[Η Αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους·
22/12/2021 § Σχολιάστε
Μανώλης Αναγνωστάκης (1925-2005)

©Latifa Echakhch, Sun Set Down (02), 2021. Courtesy of the artist and kamel mennour, Paris and London.
Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τί κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τί να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιός θα ρθεί να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.
***
Από τη συλλογή «Εποχές 3» (1951).
Από το βιβλίο: Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα» (1941-1971), δεύτερη έκδοση, Πλειάς, Αθήνα 1975, σελ. 69-70.
[τρικυμισμένα όνειρα μιας άλλης εποχής·
14/12/2021 § Σχολιάστε

©Eva Bodnar, Perfect Home, 1991-oil on canvas 120 X 115 cm /Courtesy Galerie Elisabeth & Klaus Thoman, Vienna(A)
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, δύο ποιήματα
ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Καθώς το σκοτάδι απλώνεται πάνω στην πόλη
θ’ αρχίσεις πάλι εκείνο το παράξενο παιχνίδι
των λέξεων πάνω στο χαρτί.
Χωμένος στην έρημη γωνιά σου
θα κρυφτείς ξανά από τους άλλους
για να μπορέσεις μυστικά να φανερωθείς ακέραιος
μπροστά στον έκπληκτο εαυτό σου,
που δύσκολα περιμένει.
Το λαχταράς στ’ αλήθεια το παιχνίδι αυτό,
γιατί στο βάθος ξέρεις καλά
πόσο αξίζουν αυτές οι λέξεις,
πόσες θυσίες μέσα τους κουβαλούν
με πόσο αίμα και δάκρυ είναι φορτωμένες.
Οι μέρες που θα ‘ρθούν δε με τρομάζουν.
Θα παρελάσουν μπρος μου σα γνώριμοι φαντάροι
με βήμα κοφτό, συγκρατημένο, ήρεμο ύφος.
Εγώ, κρατώντας μια θέση βολική μέσα στο πλήθος,
θα καμαρώνω με την ανύποπτη σιγουριά
που δε γνώρισε τρικυμίες ή τις απέφυγε.
Οι μέρες που θα’ ρθούν δε με τρομάζουν.
Μαζί μου θα σβήσουν – γυμνές γυναίκες, ήμερες,
ολοκληρωτικά καταχτημένες.
Θα πάρουν μαζί τους το στερνό τραγούδι μου
– εκείνο το γνωστό τραγούδι, που φοβισμένα ψιθυρίζουμε,
όταν σκεφτόμαστε τρικυμισμένα όνειρα μιας άλλης εποχής,
ημέρες φωτερές,
ολόδροσα βήματα,
βραδυνά χωρίς υποψία.
*
[Οι τοίχοι του είναι από σκληρό, λείο χαλάζι·
11/12/2021 § Σχολιάστε

©Gerhard Richter, Fuji, 1996
Αγγελική Σιγούρου, Επιστολή Πρώτη
Το χιόνι εδώ έχει λιώσει
Μα μη φοβάσαι
Μέσα μου
Το χιόνι έχει χτίσει έναν πύργο τόσο ισχυρό____τόσο δικό του
Που φυλακίζει κάθε μου όνειρο το χάραμα
Και κάθε ανάμνηση του ονείρου μου το σούρουπο
Και παγωμένα κρύσταλλα τα τζάμια του είναι
Και τα παράθυρα φωλιές πουλιών αρπαχτικών
Οι τοίχοι του είναι από σκληρό, λείο χαλάζι
Και τα λευκά δωμάτια φωτίζουν καντηλέρια
Με γαλάζια φλόγα, ακίνητη
Πόσο θέλω να σου μιλήσω τώρα ΑΓΑΠΗΜΟΥ
Τώρα που πέρασε ο χειμώνας
Κι η αρρώστια μ’ έχει κλείσει μέσα
Κι ανήλεα ο ήλιος μου πηγαινοφέρνει γεύματα
Μέσα σε κόκκινα μαργαριτάρια
Που με καίνε
Και η βροχή ζεστή
λιώνει το δέρμα μου και με πονάει
Κι οι δείχτες δεν γυρίζουνε ποτέ στους αριθμούς της νύχτας
ΑΓΑΠΗΜΟΥ τρέμω μην χαθώ
Προτού προλάβεις να έρθεις πάλι
Δος μου ένα σύννεφο σημάδι
Ή έστω μες στο προδομένο μου όνειρο μια ελπίδα
Έναν καινούργιο εφιάλτη δός μου
Καθώς ασάλευτη περνώ τις μέρες
Καθώς ασάλευτη κοιτάζω τον καιρό
Κι αδημονώ μια τίγρη να μου φέρει
Που να την έστειλες εσύ
Μια τίγρη με μάτια κυανά
Με δέρμα ζαφείρι
Με σώμα λίμνη
Με κεφάλι κεραυνό
Και μάτι αστραπή
Ναι αστραπή
Αχ να ‘χανε όλα τα πράγματα του κόσμου
Έναν χειμώνα μες στη χούφτα τους για να κρατάνε
Και να μην έφευγες ποτέ ΑΓΑΠΗΜΟΥ απ’ αυτή τη χώρα
Ο όρκος μου είναι αυτός:
Ορκίζομαι να τρέμω όπως τώρα
Μέχρι να σε συναντήσω
Ορκίζομαι
Παντοτινή αστάθεια
Αιώνια ανισσοροπία
Το πόδι ορκίζομαι ποτέ να μην πατήσει στέρεο έδαφος
Το χέρι ποτέ να μην πιαστεί από στήριγμα γερό
Και το μάτι
Του κάκου να πασχίζει όρθιο πράγμα για να δει
Και να θολώνουν μονομιάς τα πάντα σαν ανοίγει
Ακινησία
Ακινησία
Ούτε μια κίνηση πλέον δεν μου επιτρέπω
΄πωσπου να ‘ρθεις.
…
© Αγγελική Σιγούρου
“Επιστολή Πρώτη” από την ποιητική της συλλογή “χιόνι-χιόνι”. Εκδόσεις Νεφέλη
⚙︎
[Μπορχερωτικόν, περί ψυχών και αβέβαιων διαλόγων·
01/12/2021 § Σχολιάστε

Ντέλια Έλενα Σαν Μάρκο
Αποχαιρετιστήκαμε σε μια γωνιά της Πλατείας Όνσε.
Από το πεζοδρόμιο, γύρισα να κοιτάξω· στραφήκατε και με αποχαιρετήσετε με το χέρι.
Ένα ποτάμι άνθρωποι και οχήματα κυλούσε ανάμεσα μας· ήταν η ώρα πέντε ενός οποιουδήποτε απογεύματος· που να το φανταστώ πως εκείνο το ποτάμι ήταν ο θλιβερός Αχέροντας, ο ανυπέρβλητός;
Δεν ξαναειδωθήκαμε· ένα χρόνο μετά, είχατε πεθάνει.
Και τώρα εγώ αναζητώ αυτή την ανάμνηση και την κοιτώ και λέω πως ήταν μία φενάκη, πως πίσω από τον κοινό τόπο αποχαιρετισμό υπήρχε ο χωρισμός ο άπειρος.
Απόψε, δε βγήκα έξω μετά το φαγητό και ξαναδιάβασα, μήπως και τα καταλάβω αυτά τα πράγματα, την τελευταία διδασκαλία που ο Πλάτων αποδίδει στο δάσκαλο του. Διάβασα πως η ψυχή μπορεί να δραπετεύσει τη στιγμή που πεθαίνει η σάρκα.
Και τώρα πια δεν ξέρω αν η αλήθεια βρίσκεται στην μοιραία μεταγενέστερη ερμηνεία η στον αθώο αποχαιρετισμό.
Γιατί, αν οι ψυχές δεν πεθαίνουν, καλό είναι να μην δίνουν έμφαση στους αποχαιρετισμούς.
Όταν αποχαιρετάς κάποιον, είναι σα ν’ αρνείσαι τον αποχωρισμό, είναι σαν να λες: «Σήμερα παίζουμε τον αποχωρισμό, αύριο τα ξαναλέμε αύριο». Οι άνθρωποι επινόησαν τον αποχαιρετισμό, γιατί, όσο κι αν θεωρούν ότι είναι τυχαίοι και εφήμεροι, ξέρουν πως είναι κατά κάποιον τρόπο αθάνατοι.
Ντέλια, κάποτε (κοντά σε ποιο ποτάμι;) θα ξαναπιάσουμε αυτόν τον αβέβαιο διάλογο και θ’ αναρωτηθούμε μήπως κάποτε, σε κάποια πόλη που βυθιζόταν σ΄έναν κάμπο, υπήρξαμε ο Μπόρχες και η Ντέλια.
*
[από: Χόρχε Λούις Μπόρχες, Άπαντα τα πεζά [II], μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Πατάκη, 2013.