[Οι τοίχοι του είναι από σκληρό, λείο χαλάζι·

11/12/2021 § Σχολιάστε

©Gerhard Richter, Fuji, 1996

Αγγελική Σιγούρου, Επιστολή Πρώτη

Το χιόνι εδώ έχει λιώσει
Μα μη φοβάσαι
Μέσα μου
Το χιόνι έχει χτίσει έναν πύργο τόσο ισχυρό____τόσο δικό του
Που φυλακίζει κάθε μου όνειρο το χάραμα
Και κάθε ανάμνηση του ονείρου μου το σούρουπο
Και παγωμένα κρύσταλλα τα τζάμια του είναι
Και τα παράθυρα φωλιές πουλιών αρπαχτικών
Οι τοίχοι του είναι από σκληρό, λείο χαλάζι
Και τα λευκά δωμάτια φωτίζουν καντηλέρια
Με γαλάζια φλόγα, ακίνητη
Πόσο θέλω να σου μιλήσω τώρα ΑΓΑΠΗΜΟΥ
Τώρα που πέρασε ο χειμώνας
Κι η αρρώστια μ’ έχει κλείσει μέσα
Κι ανήλεα ο ήλιος μου πηγαινοφέρνει γεύματα
Μέσα σε κόκκινα μαργαριτάρια
Που με καίνε
Και η βροχή ζεστή
λιώνει το δέρμα μου και με πονάει
Κι οι δείχτες δεν γυρίζουνε ποτέ στους αριθμούς της νύχτας
ΑΓΑΠΗΜΟΥ τρέμω μην χαθώ
Προτού προλάβεις να έρθεις πάλι
Δος μου ένα σύννεφο σημάδι
Ή έστω μες στο προδομένο μου όνειρο μια ελπίδα
Έναν καινούργιο εφιάλτη δός μου
Καθώς ασάλευτη περνώ τις μέρες
Καθώς ασάλευτη κοιτάζω τον καιρό
Κι αδημονώ μια τίγρη να μου φέρει
Που να την έστειλες εσύ
Μια τίγρη με μάτια κυανά
Με δέρμα ζαφείρι
Με σώμα λίμνη
Με κεφάλι κεραυνό
Και μάτι αστραπή
Ναι αστραπή
Αχ να ‘χανε όλα τα πράγματα του κόσμου
Έναν χειμώνα μες στη χούφτα τους για να κρατάνε
Και να μην έφευγες ποτέ ΑΓΑΠΗΜΟΥ απ’ αυτή τη χώρα

Ο όρκος μου είναι αυτός:

Ορκίζομαι να τρέμω όπως τώρα
Μέχρι να σε συναντήσω
Ορκίζομαι
Παντοτινή αστάθεια
Αιώνια ανισσοροπία
Το πόδι ορκίζομαι ποτέ να μην πατήσει στέρεο έδαφος
Το χέρι ποτέ να μην πιαστεί από στήριγμα γερό
Και το μάτι
Του κάκου να πασχίζει όρθιο πράγμα για να δει
Και να θολώνουν μονομιάς τα πάντα σαν ανοίγει
Ακινησία
Ακινησία
Ούτε μια κίνηση πλέον δεν μου επιτρέπω
΄πωσπου να ‘ρθεις.

© Αγγελική Σιγούρου
“Επιστολή Πρώτη” από την ποιητική της συλλογή “χιόνι-χιόνι”. Εκδόσεις Νεφέλη

[Στάχτες Αρχείο 20/12/2011

⚙︎

[Μπορχερωτικόν, περί ψυχών και αβέβαιων διαλόγων·

01/12/2021 § Σχολιάστε

Ντέλια Έλενα Σαν Μάρκο

Αποχαιρετιστήκαμε σε μια γωνιά της Πλατείας Όνσε.

Από το πεζοδρόμιο, γύρισα να κοιτάξω· στραφήκατε και με αποχαιρετήσετε με το χέρι.

Ένα ποτάμι άνθρωποι και οχήματα κυλούσε ανάμεσα μας· ήταν η ώρα πέντε ενός οποιουδήποτε απογεύματος· που να το φανταστώ πως εκείνο το ποτάμι ήταν ο θλιβερός Αχέροντας, ο ανυπέρβλητός;

Δεν ξαναειδωθήκαμε· ένα χρόνο μετά, είχατε πεθάνει.

Και τώρα εγώ αναζητώ αυτή την ανάμνηση και την κοιτώ και λέω πως ήταν μία φενάκη, πως πίσω από τον κοινό τόπο αποχαιρετισμό υπήρχε ο χωρισμός ο άπειρος.

Απόψε, δε βγήκα έξω μετά το φαγητό και ξαναδιάβασα, μήπως και τα καταλάβω αυτά τα πράγματα, την τελευταία διδασκαλία που ο Πλάτων αποδίδει στο δάσκαλο του. Διάβασα πως η ψυχή μπορεί να δραπετεύσει τη στιγμή που πεθαίνει η σάρκα.

Και τώρα πια δεν ξέρω αν η αλήθεια βρίσκεται στην μοιραία μεταγενέστερη ερμηνεία η στον αθώο αποχαιρετισμό.

Γιατί, αν οι ψυχές δεν πεθαίνουν, καλό είναι να μην δίνουν έμφαση στους αποχαιρετισμούς.

Όταν αποχαιρετάς κάποιον, είναι σα ν’ αρνείσαι τον αποχωρισμό, είναι σαν να λες: «Σήμερα παίζουμε τον αποχωρισμό, αύριο τα ξαναλέμε αύριο». Οι άνθρωποι επινόησαν τον αποχαιρετισμό, γιατί, όσο κι αν θεωρούν ότι είναι τυχαίοι και εφήμεροι, ξέρουν πως είναι κατά κάποιον τρόπο αθάνατοι.

Ντέλια, κάποτε (κοντά σε ποιο ποτάμι;) θα ξαναπιάσουμε αυτόν τον αβέβαιο διάλογο και θ’ αναρωτηθούμε μήπως κάποτε, σε κάποια πόλη που βυθιζόταν σ΄έναν κάμπο, υπήρξαμε ο Μπόρχες και η Ντέλια.

*

[από: Χόρχε Λούις Μπόρχες, Άπαντα τα πεζά [II], μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Πατάκη, 2013.

κρίσεις για το βιβλίο μου [vii]

23/11/2021 § Σχολιάστε

Η ταχύτητα των ήχων

Γράφει ο Σταύρος Σταμπόγλης 

Στράτος Φουντούλης: “Σημειωματάριο βαρύτητας”, πεζά και άλλα, Προλόγισμα από τον Δ. Φύσσα, ΑΩ Εκδόσεις – Μάρτιος 2021

Παρατηρείς την επεξήγηση «πεζά και άλλα». Ανοίγεις, αντικρίζεις τη δομή και νομίζεις πως έχει μπροστά σου πρόζες. Λες, θα πρόκειται για μικρό – διηγήματα. Και συνεχίζοντας  αντιλαμβάνεσαι  πως δεν είναι ακριβώς έτσι.  Εκείνο που υπερβαίνει εδώ είναι το «…και άλλα». Το μόνο βέβαιο εξ αρχής πως δεν πρόκειται για απλή ανταπόκριση γεγονότος και συναισθημάτων. Και τι μπορεί να συμβαίνει; Μα ανάδυση ουσιών απ΄ την άβυσσο. Από την επίγευση της καθολικότητας του έρωτα μέχρι την αγωνία κατά της λήθης. Λήθη μπορεί να σημαίνει και θάνατος. Αλλά εδώ  η σιωπή φτάνει ομολογία, εξομολόγηση καθώς προάγεται διάλογος με αφαιρετικές αρετές. Απαγγέλλεις∙ εξαιρετικοί ήχοι εν οικονομία και οφειλόμενο πένθος:  [«Ήρθες χτες στο νου μου∙ στεκόσουν εκεί βρεγμένη λίγο πάνω από το έδαφος, φορούσες όλο κι όλο ένα άσπρο καπέλο, ήταν κι άλλοι τριγύρω, σε κοίταζαν όπως κοιτούν κομμένο λουλούδι, κι ήσουν μόνη∙ κι ένοιωσα να πλανιέται άρωμα γιαπωνέζικου γιασεμιού…», απόσπασμα από τον ήχο SEPIA VII»]. Όπου η μνημοσύνη μετασχηματίζεται σε αναγκαίο στοιχείο της αγάπης εν ζωή.

Συνάντησα εδώ ένα ψηφιδωτό από σταγόνες αβύσσου καθώς η γραφή, βαθιά σμίλευση,  διεισδύει στο γεγονός, το διαπερνά και ταχύτατα φθάνει στο θεμελιώδες . Πρόκειται για κείμενα όπου η ποιητική, άλλοτε μοιάζει με άστρο καρφιτσωμένο στη θάλασσα της μνήμης, άλλοτε με στίχο κεκρυμμένο να κρυφακούει την διήγηση, άλλοτε με ήχους όπου το αστραπιαίο της ταχύτητας εξαφανίζει διαφορές και αποστάσεις ανάμεσα στα είδη της γραφής. Η αφαίρεση μετασχηματίζεται σε πολλαπλασιασμό πίσω από την πρώτη έννοια της κατανόησης, [«… Όμως μετά το τέλος όλων των ερωτημάτων , υπάρχει η παύση…», – «…Ξέρουμε ότι είμαστε για ένα διάστημα καταδικασμένοι να πάρουμε θέση ανάμεσα στους ζωντανούς…», αποσπάσματα από τον ήχο ΤΟ ΑΓΌΡΙ ΚΑΙ Ο ΥΠΝΟΣ»].  Διήγηση με υπόστρωμα ποίησης  και το αντίστροφο.

Υπάρχει μια κιστέρνα κάτω απ΄ την επιφάνεια των σελίδων. Εκεί ο Στράτος Φουντούλης, ως εξαιρετικός μάστορας του γραπτού λόγου, συγκεντρώνει το βρόχινο της οδύνης. Χρόνια βροχή και ήχοι σ΄ έναν ελάχιστο τόπο. Θυελλώδης αρχή του τρεχούμενου και της συνάφειας. Μπόρες, ποτιστική βροχή, ψιχάλες, ανομβρία, λίβας. Σύννεφα, γουλιές ουρανών  και μαύρο βότσαλο της λάβας, φυτεμένα στην αυλή του ποιητή. Κι αν δεν τολμά να ομολογήσει την ποιητική του, η ποιητική αυτό-προσδιορίζεται, αυτό-υποστηρίζεται, προαγόμενη σε βαρύτητα με φτερά. Σημειωματάριο ρυθμών ή ρυθμολογία επιβίωσης. Ανάλυση υπό συμπύκνωση σε συνθήκες αγωνιώδους αποδοχής. Ασκητική γραφή. Συχνά θυμίζει μετάφραση αγιογραφιών τυραννισμένων απ΄ την υγρασία και τον άνεμο, την άπνοια και την ξηρασία.  Ό,τι εισβάλει απ΄ τις κατακρημνίσεις του χρόνου. Σώμα ολοκληρωμένο της συντριβής, ίχνη σχεδίων και χρώματα, παράξενες σκιάσεις από αλλεπάλληλες καταστροφές∙ οντότητες καθώς διαφεύγουν την λήθη και τον θάνατο. Κάθε λέξη με τις αιχμές και τις στρογγυλάδες του πολύτιμου. Φθάνεις στην αφετηρία της συγκρότησης αφού διαπεράσεις τον καθρέφτη σου, [«…οι αναχωρήσεις έχουν πάντα αποθηκευμένη θλίψη ιδιαιτέρως οι χαρούμενες. Θυμάσαι. Το αεράκι ανέμιζε τις πρόχειρα κολλημένες υδατογραφίες στον τοίχο∙ «πρόσεχε τις σκάλες» ακούς∙ το ακούς. Επανέρχεται, ψυθιριστά. Θυμάσαι. Μέρες εικόνες. Φωτεινές λέξεις στο σκοτάδι…», απόσπασμα από τον ήχο «ΘΑΝΑΤΟ ΨΙΘΥΡΙΖΕ Ο ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ»]. Στερεομετρία άνωθεν, γεωμετρίες κάτωθεν. Δαιδαλώδης σύνθεση αλλά κατανοητή γιατί πάντα ανήκει στο αληθινό,  στο κοινό μαρτύριο της επιβίωσης .

Δέχομαι ετούτη την γραφή. Με κερδίζει με το άρωμα, τον ήχο, τον τόπο, τα πλήθη των εννοιών πίσω από την παράταξη των λέξεων, σαν ποιητική συνθήκη ελλειπτικότητας, [«… Ο κύριος Τπτ έχει μελετήσει με κάθε λεπτομέρεια το είδος των ταλαντεύσεων του θηράματος ανάλογα με το τι (θα) ονειρεύεται, Στην ακραία , λέμε τώρα, στη σπάνια περίπτωση που το θήραμα νιώσει -αν και αυτό θεωρείται απίθανο- άβολα, ή του δημιουργηθούν ψευδαισθήσεις περί δραπετεύσεως, τότε ο κύριος Τπτ θα του αφαιρέσει  αργά, συστηματικά, τμήματα του σώματος του, έως ότου αυτό ξεψυχήσει…», απόσπασμα από τον ήχο «ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΤΠΤ»]. Η αποτύπωση του γεγονότος με σαφήνεια νεορεαλισμού, ασπρόμαυρες εικόνες και Αισχύλεια επίγευση επιχρωματισμών. Το αναπόφευκτα τραγικό κάτω απ’  το ενιαίο του  σύμπαντος.

Ολοκληρώνω  με μια ακροτελεύτια  στροφή, ή αποστροφή της τεθλασμένης διήγησης –στην ουσία οδηγίες αποτύπωσης γεγονότων- με τίτλο ΝΩΠΑ ΡΟΔΟΠΕΤΑΛΑ από το περίφημο Σημειωματάριο βαρύτητας του Στράτου Φουντούλη. Η ένταση του καθημερινού υπερρεαλισμού επικαλύπτει την πιθανή εμμονή για απλή πρόζα.  Εδώ αποκαλύπτεται η βασική ιδέα ως αιτία  γραφής καθώς το προσωπικό βίωμα προάγεται σε δείκτη καθολικής οδύνης, «…Θυμάμαι τότε που πίστευες ότι το ψάρι είναι ψάρι και όχι μία αποσυνδεδεμένη γλώσσα δίχως πτερύγια∙ τώρα η σχέση μας βρίσκεται σε αδιέξοδο. Φτάνουμε στο μπαρ. Πιάνουμε τραπέζι. Τοποθετώ το κεφάλι μου σαράντα πέντε μοίρες γωνία στον τοίχο. Ποτό και τσιγάρο επειγόντως. Παρατηρώ τις κινήσεις του καπνού να αιωρούνται αμήχανα στον πάτο του ποτηριού∙ σχεδιάζω κύκλους στην πετσέτα και τα βλέφαρά μου σκορπίζονται σαν νωπά ροδοπέταλα. Θέλω να σου πω κάτι.

Πες μου.  

Ο ήλιος είναι το μάτι του θηρίου».  

Προσοχή, ο αναγνώστης πρέπει να βρίσκεται σε επιφυλακή. Η γραφή του Στράτου Φουντούλη δεν είναι κρυπτική αλλά ορίζεται από την ένταση της συμπύκνωσης. Και τότε η μνημοσύνη, και η καθημερινότητα που την κουβαλά, δημιουργούν συνθήκες και καταστάσεις πολύτιμης ποιητικής. Το ποίημα υπάρχει παντού στο Σημειωματάριο της βαρύτητας.

 

κρίσεις για το βιβλίο μου [v]

22/11/2021 § Σχολιάστε

Από τον Κωνσταντίνο Χ. Λουκόπουλο στο periou.gr ―19/06/2021

ΒΑΡΥΤΗΤΑ –  Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΑΓΝΩΣΤΗ – αναγνωστικά σχόλια

Στη συλλογή πεζών κειμένων Σημειωματάριο βαρύτητας του Στράτου Φουντούλη, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο της φετινής χρονιάς από τις εκδόσεις ΑΩ, απολαμβάνουμε την ποικιλότητα των ποιητικών τρόπων ενός συγγραφέα που προέρχεται, μεν, από τον εικαστικό χώρο (ο Φουντούλης είναι ένας επιτυχημένος εικαστικός που ζει και εργάζεται χρόνια στο Βέλγιο), αναμετράται δε με τον κόσμο της γραφής και δη της ποίησης ως ίσος προς ίσον καθώς το αστείρευτό του περιεχόμενο αποκαλύπτεται σε κάθε κείμενο με ειλικρίνεια, ένταση και πρωτοτυπία, διανθισμένο με μια διαφορετική σχεδόν -μοναδική, κατά περίπτωση – υποστηρικτική τακτική. Δεν έχουμε να κάνουμε, επομένως, με την όψιμη απόφαση ενός εικαστικού να ασχοληθεί με τη συγγραφή, παρά με μια συμπαγή και διακριτή ποιητική πρόταση που επιδιώκει να μεταγράψει μια λογοτεχνία στο στυλ του Μπλανσό στα καθ’ ημάς χρησιμοποιώντας το δέρας και το ηθικό περιεχόμενο ενός σύγχρονου βιτρούβιου καλλιτέχνη. Για τον Φουντούλη η ποίηση είναι το ζητούμενο και η συγγραφή είναι ένας ακόμη τρόπος προς αυτήν.

Εισαγωγή στο σύμπαν του Φουντούλη κάνει το προλόγισμα του Δημήτρη Φύσσα, ένα κείμενο εξαιρετικά ακριβές  και – ταυτόχρονα – τρυφερό, που ζωγραφίζει (με λέξεις) το τοπίο μέσα στο οποίο θα κινηθεί το βιβλίο και προετοιμάζει για τη σπουδαιότητα της γραφής καθώς –μεταξύ άλλων – εντοπίζει και καταδεικνύει τις πηγές από τις οποίες πίνει ο συγγραφέας (Από τον Πετρώνιο και τον Βίκτωρα Ουγκώ  έως τον Λιστ, τον Κακναβάτο και τον Έντγκαρ Άλαν Πόε) για να ξεδιψάσουν οι αναγνώστες του.

Η ομοιογένεια της σύνθεσης εξασφαλίζεται από τις προκείμενες προθέσεις και τις πηγές, από τη σταθερή υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα που είναι των τόπων και των ανθρώπων, κι από την παράθεση μια αισθητικής διαμορφωμένης μέσα από την έκθεση (στόν) και την παραγωγή τού πολιτισμού για δεκαετίες (εκτός των εικαστικών ο Στράτος Φουντούλης συντηρεί το διαδικτυακό περιοδικό λόγου,  staxtes2003 και το μπλογκ του Αγριμολόγου). Μα είναι η λέξη βαρύτητα του τίτλου η οποία μας κατευθύνει προς την ουσία της γραφής. Είναι σα να μας λέει ο συγγραφέας: “τα κείμενα αυτά είναι ό,τι μετράει, ό,τι έχει ουσία κι ό,τι αξίζει· ταυτόχρονα ότι έχει βάρος, άχθος και καημό. Είναι όσα αξίζει να γράψω για αυτά. Είναι όσα αξίζει να διαβάσετε. Ούτε λέξη παραπάνω που θα σας επιβάρυνε και θα με επιβάρυνε.”

Με την βαρύτητα έχω μιαν αγάπη, καθώς είναι η αρχαιότερη στο σύμπαν, η παλαιότερη δύναμη (από απόσταση) που αντιλήφθηκε και αποτίμησε ο άνθρωπος (ο Νεύτωνας εν προκειμένω) μα και η πλέον άγνωστή μας, εκείνη που δεν λέει να εξηγηθεί ή να ενοποιηθεί με τις υπόλοιπες αλληλεπιδράσεις με κβαντικό τρόπο, εκείνη που δεν τα κατάφερε ο Αινστάιν να την τιθασεύσει παρότι επιχείρησε να την εξηγήσει. Κάτι ακόμη για το οποίο έχω μιαν αγάπη, ένα βάρος, έναν καημό, είναι οι μικρές φόρμες. Αν έχω ασχοληθεί με πεζά κείμενα σε επίπεδο αναγνωστικής παρουσίασης το κάνω εξ αιτίας της γειτνίασης με την ποίηση κι επειδή πραγματικά θαυμάζω την εμμονή στην ποιότητα (και στην πυκνότητα) της έκφρασης (βλ. τα Λεπιδόπτερα του Τάσου Μαδαμόπουλου) Έπειτα δεν αποφεύγω να ανιχνεύσω τις αδελφοποιτές ομοιότητες του Σημειωματάριου βαρύτητας του Στράτου Φουντούλη με τις δικές μου Πόλεις το Χειμώνα και πιο πολύ με τους Εγκιβωτισμούς και τα Κείμενα για την Αφαλάτωση. Ως αδελφός λοιπόν προσήλθα και κοινώνησα τα κείμενα. Κι αφού είμαστε ό,τι αγαπάμε ας μου συγχωρεθεί· τα είδα ως κομμάτι από τη σάρκα μου, τα λάτρεψα και για αυτό τα παρουσιάζω.

Η συλλογή χωρίζεται στις ακόλουθες υποκατηγορίες

α) Βραδινές διατάξεις, β) Sepia,  γ) Ιστορίες και δ) Αντί επιλόγου

 α) Στις Βραδινές διατάξεις:

Από το πικρό χιούμορ του κειμένου Ένα δάκρυ στις σιωπηλές σου νύχτες περνάμε στο ανάερο φιλί μιας περαστικής νότας του Λιστ στο κείμενο Των τραυμάτων που ελευθερώνει την ποιητική πρόθεση και προσθέτει το απαραίτητο άλμα καθώς διατρέχει το σαλόνι της φρόιλάιν Γκένσερ, έναν θάλαμο νοσοκομείου, τις Βαλκυρίες, τον Προυστ, τον Κλιμτ, και καταλήγει στην αγωνία για ζωή (η στην αγωνία για τη ζωή) . Από την εικαστική απόδοση μιας λέξης – που περιέχει τον αμετάκλητο χρόνο – στο κείμενο ΝΠΣΤΡΠΤ (ανεπιστρεπτί δίχως φωνήεντα) στην ξανά εικαστική ολοκληρωτική απολυτότητα του κειμένου Αιμορραγώ όπου κανείς αισθάνεται να περιέχεται σε έναν πίνακα του Μαγκρίτ ή του Ντελβό (ή ακριβέστερα του Τζόρτζιο ντε Κίρικο). Ένα διαρκές κυνηγητό της ύπαρξης και της συνείδησης, μια διαμόρφωση -σχεδόν εφηβική – μιας προσωπικότητας εν εξελίξει.

Στό Το κίτρινο μπαλόνι και η φυσαρμόνικα, ο Χρόνος, ο Έρωτας κι ο Νόστος φτιάχνουν αυτό το πολυπόθητο αμάλγαμα ταυτότητας. Αυτοί είμαστε: το παρελθόν μας και το δυνητικό παρόν μας. Η συνθετότητα του έρωτα στο κείμενο το Τελευταίο σημείωμα αναδεικνύει τον ίδιο τον έρωτα ως πρόταγμα και μάς θυμίζει ότι πιο πάνω ξαναδιαπιστώσαμε: είμαστε ό,τι αγαπάμε.

Στο Το αγόρι και ο ύπνος βρισκόμαστε μπρος σε υψηλής ποιητικής κείμενο που υμνεί τον έρωτα ως ζωοποιό και ζωοφόρο, ταυτίζει την πρόσληψη της πραγματικότητας με την πρόσληψη του έρωτα που είναι ανεξάρτητος και αυθύπαρκτος από οποιαδήποτε συνθήκη. Στην πράξη ο έρωτας είναι μια αυτοαναφορική συνθήκη προς την ίδια της ουσία της λέξης έρωτας. Αυτή η συνθήκη παράγει κύματα, εικόνων, αισθήσεων, συναισθημάτων.

β) Στην ενότητα Sepia είκοσι μικροκείμενα υψηλής ποιητικής απόσταξης ορίζουν εικόνες, περιβάλλοντα, στιγμιότυπα, αλλαγές, φθορά, γήρας, χρόνο και καταλήγουν μακέτες. Στιγμές ζωής και ανθρώπων που περιμένουν να αναποληθούν, να ψιθυριστούν,  να διαβαστούν, να αγαπηθούν ως εαυτές. Η ενότητα αυτή είναι ένας παλλόμενος εαυτός.

γ) Στις Ιστορίες η αφήγηση σοβαρεύει και γίνεται πιο αυστηρή. Ταυτόχρονα θεριεύει η αναγνωστική απόλαυση. Δεν είναι τυχαίο που γίνονται δυο αναφορές στον κόσμο των εντόμων (στα κολεόπτερα και – ω του θαύματος! – στα λεπιδόπτερα) ούτε ότι διαλέγονται στιγμιότυπα ιστορικά που θα μπορούσαν να διδάξουν τη ζωή μέσα από την πικρή επανάληψη καθώς τα διδάγματά τους εκτείνονται στο διηνεκές. Καταλήγουμε στο συγκλονιστικό κείμενο Τα κωνοφόρα δεν ταιριάζουν στον τάφο μουόπου η ματαιότητα και η περιπαικτική ειρωνική διάθεση του σύμπαντος θα ακουμπήσουν στους τάφους της δούκισσας ντ’ Αβραντές και του Βίκτωρος Ουγκό στο Περ Λασέζ, καθώς  εδώ και δυο αιώνες το κοιμητήριο είναι το μοναδικό μέρος στον πλανήτη στο οποίο η πεταλούδα abraxas glossurlariata – που ενδημεί αποκλειστικά σε οπωροφόρα -προσβάλλει τους κυπάρισσους.

Στο Αντί Επιλόγου ο Φουντούλης συμμαζεύει: αν μας αρμόζει ένα ρητό βαδίζοντας προς το τέλος είναι το UTINONABUTI (Χρήσθαι Ουχί Καταχρήσθαι ή επί το δημοφιλέστερο Παν Μέτρον Άριστον) από το βιβλίο Γερνώντας του Νορμπέρτο Μπόμπιο.  Όμως αυτό μας το είπε και στον τίτλο του καθώς μας εξήγησε πως ό,τι διαβάζουμε σε τούτο το βιβλίο είναι μόνο εκείνο του οποίου η βαρύτητα άξιζε για να γραφτεί.

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.