[Η Αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους ·
12/05/2020 § Σχολιάστε
Μανώλης Αναγνωστάκης (1925-2005)

❀
Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τί κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπή ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τί να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιός θα ‘ρθεί να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.
***
[Από τη συλλογή «Εποχές 3» (1951).
[Από το βιβλίο: Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα» (1941-1971), δεύτερη έκδοση, Πλειάς, Αθήνα 1975, σελ. 69-70.
*
[>>>Στάχτες]
❀
[Οι Πυροσβέστες της Μαδρίτης ·
11/05/2020 § Σχολιάστε
Rafael Sánchez Ferlosio (1927-2019)

❀
Κάποια μέρα, ο Αλφανουί κι ο κύριος Θάννα είδαν μια πυρκαϊά. Μια γυναίκα σ’ ένα μπαλκόνι ούρλιαζε απελπισμένη. Απ’ τις ρωγμές του σπιτιού έβγαινε καπνός. Ο κόσμος μαζεύτηκε γύρω απ’ το σπίτι. Από μακριά άρχισε ν’ ακούγεται η σειρήνα της Πυροσβεστικής. Έπειτα, έφτασαν μεγαλοπρεπείς απ’ το βάθος του δρόμου, με το κόκκινο, άλικο όχημά τους και την επιχρυσωμένη του και τα επιχρυσωμένα τους τα κράνη, καθαροί και περίλαμπροι. Οι πυροσβέστες έφερναν μια γιορτινή χαρά.
Υπήρχαν, εκείνους τους καιρούς, στη Μαδρίτη, πολλά παιδιά που ήθελαν να γίνουν πυροσβέστες. Ήταν μια ειρηνική εποχή και τα ηρωικά παιδιά δεν είχαν άλλο όνειρο. Γιατί ο πυροσβέστης ήταν ο καλύτερος ήρωας απ’ όλους τους ήρωες, αυτό που δεν είχε εχθρούς, ο μεγαλύτερος ευεργέτης. Οι πυροσβέστες ήσαν καλοί και σεβάσμιοι, με τα μεγάλα του μουστάκια, με τις φόρμες τους, με τις περικεφαλαίες τους όπως οι Έλληνες και οι Τρώες, αλλά ομόψυχοι κι ευγενικοί, χοντροί και καλοσυνάτοι. ζήτω οι πυροσβέστες!
Απ’ την άλλη μεριά, ήσαν οι μεγάλοι φίλοι της φωτιάς. Έπρεπε να βλέπατε με τι χαρά κατέφθαναν, τον ενθουσιασμό του έργου τους, την αγαλλίαση των κόκκινων οχημάτων τους. Έσπαζαν με τα τσεκούρια τους πολύ περισσότερα απ’ όσα έπρεπε να σπάσουν. Αγανακτισμένοι απ’ την ατέλειωτη ησυχία τους, τους μέθαγε ο συναγερμός, οι φλόγες τους ξανάβανε κι έφταναν στην πυρκαϊά όλο ευφορία. Έβαζαν μπροστά τους μηχανισμούς τους, πλήρεις από ενεργητικότητα και καθαρή ταχύτητα. Νικούσαν τη φωτιά, μόνο και μόνο επειδή παρουσίαζαν έναντι εκείνης μεγαλύτερης ενεργητικότητα και μεγαλύτερη ταχύτητα. Και η φωτιά ταπεινωμένη, αποσυρόταν στα μυστικά της σπήλαια. Αυτοί το γνώριζαν το μυστικό, το μόνο αποτελεσματικό ενάντια στις φλόγες. Νικούσαν τη φωτιά ως προς εκείνο που θεωρούσαν τότε περισσότερο σπουδαίοι: την κίνηση και τη σκηνογραφία. Την εξευτέλιζαν. Όλα τα μάτια στρέφονταν σ’ εκείνους• τη φωτιά κανείς δεν την κοιτούσε πια.
Έτρεχαν λιγότερο από ένα κανονικό άτομο, αλλά έτρεχαν με ρυθμό και τέμπο γυμναστικό: το στήθος έξω, πυγμή στο στήθος, ψηλά το κεφάλι, σηκώνοντας πολύ τα πόδια από το έδαφος και τα γόνατα προς τα έξω και ποτέ δεν σκόνταφτε ο ένας στον άλλο. Για όλους αυτούς τους λόγους ο κόσμος έλεγε:
– Τι όμορφα που τρέχουν!
Ποτέ δεν έβγαλαν κανέναν απ’ την πόρτα, αν και θα μπορούσαν• πάντα το έκαναν απ’ τα παράθυρα ή απ’ τα μπαλκόνια, επειδή το σημαντικό για να νικήσουν ήταν η θεαματικότητα. Υπήρξε πυροσβέστης που, πάνω στο ζήλο του, ανέβασε μια νεαρά ύπαρξη από τον πρώτο όροφο μέχρι τον πέμπτο, προκειμένου να την σώσει από εκεί.
Σε κάθε όροφο υπήρχε πάντοτε μια νέα. Όλοι οι υπόλοιποι γείτονες έβγαιναν απ’ το σπίτι πριν να φτάσουν οι πυροσβέστες. Αλλά οι νέες έπρεπε να μείνουν και να σωθούν από κείνους. Αυτή ήταν η ιερή προσφορά που έκανε ο λαός στους ήρωές του, γιατί δεν υπάρχει ήρωας χωρίς κορίτσι. Όταν έφτανε η ώρα της φωτιάς, κάθε νέα γνώριζε τις υποχρεώσεις της. Ενώ οι υπόλοιποι έτρεχαν γρήγορα με όλα τα τιμαλφή, αυτές σηκώνονταν αργά και τραγικά, δίνοντας καιρό στις φλόγες, σκούπιζαν απ’ το πρόσωπό τους τις μπογιές και τα βαψίματα, έλυναν τις μακριές αλογοουρές τους, ξεγυμνώνονταν και φορούσαν το άσπρο νυχτικό. Έβγαιναν τέλος, επίσημες και μεγαλοπρεπείς, να ουρλιάξουν και χτυπήσουν τα μπράτσα τους στα μπαλκόνια.
Έτσι τα είδε ο Αλφανουί εκείνη την ημέρα, κι αυτά γίνονταν κάθε φορά που υπήρχε πυρκαϊά. Συνέβαινε πάντα το ίδιο, γιατί ήταν μια εποχή με τάξη και με σεβασμό και με καλές συνήθειες.
*
Μετάφραση: ©Γιώργος Λυκοτραφίτης. περιοδικό «η λέξη» Νο 180, Απρίλιος – Ιούνιος 2004…
Βιογραφικό του Rafael Sánchez Ferlosio
❀
[Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός ·
10/05/2020 § Σχολιάστε
Γιάννης Σκαρίμπας 1893-1984

❀
Φαντασία
Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.
Kαι νάν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι’ αυτός ο άνεμος τρελλά, –τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.
Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη.
Kι’ όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς έως ότου –φως μου–
–καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλλα η φανταιζί,–
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…
*
[από το Ουλαλούμ,1936
❀
[αδογμάτιστα Φίλωνος ·
05/05/2020 § Σχολιάστε

Φίλων ο Αλεξανδρεύς ή Φίλων (ο) Ιουδαίος (Philo Judaeus, 20 π.Χ. – 45 μ.Χ.)
«[…]Όπως, όμως, οι γιατροί συνηθίζουν να θεραπεύουν τα πολύπλοκα νοσήματα με πολυπλοκότερες θεραπείες, έτσι είναι ανάγκη και για όσα προβλήματα θεωρούνται παράδοξα να προσκομίζουμε και να επιθέτουμε, λόγω του ανοίκειου χαρακτήρα τους, αλλεπάλληλες αποδείξεις. Γιατί είναι και ορισμένοι που μόλις και καταλαβαίνουν, ακόμη κι αν χτυπηθούν από μια ακολουθία αποδείξεων. Επομένως, εύστοχα λέγεται ότι εκείνος που ενεργεί πάντα φρόνιμα, ενεργεί πάντα καλά, ενεργεί πάντα ορθά, εκείνος που ενεργεί πάντα ορθά, ενεργεί αλάνθαστα, άμεμπτα, ανεπίληπτα, αθώα, άβλαβα, και άρα θα έχει τη δύναμη να κάνεις τα πάντα και να ζήσει όπως επιθυμεί. Και όποιος μπορεί να το κάνει αυτό, θα είναι ελεύθερος.[…]»
*
[Φίλων ο Αλεξανδρεύς, Ελληνισμός και Ιουδαϊσμός. Εσσαίοι και θεραπευτές, μτφρ. Σταύρος Γκιργκενης, εκδόσεις Ζήτρος.