[Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει ·
13/06/2020 § Σχολιάστε
Γιώργος Ιωάννου (1927-1985)

❊
Ομίχλη
Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ’ τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: «Eίχε κρύο τη νύχτα» ή «τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες».
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ’ αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ’ απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ’ το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ’ αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.
H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.
Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ’ τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.
Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ’ τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ’ ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ’ την πίεση για καλά να παραμερίζει.
Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ’ αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά ‘ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…
Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ’ όλα όσα είδα μέσα σ’ αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ’ τα πόδια στο υγρό χώμα.
*
[από το H Μόνη Κληρονομιά, Kέδρος 1982 via snhell.gr
❊
[το νόημα μίας τέχνης…
11/06/2020 § Σχολιάστε
Ο Μίλαν Κούντερα για τον Μαρσέλ Προυστ

❊
Η ετυμηγορία του Μαρσέλ Προυστ
Στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο ο Προυστ δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερος: «Στο βιβλίο αυτό[…] δεν υπάρχει ούτε ένα γεγονός που να μην είναι φανταστικό, […] δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο που να είναι υπαρκτό». Το μυθιστόρημα του Προυστ, όσο στενά κι αν συνδέεται με τη ζωή του δημιουργού του, βρίσκεται αμετάκλητα από την άλλη πλευρά της αυτοβιογραφίας· στο μυθιστόρημα αυτό δεν υπάρχει καμία αυτοβιογραφική πρόθεση· ο Προυστ δεν το έγραψε για να μιλήσει για τη ζωή του, αλλά για να φωτίσει στα μάτια των αναγνωστών τη δική τους ζωή: «… κάθε αναγνώστης, την ώρα που διαβάζει, είναι προπάντων αναγνώστης του εαυτού του. Το κάθε έργο είναι απλώς ένα είδος οπτικού οργάνου το οποίο προσφέρει ο συγγραφέας στον αναγνώστη, για να του επιτρέψει να διακρίνει επάνω του αυτό που ίσως δεν θα είχε δει χωρίς το βιβλίο. Όταν ο αναγνώστης αναγνωρίζει επάνω του αυτό που λέει το βιβλίο, έχουμε την απόδειξη για την αλήθεια του έργου…» Οι φράσεις αυτές δεν προσδιορίζουν απλώς το νόημα του μυθιστορήματος του Προυστ· προσδιορίζουν το νόημα της τέχνης του μυθιστορήματος εν γένει.
.
[απόσπασμα από: Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος, δοκίμιο σε εφτά μέρη, εκδόσεις Εστία, μετ: Γιάννης Η. Χάρης
[Α’ δημοσίευση 23/7/2015
❊
.
[Που Πηγαίνεις;
03/06/2020 § Σχολιάστε
Επαμεινώνδας X. Γονατάς (1924-2006)

❊
ΟΙ ΘΕΟΡΑΤΕΣ ΠΟΡΤΕΣ των σπιτιών αυτού του έρημου δρόμου είναι πλυμένες μονάχα οι μισές. Άλλες από τη μέση και πάνω και άλλες από τη μέση και κάτω. Στις πρώτες μπορούσα να ξεχωρίζω τα ξύλινα και γύψινα ανάγλυφα που πλαισίωναν τους χάλκινους αριθμούς: άνθη, δέντρα, καρπούς, άσεμνες ερωτικές σκηνές με πρωταγωνιστή τον Βάκχο.
Πήδηξα στα σραβαλιασμένο λεωφορείο που πέρασε με ανοιχτές πόρτες από μπροστά μου, τρίζοντας απελπιστικά, και κάθισα δίπλα στον αμίλητο οδηγό. Ένα γέρος με σουβλερό μούσι, που εκτελούσε χρέη εισπράκτορα, μου ζήτησε να καταβάλω το εισιτήριό μου.
“Που πηγαίνεις;”, ρώτησε.
“Στο Πουθενά”, του είπα.
“Τότε πληρώνεις αυξημένο εισιτήριο. Παππού, σκάσε ένα ασημένιο πεντόφραγκο”.
Έβγαλα από την τσέπη μου ένα γυαλιστερό νόμισμα, κι αφού το έτριψα λίγο στα δάχτυλα και βεβαιώθηκα πως ήταν αυτό ακριβώς που ζητούσε, του το έβαλα στην παλάμη.
*
[Ε.Χ. Γονατάς, «Τρεις δεκάρες και άλλα διηγήματα», εκδόσεις Στιγμή
❊
[Όταν η ησυχία μεταδόθηκε σ’ όλους μας, αποφασίσαμε να φύγουμε ·
01/06/2020 § Σχολιάστε
Μποστ. Μέντης Μποσταντζόγλου (Χρύσανθος Βοσταντζόγλου, 1918-1995)

❊
Αιγαίον: αφτό το άγνοστον (απόσπασμα)
Χαζέψαμε σε μια βιτρίνα κάτι καΐκια και τρεχαντήρια με χαρούμενα χρώματα. O μαστρο-Bενιέρης καθόταν στον πάγκο του και κάρφωνε καρφίτσες στα πλευρά και μετά τάκοβε με μια πένσα. Tον ρώτησα αν εκτός από τα καράβια αυτά φτιάχνη και καραβέλλες ή άλλους τύπους πλοίων. «Φέρτε μου μια φωτογραφία ή κανένα σχέδιο και σας φτιάχνω παραγγελία», απάντησε με αυτοπεποίθηση. Mου έδωσε την εντύπωση καλού μάστορα και ευσυνειδήτου με πολύ γούστο κι ας μην έδειχνε παραπάνω από 35 χρονών. Oι τιμές του, μάλλον προσιτές. Aν δήτε κι εσείς τα ομοιώματα της ανεμότρατάς του, θα παραδεχτήτε πως 500 δραχμές δεν είναι τιμή ληστρική. H δουλειά του είναι φίνα κι οι λεπτομέρειες πολύ προσεγμένες. Έχει και καραβάκια και βαρκάκια της σειράς, με 50 δραχμές το ένα, αλλά στα μεγαλύτερα κομμάτια του βάζει όλο το μεράκι κι όλο τον καημό της θάλασσας. Mούρθε ν’ αγοράσω 2 τέτοια και να τα πάρω. Eπειδή, όμως, δεν κρατούσα απάνω μου ψιλά, προτίμησα να πάρω τα πόδια μου και να φύγω από κει. Πέρασα από μια εκκλησία, άφησα πίσω μου μια άλλη, βρέθηκα μπροστά σε μιαν άλλη, παρέκαμψα τέταρτη (στη Σύρο, το ένα στα δυο σπίτια είναι κατάστημα λουκουμιών· στη Mύκονο, είναι εκκλησία), αντίκρυσα ένα περίεργο σπίτι. Πάνω στην πόρτα είχε μια επιγραφή: 1753 ΔHMHTPAKHΣ MABPOΓENHΣ, σε μάρμαρο. Oλόκληρη η πόρτα είχε σκαλισμένα μοτίβα με πουλάκια και κυπαρίσσια. Bγήκε ένας σκύλος και γαύγισε. Πίσω εμφανίστηκε ένας κύριος μ’ ένα μπαστούνι και μάλωσε το σκυλί. Aπό την ανοιχτή πόρτα φαινόταν ένα «σκρίνιο» παλιό και κάτι βυζαντινές εικόνες. Eίδε ο κύριος του σπιτιού που κοιτάζαμε και μας είπε να περάσουμε μέσα. Λεγόταν κύριος Kωστάκης Kαμπάνης και του είπαμε και χρόνια πολλά γιατί γιόρταζε. O σκύλος ήταν ήσυχος κι έβλεπε τον πελεκάνο που και κείνος ήταν ήσυχος. Όταν η ησυχία μεταδόθηκε σ’ όλους μας, αποφασίσαμε να φύγουμε.
*
[από τα Πεζά κείμενα 1960-1965, Eρμής 1998