[όπως θάλασσα σε πιώμα πρωινού ·
15/10/2020 § Σχολιάστε
Κυριακή Βυρίνη, Αναπόκριτα

©αγριμολόγος
❈
(XVII)
Ιούλιος καύσωνας
Και φτιάχνεις μια βροχή
Στα μάτια μου
Πιο κάτω
Στη πιο μικρούλα λέξη σου
τρις το άνοιγμα της σάρκας
όπως διαβάζω από την έσω ρίζα
της πηγής ως τις κορυφές της
Αφή
Να εννοώ πλησίασμα δαχτύλων και παλάμης
κι όπως το τρέμισμα στο έξω μουέτσι και η σχισμή κι ο πόνος ο μέσα
Κι έπειτα καύλα
και στο μου σταυρώνει
το σκίσιμο στα σωθικά ως επάνω
απ’ τον αφαλό να βγει ως και τη γλώσσα
ύστερα…
ύστερα να σ’ αγαπήσω θέλω
όπως σάρκα σε σάρκα
όπως φωτιά σε φωτιά
όπως θύελλα
όπως νάμα
όπως θάλασσα σε πιώμα πρωινού
όπως άνεμος σε πρόσωπο να το στεγνώσει
όπως γαλήνη
όπως…
έχω κάτι σπασμένες επιθυμίες
από κραυγές σάρκας αφρόντιστης
φτερά παιδικά
πτήσεων μοναχικών
ένα κορμί που αναχωρεί
πηγή που ερημώνει
η φθορά με καθορίζει
ο χρόνος με τρώει
κι ας είναι που στις λέξεις σου
λιγώνομαι, κλαίω, υγραίνομαι
πως, με ποιο κορμί δικαίωμα σηκώνω
να σε αγαπήσω;
Γι αυτό σου λέω…
Στόμα να μένω
Να σ’ ανασαίνω χείλη
Χείλη να σε μιλάω γλώσσα
Γλώσσα να σε αρταίνομαι μάτια
Μάτια να σε διαβάζω ψυχή
Ψυχή να σε χορταίνω
Μα πιο πολύ χέρια
Χέρια να σε χαϊδεύω
Και μια καρδιά να σε χωράω.
*
©Κυριακή Βυρίνη
❈
[Ήθελα πάντα νά ‘μενα μικρό κι αγνό παιδί ·
11/10/2020 § Σχολιάστε
Νίκος Καββαδίας (1910-1975)

⚛︎
Ήθελα
Ἤθελα πάντα νά ‘μενα μικρό κι ἁγνό παιδί
πού ἀπ’ τό ψυχρό δωμάτιό του ἔξω ποτέ δέ βγαίνει
καί πού, σκυφτό, παράξενα βιβλία φυλλομετρεῖ,
κι ἀπέναντί του τό κοιτοῦν παλιάτσοι ἀραδιασμένοι΄
πού ἔχει μιά ἤρεμη καρδιά καί σά μικροῦ πουλιοῦ δειλή,
καί πού ἄλλη δέν ἐγνώρισε γυναίκα ἀπ’ τή μαμά του’
πού ὧρες πολλές, σέ μιά γωνιά, μένει καί διόλου δέ μιλεῖ,
καί κάποια κούκλα πού ἀγαπᾶ κρατάει σφιχτά σιμά του’
πού τά ψυχρά ἀπογέματα, τα φθινοπωρινά,
τό δρόμο ἔξω κοιτάζοντας ἀπ’ τό παράθυρό του,
ἄγνωστα μέρη σκέφτεται, ταξίδια μακρυνά,
πού στά βιβλία πού διάβασεν ἤ πού εἶδε στ’ ὄνειρό του…
Καί μιά βραδιά χειμερινή πού ὅλα μέ χιόνι ἔχουν στρωθεῖ,
μές στό ψυχρό καί θλιβερό δωμάτιό του πεθαίνει
κι ὡς ‘Αρλεκίνος νά τόν πάρει ὁ Χάρος ἔχει ἐρθεῖ
κι ἀπέναντί του τόν κοιτοῦν παλιάτσοι συντριμμένοι
*
[Νεανικό του, πρωτοδημοσιευμένο στο Πειραϊκό Βήμα, γραμμένο ανάμεσα 1928 και 1930. Από τη συλλογή Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, εκδ. Άγρα.
⚛︎
[νοσταλγίες ·
10/10/2020 § Σχολιάστε
Νοσταλγία φυγής

Συγκινητικό κείμενο του ©Νίκο Δήμου στο προσωπικό του blog
❀
Με ρώτησαν σε μία πρόσφατη συνέντευξη τι είναι αυτό που μου λείπει περισσότερο.
Αυθόρμητα απάντησα: το ταξίδι.
Και ποιο ταξίδι; Όχι το οργανωμένο, προγραμματισμένο, με κλεισμένα ξενοδοχεία, εισιτήρια και ημερομηνίες.
Αλλά το αλήτικο, ελεύθερο, που για αλλού ξεκινούσες κι αλλού κατέληγες.
Το ταξίδι με αυτοκίνητο. Είτε το δικό μου, με τον κλασικό τρόποι: Πάτρα – Ανκόνα και μετά για ένα μήνα απρογραμμάτιστη περιήγηση στην Ευρώπη. Μέχρι Λονδίνο και μέχρι Όσλο έφτανα.
Είτε με δανεικό, σαν δοκιμαστής αυτοκινήτων (έκανα κάποτε κι αυτή τη δουλειά). Πετούσα μέχρι το εργοστάσιο, έπαιρνα το όχημα (συνήθως καινούργιο μοντέλο) και το επέστρεφα μετά δύο ή τρεις εβδομάδες.
Κατεύθυνση; Τελείως τυχαία. Φτάναμε σε σταυροδρόμι και ρίχναμε κορώνα γράμματα. Όπου συναντούσαμε μαζί φαγητό και πείνα, τρώγαμε. Όπου ανακαλύπταμε συμπαθητικό πανδοχείο, κοιμόμαστε. Μπαίναμε σε πόλη, βλέπαμε τις αφίσες και πηγαίναμε θέατρο, μπαλέτο, συναυλία.
Ένα μήνα έκλεινε η εταιρία για διακοπές – ένα μήνα αλητεύαμε.
Μέχρι που ήρθε ο κορονοϊός και, σε συνδυασμό με την ηλικία, μου στέρησαν τα ταξίδια.
Τώρα βλέπω …ταξιδιωτικά ντοκιμαντέρ (ευτυχώς υπάρχει η ΕT2, η Βουλή και τα ξένα κανάλια) και καθηλώνομαι στην οθόνη.
Τα χωρίζω σε δύο κατηγορίες: αυτά που αφορούν τόπους που έχω επισκεφθεί και τα άλλα που δείχνουν μέρη στα οποία δεν θα περπατήσω ποτέ μου.
Με τα πρώτα συγκινούμαι – με τα δεύτερα αγανακτώ.
Πού θα ξαναπήγαινα;
Πρώτη σε ομορφιά και γοητεία η Κωνσταντινούπολη. Φυσικά η παλιά πόλη: Το Σουλεϊμανιέ Τζαμί, (η ανάλαφρη απάντηση του μεγάλου Σινάν στην Αγία Σοφιά), η σκεπαστή αγορά (Καπαλί Τσαρσί), το παζάρι των μπαχαρικών (Μισρ Τσαρσί), η θέα από το Καφέ Λοτί (ψηλά στο μυχό του Κεράτιου), η Μονή της Χώρας (Καχριέ Τζαμί – αν προλάβετε τα ψηφιδωτά), η Γέφυρα του Γαλατά (κι η ωραία θέα της Αγίας Σοφίας), η πλατεία αποβάθρα του Εμινονού και το Γενί Τζαμί, το Τοπ Καπί… Οι άλλες ομορφιές της είναι γαστρονομικές – η καλύτερη κουζίνα που έχω απολαύσει (μέχρι και οι Γάλλοι την δέχονται ως παγκοσμίως πρώτη – μαζί βέβαια με την δική τους…).
Δεύτερη: Η Γρανάδα στην Ανδαλουσία. Η πρωτεύουσα της αραβικής Ισπανίας, κορύφωση ενός πολιτισμού που κράτησε σχεδόν οκτακόσια χρόνια και για το τέλος του οποίου (με την «Ανακατάληψη» από τους Χριστιανούς το 1492) ο Λόρκα έγραψε πως ήταν «η μεγαλύτερη πολιτιστική απώλεια στην ιστορία». Δεν έχω λόγια να περιγράψω την ομορφιά των παλατιών, των εσωτερικών κήπων, τις κρήνες, την ποίηση των ajulehos (πλακάκια). Το περπάτημα στους κήπους που ενώνουν το παλάτι με το θερινό ενδιαίτημα των Ηγεμόνων, το Generalife με τις αυλές, τα ποταμάκια, τους καταρράκτες και τα σιντριβάνια, είναι ο πιο παραδείσιος περίπατος που μπορεί να κάνει κανείς σε αυτή τη γη. Κατεβαίνοντας στην πόλη, το Albaicin, η παλιά αραβική συνοικία, σε βοηθάει να καταλάβεις τις σκάλες και τις συγχορδίες του φλαμένκο.
Τρίτη: Η Γαλλική Βρετάνη το φθινόπωρο: Η περιοχή που ελέγχεται συνεχώς από το φεγγάρι, έχοντας τις μεγαλύτερες παλίρροιες στη γη. Η σκοτεινή, μελαγχολική Βρετάνη με τα μυστηριώδη μεγαλιθικά της μνημεία, τον σκούρο ωκεανό και τους τεράστιους φάρους.
Το θέαμα, όταν στην άμπωτη αποσύρεται η θάλασσα, αφήνοντας βάρκες, καΐκια κι ολόκληρα ατμόπλοια ξαπλωμένα στην άμμο του βυθού – κι όταν με βροντερή δύναμη έρχεται η πλημμυρίδα και τα ανασηκώνει, είναι μαγικό. Η παλίρροια εμφανίζει και εξαφανίζει μικρά νησιά που μπορείς να τα φτάσεις περπατώντας – αλίμονο μόνο αν δεν τα εγκαταλείψεις γρήγορα.
Όποτε τα ονειρεύομαι όλα αυτά, ξυπνάω με οξεία νοσταλγία.
❀
[Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις ·
09/08/2020 § Σχολιάστε
Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

❇︎
Το σπίτι κοντά στη θάλασσα
Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.
Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της·
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα·
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν
μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.
Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω· ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να ‘ρθει, πως τον στολίζουν
μ’ άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να ‘ρθει να μ’ αποχαιρετήσει·
ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.
Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.