[λογοτεχνικές κοινοτοπίες·
25/09/2021 § Σχολιάστε

Χρόνια τώρα, διαβάζουμε δοκίμια και ξανα-μανά δοκίμια, ξανά-μανά λογοτεχνικές μελέτες-πονήματα, ξανά-μανά επαναδημοσιεύσεις διηγημάτων και ξανά-μανά απόψεις. ‘Ολα περί τον Παπαδιαμάντη, και κάθε φορά που νομίζω ότι, δεν μπορεί διάολε, εξαντλήθηκε το… φαινόμενο ―τσούπ! να κι άλλο ένα πόνημα για τον μέγα Σκιαθίτη, και συνεχώς διαψεύδομαι. Καλώς ή κακώς το φαινόμενο συνεχίζεται, δεν είμαι ειδικός για να το κρίνω. Αλλά πατριώτες μου, η χώρα μας γέννησε και άλλους, εξίσου σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων και του Λόγου, αν όχι σημαντικότερους.
―Μας κάνατε κάθε φορά που διαβάζουμε περί «Παπαδιαμάντη», όπως και για Εμφύλιο, ή… Χαμένες Πατρίδες, να λέμε: Βαρέθηκα. Boring. Βαρετό. Μας τά ‘παν κι άλλοι. Πάμε παρακάτω.
✿
κρίσεις για το βιβλίο μου [vi]
29/05/2021 § Σχολιάστε

Από την ©Τασούλα Γεωργιάδου―Δημοσιεύτηκε 28 Μαΐου 2021 στο diastixo.g >>>
Σε castanhas assadas παραπέμπει η σπάνια φωτογραφία σε γκρο πλαν του εμπροσθοφύλλου του κομψού βιβλίου του Στράτου Φουντούλη Σημειωματάριο βαρύτητας. Με ταξίδεψε σε φθινοπωρινή Πορτογαλία. Έπεσα μέσα; Δεν υπάρχει επεξήγηση του θέματος από τον συγγραφέα, που εν προκειμένω συμπίπτει με τον φωτογράφο (αλίμονο, έχουμε να κάνουμε με καταξιωμένο εικαστικό). Σημειωματάριο βαφτίζεται από τον δημιουργό του και δη βαρύτητας. Είναι μια ατζέντα μικρού μεγέθους, σε πρώτη ζήτηση κάπως, παρά πόδας θα λέγαμε του συγγραφέα, για καταγραφή σκέψεων, εντυπώσεων, γεγονότων που έχουν μια ξεχωριστή σημασία για τον ίδιο; Μπορείς να το πεις κι έτσι. Ένας άνθρωπος της τέχνης δεν θα έχει ένα οργκανάιζερ σαν επιχειρηματίας, θα κρατά ένα μπλοκ για σχεδιάσματα και σημειώσεις.
Μη σας παρασύρει το μικρό μέγεθος του βιβλίου, το εύχρηστο που μπαίνει στην τσάντα των γυναικών ή το σακάκι των ανδρών. Σφιχτοδεμένο και κομψό. Δεν διαβάζεται στη διαδρομή του μετρό ή του λεωφορείου. Θέλει συγκέντρωση, να μη σε περισπά ο περιβάλλων χώρος. Θέλει δεύτερη και τρίτη ανάγνωση. Συμπυκνώματα σκέψης με φιλοσοφικές διαστάσεις σε λόγο κοφτό, πυκνό, σχεδόν τηλεγραφικό. Τι κι αν τα χαρακτηρίζει πεζά, μάλλον σε ποιήματα κλίνουν. Συχνά αξιοποιεί επιστημονικούς όρους φυσικής –βλ. από τον τίτλο επικαλείται τη βαρύτητα–, βοτανικής, συστηματικής ταξινόμησης ειδών στη ζωολογία. Σχεδιάζει με τις λέξεις πίνακες. Οι εικόνες που αναδύονται από τις λέξεις του θα μπορούσαν να σχεδιαστούν στον καμβά. Φαίνεται ο εσωτερικός κόσμος κάποιου που εκφράζεται εικαστικά.
Διακρίνουμε τρεις ενότητες μετά το κατατοπιστικό προλόγισμα του Δημήτρη Φύσσα: Βραδινές διατάξεις, Sepia, Ιστορίες.
Στον τυπογραφικό κάνναβο τα μπονζάι αφηγήματα μικρής φόρμας εναλλάσσονται με πεζοποιήματα, με μοναδική λογοτεχνική χροιά των ειδών. Διακρίνεται ένας εσωτερικός ρυθμός έντασης σε μια αφήγηση πολύ ζωντανή της ιστορίας, σε πρώτο πρόσωπο. Σκηνές δωματίου ή καφέ φέρνουν στον νου απεικονίσεις του Χόπερ. Σαν σε σκηνικό ο συγγραφέας φωτίζει ορισμένα μόνο σημεία, κρατώντας κάποια άλλα στο σκοτάδι, μας δίνει ονειρικές εικόνες. Οι ποιητικές εικόνες ακολουθούν τον αναγνώστη και μετά την ανάγνωση, υποβάλλονται μέσα από προσεγμένες λεπτομέρειες.
Κάποιες σκηνές ερωτικές ελλόγων όντων, ρομαντικές, τρυφερές, χάδια με φτερό στη ράχη, τίποτα από βίαιο ή πρόστυχο. Στιγμές χρονικά μεγεθυσμένες σε σχέση με την πραγματικότητα, έτσι ώστε να αναδειχτούν ιδιαίτερες λεπτομέρειες. Σε άλλα πεζά δίνει την αίσθηση μιας ματιάς νοσταλγικής στο παρελθόν, σε γλυκόπικρους κριτικούς τόνους, με φίλτρα διακοπής για τα όσα δυσάρεστα στης ζωής τα ταξίδια.
Συμπυκνώματα σκέψης με φιλοσοφικές διαστάσεις σε λόγο κοφτό, πυκνό, σχεδόν τηλεγραφικό. Τι κι αν τα χαρακτηρίζει πεζά, μάλλον σε ποιήματα κλίνουν.
Ήθελε ο Φουντούλης τα κείμενά του να διαβάζονται επίμονα, πολλές φορές, για εμβάθυνση, να μην είναι γραμμικά, να έχουν αυτό το στοιχείο που τον συνέπαιρναν εκείνον ως αναγνώστη των γραφόμενων του Μαρσέλ Προυστ. Και το κατάφερε.
Δεν περνά λέει ο καναπές από το παράθυρο από κει μόνο η ζωή μου περνά και φεύγει τόνισε με λυγμούς και το δάπεδο γέρνει προς τα εκεί κάνοντας την ντουλάπα να κουνά επικίνδυνα σε κάθε άγγιγμα της πόρτας τα πράγματά μου αχ τα έπιπλά μου που με τόσο κόπο αγόρασα και χάρηκα τώρα συντρίμμια και τα ρούχα εδώ κι εκεί με τι όρεξη να τα τακτοποιήσω κι εγώ άνθρωπος είμαι ξέρεις και σε μισή ώρα έχω να δω πρόσωπα σημαντικά δεν έχω δυνάμεις πού να βρω το κουράγιο έχω και τις κουρτίνες πώς τις κρεμάνε και πού είναι η σκάλα πού την έβαλαν είμαι μια ξεφούσκωτη μαξιλάρα
έτσι νιώθω.
Στο άνευ σημείων στίξεως, μονορούφι, ΧΙΧ / Η μετακόμιση της κυρίας πρέσβειρας, ακολουθούμενη από όλα τα είδη μακέτας στη Sepia που απασχόλησαν τον συγγραφέα-εικαστικό, μέχρι αυτές τις μακέτες αυτογονιμοποιήσεων.
Η τελευταία λέξη, αλλού φράση, κάθε πεζού κειμένου κείτεται σε παράγραφο με εμφανές διάστιχο, μια ιδιαίτερη πινελιά!
Στο Αντί επιλόγου κομμάτι προβάλλει το μότο που ενστερνίζεται περί χρήσης και μη κατάχρησης –uti non abuti– για τη ζωή του ανθρώπου και δηλώνει εμπιστοσύνη στην αμφιβολία έναντι της βεβαιότητας, όπως ο Νορμπέρτο Μπόμπιο και ο Σαραμάγκου. Να του το ενισχύσω με την αρχή του Χάιζενμπεργκ.
Εν κατακλείδι, πρόκειται για εκλεκτά αποστάγματα στοχασμού, συνδυασμένα με αλληγορία. Απολαμβάνονται γουλιά γουλιά. Το Σημειωματάριο βαρύτητας αξίζει μια ξεχωριστή διαδρομή.
[Η Τασούλα Γεωργιάδου είναι επ. σχολική σύμβουλος Φυσικών Επιστημών και συγγραφέας.]
◉
[για την ιδεολογική ταυτότητα του λογοτέχνη – σημείο αναφοράς για την αντίσταση σε κάθε δογματισμό ·
12/05/2021 § Σχολιάστε
Ηταν ο Αρης Αλεξάνδρου αναρχικός;

Εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες ο Αρης Αλεξάνδρου (1922-1978) είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας μείζων δημιουργός της νεοελληνικής λογοτεχνίας: είναι ένας ιδιότυπος θρύλος της ελληνικής πνευματικής ζωής. Ενα εξακολουθητικό σημείο αναφοράς για την αγωνία της ουμανιστικής αντίστασης σε κάθε ολοκληρωτισμό και κάθε δογματισμό.
Το εκπληκτικό, όσο και σπαρακτικό, «Κιβώτιο» λογαριάζεται σχεδόν από όλους (κατά την εκτίμησή μου δικαίως) ως το σημαντικότερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Τα αιμορραγικά ποιήματά του (που στις πρώτες τους εκδόσεις εκδίδονταν εκτός εμπορίου από ανύπαρκτους εκδοτικούς οίκους, καθώς δεν υπηρετούσαν καμία κομματική ή αισθητική γραμμή) κατακτούν όλο και περισσότερους παθιασμένους αναγνώστες στις φυγόκεντρες γωνίες του Διαδικτύου. Οι θεμελιακές μεταφράσεις του, ιδίως στον Ντοστογιέφσκι και στους Ρώσους κλασικούς (με τις οποίες ο ίδιος τόσο βασανιστικά και επώδυνα βιοπορίστηκε), έχουν μεγαλώσει τουλάχιστον τέσσερις γενιές αναγνωστών και συνεχίζουν ακάθεκτες.
Ο δε πολιτικός στοχασμός του Αρη Αλεξάνδρου, που εκφράζεται τόσο με το λογοτεχνικό έργο του όσο και με τα δοκιμιακά του κείμενα, από περιθωριακή έκφραση ενός παντοειδώς αποκλεισμένου αυτοεξόριστου βρίσκεται πλέον όλο και περισσότερο στο κέντρο της πολιτικής (ή, σωστότερα, της βιοπολιτικής) συζήτησης των καιρών μας.
Τι είναι «Αριστερά»
Η βασανισμένη ζωή του Αρη Αλεξάνδρου, ο τιτάνιος αγώνας του να εναρμονίσει τη ζωή και το έργο του σύμφωνα με τις ηθικές αρχές του, η απομόνωση που βίωσε καθώς αρνήθηκε τόσο τον καπιταλισμό όσο και τον κομμουνισμό, τόσο το «Εθνος» όσο και το «Κόμμα», τόσο τον στρατό όσο και κάθε πολιτική ορθοδοξία, καταγράφηκαν υποδειγματικά στο θεμελιακό βιογραφικό βιβλίο του (φίλου και συνεργάτη του) δοκιμιογράφου Δημήτρη Ραυτόπουλου «Αρης Αλεξάνδρου: ο εξόριστος» (Θεμέλιο, 1996). Το βιβλίο αυτό διαβάστηκε ευρύτατα και επανατοποθέτησε τον Α.Α. στο προσκήνιο μιας νέας αναστοχαστικής συζήτησης για το τι είναι και τι δεν είναι «Αριστερά». Και δεν είναι λίγοι οι φιλελεύθεροι διανοητές που, ενθουσιασμένοι από τον πυρακτωμένο αντιμαρξισμό και αντικομμουνισμό του Αλεξάνδρου (ιδίως όπως εκφράζεται στο «Κιβώτιο»), είδαν σε αυτόν έναν στοχαστή-συγγραφέα που, έστω και φυγόκεντρα, εντάσσεται στη φιλελεύθερη παράδοση.
Πριν από μερικά χρόνια κυκλοφόρησε και μια νέα πρόταση – αυτή τη φορά για τη συμπερίληψη του Αλεξάνδρου στην αναρχική παράδοση. Εισηγητής της ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης, ο οποίος εδώ και είκοσι χρόνια βγάζει τις πολύ σημαντικές εκδόσεις Πανοπτικόν (ανάμεσα στα άλλα, έχει εκδώσει τα «Απαντα» του Νίτσε σε μετάφραση Ζήση Σαρίκα, αλλά και πλήθος βιβλίων από σημαντικούς θεωρητικούς του αναρχισμού).
Ο Δεσποινιάδης το 2015 εξέδωσε σε δεύτερη έκδοση στο Πανοπτικόν το βιβλίο «Η εξέγερση της Κροστάνδης» του Αλεξάνδρου (πρώτη έκδοση: εκδόσεις Φυτράκης στη σειρά «Τα φοβερά ντοκουμέντα», 1975), ιστορικό μελέτημα που περιγράφει την εξέγερση των ναυτών της Κροστάνδης ενάντια στο σοβιετικό καθεστώς των Λένιν και Τρότσκι το 1921. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Δεσποινιάδης εξέδωσε τη μικρή μελέτη του «Ο ανυπότακτος Αρης Αλεξάνδρου» (Πανοπτικόν, 2019) – όπου συνοψίζει τις σκέψεις του για τον πολιτική στάση του Α.Α.
Ο Δεσποινιάδης (γεννημένος το 1978, χρονιά θανάτου του Α.Α.) στο βιβλίο του επιχειρεί με πάθος να εντάξει τον Αλεξάνδρου στην αναρχική παράδοση. Παραθέτει μια σειρά από αρκετά πειστικά επιχειρήματα: από το 1950 και μετά και μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Α.Α. σε βιβλία, ποιήματα, κείμενα, στάσεις ζωής στάθηκε σταθερά αντίθετος στα έθνη, στις θρησκείες, στον στρατό, στην κρατική καταστολή, στους θεσμούς της ομογενοποίησης, στον καπιταλισμό και στους νόμους της αγοράς, στον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό, σε κάθε κομματική ορθοδοξία, στον δογματισμό, στα άδεια κιβώτια που τα γεμίζουν με τα πτώματα ανθρώπων. Επιπλέον επικαλείται μια αρκετά οργισμένη ιδιωτική επιστολή του Αλεξάνδρου προς τον Ραυτόπουλο της 1ης Μαρτίου του 1976 (που δεν συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του τελευταίου, αλλά δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Μανδραγόρας», τεύχος 92). Εκεί ο Αλεξάνδρου, μιλώντας με οργή για τις πρακτικές του ΚΚΕ αλλά και για τον μαρξισμό, γράφει: «Είναι φανερό πως ήμουνα από τότε αναρχικός χωρίς να το ξέρω. Ημουν οπαδός των συμβουλίων και της αυτοδιαχείρισης – όπως προτιμάς…».
Ο Δεσποινιάδης θεωρεί πως αυτή η φράση είναι μια κατάφαση του Αρη Αλεξάνδρου προς την αναρχία και δικαιολογεί τη συμπερίληψή του στον «πασιφιστικό, ουμανιστικό αναρχισμό». Στο τέλος του βιβλίου γράφει: «Είναι καιρός να εντάξουμε στη γενεολογία μας έναν εμβληματικό πρόγονο».
H αυτοσυνέντευξη
Πρέπει να πούμε, πως μια ιδιωτική επιστολή δεν έχει το ίδιο βάρος με τη δημόσια τοποθέτηση – ιδίως εάν ο συγγραφέας της δεν επαναλαμβάνει σε δημόσιο επίπεδο όσα εκφράζει ιδιωτικά. Και στην καθοριστική δημόσια τοποθέτηση, στο πολιτικό credo μιας ολόκληρης ζωής, την αυτοσυνέντευξη του Αυγούστου-Σεπτεμβρίου του 1975 στο περιοδικό «Ηριδανός», ο Αλεξάνδρου αφιερώνει συγκλονιστικές αράδες για να προσδιορίσει την πολιτική του ταυτότητα: «Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες. […] Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Οπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Εχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα μα και σε όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων».
Σε τούτη τη συνέντευξη, ο Α.Α. δεν αναφέρεται πουθενά στον αναρχισμό ή στην αναρχία. Αντιθέτως, κλείνει τη συνέντευξη με την ποιητική/πολιτική του στοχοθεσία: «Αν κατόρθωνα να ρίξω και τον ελάχιστο κόκκο τσιμέντου για να στρωθεί ο δρόμος από τον homo sapiens στον homo humanus, θα έλεγα πως η ζωή μου δεν πήγε του κάκου».
Η γνώμη μου είναι πως ο Αρης Αλεξάνδρου (και κάθε άλλος καταστατικός δημιουργός) είναι μεγαλύτερος από οποιαδήποτε ιδεολογία – και από τον φιλελευθερισμό και από τον αναρχισμό και από οποιονδήποτε άλλο -ισμό. Συνάμα, εάν έχω διαβάσει καλά τα βιβλία του, και ακολουθώντας έναν πιο προσωπικό ορισμό της αναρχίας, δεν έχω κανένα πρόβλημα να πω πως τον λογαριάζω ως τον μόνο αληθινά αναρχικό συγγραφέα της ελληνικής γλώσσας: Υπήρξε ένας συνειδητά άεθνος, άπατρις, αποδιωγμένος από όλους homo humanus. Μα μία τόσο ιδιοσυγκρασιακή φύση σαν του Α.Α. δεν θα τασσόταν ποτέ δημόσια υπέρ μιας ομολογημένης «αναρχίας», διότι ένιωθε πως η πραγματική αναρχία υπάρχει μονάχα εφόσον αρνηθείς ακόμη την ίδια την ομολογία της.
H ουσιαστική δικαίωση της πνευματικής του κατάθεσης
Ο Αλεξάνδρου διαισθάνεται πως η ομολογημένη «αναρχία» είναι (ή μπορεί να γίνει) ακόμη μία δέσμευση, ακόμη ένας δογματισμός, μια σημαία ή, εντέλει, ακόμη μία αγέλη – και στον δρόμο προς τον homo humanus του, κάθε σημαία και κάθε αγέλη είναι μια καινούργια σκλαβιά. Επιπλέον, η αναρχία του Αλεξάνδρου στέκεται αφετηριακά ενάντια σε κάθε βία – την οποία θεωρεί εκ προοιμίου εξουσία (και για αυτό γίνεται το 1953 ο πρώτος Ελληνας αντιρρησίας συνείδησης και αρνητής στράτευσης). Ο Α.Α. έχει διαβάσει πολύ καλά τους «Δαιμονισμένους» αλλά και την πολιτική ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων: ως εκ τούτου γνωρίζει πως μέσα στο ευρύτατο φάσμα του αναρχισμού πλειοψηφεί (ή, έστω, εγγράφει ένα δραστικότερο πολιτικό αποτύπωμα) η αποδοχή της πολιτικής βίας ή και, συχνά-πυκνά, η καταστατική δοξολογία της. Είναι καθαρό πως στον κόσμο του Αλεξάνδρου αυτό δεν γίνεται ούτε κατ’ ελάχιστον αποδεκτό: κάποιος που πυροβολεί ανθρώπους, ανατινάζει ανθρώπους ή πετάει μολότοφ σε ανθρώπους ή σπίτια δεν είναι «αναρχικός» αλλά εξουσιομανής φασίστας.
Και εδώ χωράει μια αντερώτηση στην παθιασμένη πρόταση του Κ. Δεσποινιάδη: Για ποια αναρχία μιλάμε; Για την άρνηση κάθε εξουσίας – ή για την «αντι-εξουσία»; Για τον Τολστόι, τον Γκάντι και τον Αλεξάνδρου; Για τον Νετσάγεφ και τον Ραβασόλ; Για τον Κροπότκιν, τον Μπακούνιν και τον Καστοριάδη; Για τον «αναρχισμό» των πιστολιών και των μολότοφ; Είναι αναρχία οι πρακτικές και οι δοξολογίες της βίας – ή είναι η στρέβλωση και η καπηλεία της; Προφανώς η αγωνία της συμπερίληψης του Αλεξάνδρου στην αναρχία δίνει μια πρώτη απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Μένει να δούμε πόσοι και πώς θα έχουν την ανοιχτή ματιά για μια τέτοια σπάνια τιμή. Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος.
Παρ’ όλα αυτά, για ένα πράγμα δεν χωρά αμφιβολία: όλη αυτή η συζήτηση είναι μια (ακόμη) ουσιαστική δικαίωση του Αρη Αλεξάνδρου και της πνευματικής του κατάθεσης σε έναν επόμενο αιώνα από τον δικό του – έναν αιώνα που με νεωτερική αφέλεια προσπερνάει την Ιστορία, ωστόσο, παρά τις τόσες προσπάθειες, δεν μπορεί να απαλλαγεί από την αγωνία του ηθικού νοήματος. Και είναι εξαιρετικά παρήγορο που άνθρωποι και ρεύματα σκέψης ψάχνουν στα βιβλία, στους στίχους και στη σκέψη του Αρη Αλεξάνδρου τη δική τους καταστατική ή και υπαρκτική αφετηρία.
Λίγο πριν συμπληρωθούν εκατό χρόνια από τη γέννησή του, αυτός που υπήρξε ολομόναχος και απομονωμένος, «προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες Σπαρτιάτης», και πέθανε σε μια παρισινή σοφίτα που δεν χωρούσε να ανέβει ο απινιδωτής της καρδιακής ανάνηψης, γίνεται πλέον σημείο αναφοράς και αφετηρία διαλόγου. Η παθιασμένη εμμονή του Αλεξάνδρου να αρνηθεί κάθε προφητεία, κάθε «Λόγο της Αληθείας», κάθε εξαγγελία («Φίλε ή αντίπαλε, μην το αναγγείλεις πουθενά», γράφει με σπαρακτική συνέπεια) γίνεται πρόσκληση για συνάντηση μέσα στη συγκινημένη αγωνία του Homo Humanis. Τα «ένδον ρήματα» δείχνουν να βλασταίνουν μέσα στα μυαλά των κατοπινών: να αποκτούνε ρίζες και να πετάνε κλαδιά.
Ωστόσο ο Αλεξάνδρου, όπως άλλωστε και ο δάσκαλός του Ντοστογιέφσκι, όπως και όλοι οι αληθινά μεγάλοι ποιητές, φροντίζει να μας πει πως ο δρόμος προς τον τόσο συγκινημένο κόσμο του, προς τον αιμορραγικό Homo Humanus του, περνάει από ολόστενες σκάλες που δεν μπορούνε να περάσουν απινιδωτές – ούτε η γλυκιά συναίνεση με την ολέθρια ανάγκη του πολιτικού πραγματισμού, ούτε ο συμβιβασμός με τη θεσμική βία της εξουσίας, ούτε οι αγελαίες πορείες με τις σφιγμένες γροθιές και τα συνθήματα της εκδίκησης, ούτε η κοπαδοποίηση της βίας στο όνομα μιας «αντι-εξουσίας». Αντί όλων αυτών, εδώ και τουλάχιστον εξήντα χρόνια, ο Αρης Αλεξάνδρου μας άφησε, σαν σε μποτίλια στο πέλαγος, τον κατά τη γνώμη μου αναρχικότερο στίχο που έχει γραφτεί στη νεοελληνική λογοτεχνία: «Κυρ Λοχία, πάσχω από δαλτωνισμό: / βλέπω τον κάθε στόχο ίδιο με την καρδιά μου». Και εδώ μπαίνουν τα αληθινά δύσκολα για όλους μας: άραγε ποιος -ισμός, (φιλελευθερισμός, αναρχισμός ή όποιος άλλος) μπορεί να αντέξει ετούτη την πρόσκληση; Και πόσοι μπορούμε να κουβαλήσουμε την ηθική τάξη ώστε να κοιταχτούμε κατάματα σε μια τέτοια στάση ζωής;
*
©Θανάσης Τριαρίδης στη Καθημερινή
✼
[plaisir: Ludwig ·
04/05/2021 § Σχολιάστε
Ludwig Wittgenstein (1889-1951)

❃
Δεν χρησιμοποιούμε τη φράση «Αυτός ξέρει από μουσική» για κάποιον που κάνει «Α!», όταν παίζεται μουσική ― όπως ακριβώς δεν θα λέγαμε ότι ένας σκύλος ξέρει από μουσική επειδή κουνάει την ουρά του όταν παίζεται μουσική.
*
«Κοίταξε αυτό το πρόσωπο ― αυτό που έχει σημασία είναι η έκφρασή του ― κι όχι το χρώμα του, το μέγεθός του κλπ.» Ωραία, τότε δώσε μου την έκφραση χωρίς το πρόσωπο.
*
Ίσως νομίζετε πως η αισθητική είναι μια επιστήμη που μας λέει τι είναι ωραίο ― πολύ γελοία άποψη για να τη σχολιάσει κανείς. Υποθέτω πως θα ‘πρεπε να περιλαμβάνει και ποιό είδος καφέ είναι γευστικότερο.
*
Οι άνθρωποι σήμερα πιστεύουν πως οι επιστήμονες υπάρχουν για να μας διαφωτίζουν, ενώ οι μουσικοί, οι ποιητές κλπ., για να μας διασκεδάζουν. Το ότι αυτοί έχουν κάτι να τους διδάξουν ούτε που περνάει απ’ το μυαλό τους.
*
[Βιττγκεντστάιν, Στοχασμοί, μτφρ.: Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδόσεις Στιγμή 2007