[σχεδόν κρυφά από κείνο ·
19/10/2020 § Σχολιάστε

αποτύπωμα μπουκαλιού σε εστιατόριο ―©αγριμολόγος
✳︎
Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ολόψυχα δοσμένος σε μια ιδέα, ευγενικιά και δίκια, να ζει και ν’ ανασαίνει για κείνη και μόνο για κείνη, κι ωστόσο να ξεγελάει τον εαυτό του. Κάπου μέσα του, ένας άλλος, δε σταματάει ποτέ να ονειρεύεται και να υπολογίζει, να χαίρεται και να πονάει, ανεξάρτητα, σχεδόν κρυφά από κείνο, τον ιδεολόγο.
*
[Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες, Κέδρος
✳︎
[σχεδιασμένο με κιμωλία στο σκοτάδι ·
18/10/2020 § Σχολιάστε

✲
Χθες σε ονειρεύτηκα. Δεν θυμάμαι τι έγινε ακριβώς, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι διαρκώς μετατρεπόμασταν ο ένας στον άλλο, εγώ ήμουν εσύ, εσύ ήσουν εγώ. Τελικά, κάπως πήρες φωτιά, θυμήθηκα ότι πρέπει κανείς να καταπνίγει τις φλόγες με υφάσματα, άρπαξα ένα παλιό πανωφόρι και σε χτυπούσα με αυτό. Αλλά πάλι άρχισαν οι μεταμορφώσεις, σε σημείο που, στο τέλος, δεν ήσουν πια καθόλου παρούσα, αλλά ήμουν εγώ αυτός που φλεγόταν και ήμουν και αυτός που χτυπούσε με το πανωφόρι. Αλλά δεν ωφελούσε σε τίποτα και απλώς επιβεβαίωσε τον παλιό μου φόβο ότι τέτοια μέτρα κατά της φωτιάς είναι παντελώς ατελέσφορα. Στο μεταξύ όμως είχε έρθει η Πυροσβεστική και κατάφεραν να σε σώσουν κάπως. Αλλά ήσουν διαφορετική από πριν, σαν φάντασμα […] σχεδιασμένο με κιμωλία στο σκοτάδι, και άψυχη, ή ίσως μόνο λιπόθυμη από τη χαρά που σώθηκες, έπεσες στην αγκαλιά μου. Αλλά κι εδώ υπήρχε η αβεβαιότητα της μεταμόρφωσης, ίσως να ήμουν εγώ εκείνος που έπεσε στην αγκαλιά κάποιου άλλου.
Προς στη Μίλενα Γεσένσκα
✲
Θυμήθηκα ποιός είμαι, στα μάτια σου δεν διάβαζα πλέον καμία πλάνη, είχα τον ονειρικό τρόμο (του να συμπεριφέρεσαι σαν στο σπίτι σου κάπου όπου δεν ανήκεις), αυτόν τον τρόμο τον είχα στην πραγματικότητα, έπρεπε να επιστρέψω στο σκοτάδι, δεν άντεχα τον ήλιο.
Προς τη Μιλένα Γεσένσκα, 14 Σεπτεμβρίου 1920.
✲
Το παράθυρο ήταν ανοιχτό, στο ανήσυχο μυαλό μου έπεφτα επί ένα τέταρτο της ώρας ακατάπαυστα από το παράθυρο, μετά εμφανίστηκαν πάλι σιδηρόδρομοι και ένας μετά τον άλλο πέρασαν πάνω από το ξαπλωμένο στις ράγες κορμί μου, βαθαίνοντας και διευρύνοντας τις δύο τομές στο λαιμό και στα πόδια.
Επιστολή στη Φελίτσε Μπάουερ, 28 Μαρτίου 1913
*
[Franz Kafka, Όνειρα ―Μετάφραση: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη ―εκδόσεις Άγρα —»(Στάχτες)
✲
[όπως θάλασσα σε πιώμα πρωινού ·
15/10/2020 § Σχολιάστε
Κυριακή Βυρίνη, Αναπόκριτα

©αγριμολόγος
❈
(XVII)
Ιούλιος καύσωνας
Και φτιάχνεις μια βροχή
Στα μάτια μου
Πιο κάτω
Στη πιο μικρούλα λέξη σου
τρις το άνοιγμα της σάρκας
όπως διαβάζω από την έσω ρίζα
της πηγής ως τις κορυφές της
Αφή
Να εννοώ πλησίασμα δαχτύλων και παλάμης
κι όπως το τρέμισμα στο έξω μουέτσι και η σχισμή κι ο πόνος ο μέσα
Κι έπειτα καύλα
και στο μου σταυρώνει
το σκίσιμο στα σωθικά ως επάνω
απ’ τον αφαλό να βγει ως και τη γλώσσα
ύστερα…
ύστερα να σ’ αγαπήσω θέλω
όπως σάρκα σε σάρκα
όπως φωτιά σε φωτιά
όπως θύελλα
όπως νάμα
όπως θάλασσα σε πιώμα πρωινού
όπως άνεμος σε πρόσωπο να το στεγνώσει
όπως γαλήνη
όπως…
έχω κάτι σπασμένες επιθυμίες
από κραυγές σάρκας αφρόντιστης
φτερά παιδικά
πτήσεων μοναχικών
ένα κορμί που αναχωρεί
πηγή που ερημώνει
η φθορά με καθορίζει
ο χρόνος με τρώει
κι ας είναι που στις λέξεις σου
λιγώνομαι, κλαίω, υγραίνομαι
πως, με ποιο κορμί δικαίωμα σηκώνω
να σε αγαπήσω;
Γι αυτό σου λέω…
Στόμα να μένω
Να σ’ ανασαίνω χείλη
Χείλη να σε μιλάω γλώσσα
Γλώσσα να σε αρταίνομαι μάτια
Μάτια να σε διαβάζω ψυχή
Ψυχή να σε χορταίνω
Μα πιο πολύ χέρια
Χέρια να σε χαϊδεύω
Και μια καρδιά να σε χωράω.
*
©Κυριακή Βυρίνη
❈
[Ήθελα πάντα νά ‘μενα μικρό κι αγνό παιδί ·
11/10/2020 § Σχολιάστε
Νίκος Καββαδίας (1910-1975)

⚛︎
Ήθελα
Ἤθελα πάντα νά ‘μενα μικρό κι ἁγνό παιδί
πού ἀπ’ τό ψυχρό δωμάτιό του ἔξω ποτέ δέ βγαίνει
καί πού, σκυφτό, παράξενα βιβλία φυλλομετρεῖ,
κι ἀπέναντί του τό κοιτοῦν παλιάτσοι ἀραδιασμένοι΄
πού ἔχει μιά ἤρεμη καρδιά καί σά μικροῦ πουλιοῦ δειλή,
καί πού ἄλλη δέν ἐγνώρισε γυναίκα ἀπ’ τή μαμά του’
πού ὧρες πολλές, σέ μιά γωνιά, μένει καί διόλου δέ μιλεῖ,
καί κάποια κούκλα πού ἀγαπᾶ κρατάει σφιχτά σιμά του’
πού τά ψυχρά ἀπογέματα, τα φθινοπωρινά,
τό δρόμο ἔξω κοιτάζοντας ἀπ’ τό παράθυρό του,
ἄγνωστα μέρη σκέφτεται, ταξίδια μακρυνά,
πού στά βιβλία πού διάβασεν ἤ πού εἶδε στ’ ὄνειρό του…
Καί μιά βραδιά χειμερινή πού ὅλα μέ χιόνι ἔχουν στρωθεῖ,
μές στό ψυχρό καί θλιβερό δωμάτιό του πεθαίνει
κι ὡς ‘Αρλεκίνος νά τόν πάρει ὁ Χάρος ἔχει ἐρθεῖ
κι ἀπέναντί του τόν κοιτοῦν παλιάτσοι συντριμμένοι
*
[Νεανικό του, πρωτοδημοσιευμένο στο Πειραϊκό Βήμα, γραμμένο ανάμεσα 1928 και 1930. Από τη συλλογή Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, εκδ. Άγρα.