωσική, ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα το 1928 και, αφού έμεινε δύο χρόνια στη Θεσσαλονίκη, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Αφού ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στη Βαρβάκειο Σχολή, το 1940 έδωσε εξετάσεις και πέρασε στην ΑΣΟΕΕ. 

Εγκατέλειψε όμως σύντομα τη σχολή, επειδή δεν τον ενθουσίαζε το αντικείμενο των σπουδών του, για να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μετάφραση. 

Ξεκίνησε να δουλεύει ως μεταφραστής στον εκδοτικό οίκο Γκοβόστη. 

Τότε χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ψευδώνυμο «Άρης Αλεξάνδρου», με το οποίο τελικά καθιερώθηκε.

Από την εποχή της μεταξικής δικτατορίας, ο Αλεξάνδρου, μαζί με τον Αντρέα Φραγκιά και άλλους φίλους, είχε δημιουργήσει έναν όμιλο μαρξιστικού προσανατολισμού, ο οποίος συνέχισε τη δράση του μέχρι τα πρώτα χρόνια της Κατοχής. 

Το 1941, ο όμιλος προσχώρησε στη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση (ΦΚΟ), η οποία σχετίστηκε με την Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ) και εντάχθηκε στο ΕΑΜ Νέων. 

Αποχώρησε πικραμένος από το ΕΑΜ Νέων το καλοκαίρι του 1942, έπειτα από τη διαγραφή τριών φίλων του και ηγετικών στελεχών της ΟΚΝΕ, λόγω των «υπερεπαναστατικών» θέσεων τους — ζητούσαν άμεση και μη μετωπική ένοπλη σύγκρουση με τους κατακτητές από το ΕΑΜ, οι οποίοι ταυτόχρονα καταγγέλθηκαν ως «χαφιέδες».

Το διάστημα της Κατοχής μετάφρασε τον ύμνο της Κομσομόλ στα Ελληνικά και συμμετείχε σε όλες τις μεγάλες εαμικές διαδηλώσεις της εποχής. 

Έλαβε μέρος με μαύρο περιβραχιόνιο στη διαδήλωση του ΕΑΜ στις 3 Δεκεμβρίου 1944 (αρχή των Δεκεμβριανών) και κατόπιν κρύβονταν με την οικογένειά του σε καταφύγια για πολίτες. 

Αργότερα συνελήφθη αιχμάλωτος από τις βρετανικές δυνάμεις και στάλθηκε στο στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων στην Ελ Ντάμπα της Λιβύης όπου, μαζί με τον πατέρα του, δήλωσαν στους διώκτες τους ότι ήταν «ΕΑΜίτες». 

Αφέθηκαν ελεύθεροι το 1945 και επέστρεψαν στην Ελλάδα.

Στην αρχή του Εμφυλίου κρυβόταν, βγαίνοντας από το κρησφύγετό του μόνο μια φορά την εβδομάδα, προκειμένου να συναντηθεί με την Καίτη Δρόσου, μετέπειτα σύζυγό του και τότε στρατολόγο και μέλος του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ. 

Συνελήφθη τον Ιούλιο του 1948 και εκτοπίστηκε στον Μούδρο της Λήμνου (1948-49). 

Ύστερα από τη διάρρηξη των σχέσεων του Τίτο με το ΚΚΕ, πολιτικοί εξόριστοι τον κατηγόρησαν για «ηττοπάθεια», αφού προειδοποιούσε την ομάδα συμβίωσης: «Οφείλετε να πείτε στον κόσμο ότι θα μείνουμε είκοσι χρόνια σε αυτόν τον βράχο και όχι να βαράτε φανφάρες. 

Ο καθένας να αποφασίσει τι θα κάνει εν γνώσει […] Δε νικήσαμε και μπορεί να ηττηθούμε».

Μεταφέρθηκε στη Μακρόνησο (1948-49), όπου φοβούμενος ακρωτηριασμό και μόνιμη βλάβη από τα βασανιστήρια, έκανε δήλωση μετανοίας, την οποία αργότερα ανακάλεσε, και στον Άγιο Ευστράτιο (1950-51). 

Το 1951 έμενε στην Αθήνα, στο Δουργούτι (Νέος Κόσμος). 

Το 1953 καταδικάστηκε ως ανυπότακτος στράτευσης δηλώνοντας στο στρατοδικείο (όπου είχε ως δικηγόρο τον Ηλία Ηλιού) «κομμουνιστής» με αποτέλεσμα τη φυλάκιση του. 

Τέθηκε σε απομόνωση από τους υπόλοιπους πολιτικούς κρατουμένους, έως τουλάχιστον το 1956 και τελικά αποφυλακίστηκε με αναστολή ποινής το 1958.

Με την επιβολή της δικτατορίας το 1967, διέφυγε στο Παρίσι, όπου για να επιβιώσει έκανε διάφορες δουλειές. 

Το 1968 έγραψε κείμενο με το όνομα Αντίπας Νετραλίτης (neuter: ούτε ο ένας ούτε ο άλλος) όπου έγραφε και υπέρ της ένταξης της Ελλάδας στην Ενωμένη Ευρώπη ως διέξοδο ενάντια της διαμάχης ΕΣΣΔ και ΗΠΑ.

Το 1975 δήλωσε σχετικά: «Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. 

Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. […] 

Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος, όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. 

Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων».

Πέθανε στη γαλλική πρωτεύουσα στις 2 Ιουλίου το 1978. 

Σύζυγός του, από το 1958, ήταν η δημοσιογράφος και ποιήτρια Καίτη Δρόσου, η οποία απεβίωσε στις 3 Φεβρουαρίου 2016, σε ηλικία 94 ετών, στο Παρίσι.

✳︎

Χρήστος Σουπος

wikipedia

 

[μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά ·

30/06/2023 § Σχολιάστε

Κ.Π. Καβάφης

Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης

Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Αριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ’ όνομά του κι η περιβολή, κοσμίως ελληνική.

Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Αγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προπάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.

Θά ‘ταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κι οι τέτοιοι το ‘χουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,

έμαθ’ επάνω κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
κι έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κι οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,

ως είναι το συνήθειό τους, οι απαίσιοι.

Γι’ αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά·

κι έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.