[Που Πηγαίνεις;

03/06/2020 § Σχολιάστε

Επαμεινώνδας X. Γονατάς (1924-2006)

❊

ΟΙ ΘΕΟΡΑΤΕΣ ΠΟΡΤΕΣ των σπιτιών αυτού του έρημου δρόμου είναι πλυμένες μονάχα οι μισές. Άλλες από τη μέση και πάνω και άλλες από τη μέση και κάτω. Στις πρώτες μπορούσα να ξεχωρίζω τα ξύλινα και γύψινα ανάγλυφα που πλαισίωναν τους χάλκινους αριθμούς: άνθη, δέντρα, καρπούς, άσεμνες ερωτικές σκηνές με πρωταγωνιστή τον Βάκχο.

Πήδηξα στα σραβαλιασμένο λεωφορείο που πέρασε με ανοιχτές πόρτες από μπροστά μου, τρίζοντας απελπιστικά, και κάθισα δίπλα στον αμίλητο οδηγό. Ένα γέρος με σουβλερό μούσι, που εκτελούσε χρέη εισπράκτορα, μου ζήτησε να καταβάλω το εισιτήριό μου.

“Που πηγαίνεις;”, ρώτησε.

“Στο Πουθενά”, του είπα.

“Τότε πληρώνεις αυξημένο εισιτήριο. Παππού, σκάσε ένα ασημένιο πεντόφραγκο”.

Έβγαλα από την τσέπη μου ένα γυαλιστερό νόμισμα, κι αφού το έτριψα λίγο στα δάχτυλα και βεβαιώθηκα πως ήταν αυτό ακριβώς που ζητούσε, του το έβαλα στην παλάμη.

*

[Ε.Χ. Γονατάς, «Τρεις δεκάρες και άλλα διηγήματα», εκδόσεις Στιγμή

στάχτες

❊

[Όταν η ησυχία μεταδόθηκε σ’ όλους μας, αποφασίσαμε να φύγουμε ·

01/06/2020 § Σχολιάστε

Μποστ. Μέντης Μποσταντζόγλου (Χρύσανθος Βοσταντζόγλου, 1918-1995)

❊

Αιγαίον: αφτό το άγνοστον (απόσπασμα)

Χαζέψαμε σε μια βιτρίνα κάτι καΐκια και τρεχαντήρια με χαρούμενα χρώματα. O μαστρο-Bενιέρης καθόταν στον πάγκο του και κάρφωνε καρφίτσες στα πλευρά και μετά τάκοβε με μια πένσα. Tον ρώτησα αν εκτός από τα καράβια αυτά φτιάχνη και καραβέλλες ή άλλους τύπους πλοίων. «Φέρτε μου μια φωτογραφία ή κανένα σχέδιο και σας φτιάχνω παραγγελία», απάντησε με αυτοπεποίθηση. Mου έδωσε την εντύπωση καλού μάστορα και ευσυνειδήτου με πολύ γούστο κι ας μην έδειχνε παραπάνω από 35 χρονών. Oι τιμές του, μάλλον προσιτές. Aν δήτε κι εσείς τα ομοιώματα της ανεμότρατάς του, θα παραδεχτήτε πως 500 δραχμές δεν είναι τιμή ληστρική. H δουλειά του είναι φίνα κι οι λεπτομέρειες πολύ προσεγμένες. Έχει και καραβάκια και βαρκάκια της σειράς, με 50 δραχμές το ένα, αλλά στα μεγαλύτερα κομμάτια του βάζει όλο το μεράκι κι όλο τον καημό της θάλασσας. Mούρθε ν’ αγοράσω 2 τέτοια και να τα πάρω. Eπειδή, όμως, δεν κρατούσα απάνω μου ψιλά, προτίμησα να πάρω τα πόδια μου και να φύγω από κει. Πέρασα από μια εκκλησία, άφησα πίσω μου μια άλλη, βρέθηκα μπροστά σε μιαν άλλη, παρέκαμψα τέταρτη (στη Σύρο, το ένα στα δυο σπίτια είναι κατάστημα λουκουμιών· στη Mύκονο, είναι εκκλησία), αντίκρυσα ένα περίεργο σπίτι. Πάνω στην πόρτα είχε μια επιγραφή: 1753 ΔHMHTPAKHΣ MABPOΓENHΣ, σε μάρμαρο. Oλόκληρη η πόρτα είχε σκαλισμένα μοτίβα με πουλάκια και κυπαρίσσια. Bγήκε ένας σκύλος και γαύγισε. Πίσω εμφανίστηκε ένας κύριος μ’ ένα μπαστούνι και μάλωσε το σκυλί. Aπό την ανοιχτή πόρτα φαινόταν ένα «σκρίνιο» παλιό και κάτι βυζαντινές εικόνες. Eίδε ο κύριος του σπιτιού που κοιτάζαμε και μας είπε να περάσουμε μέσα. Λεγόταν κύριος Kωστάκης Kαμπάνης και του είπαμε και χρόνια πολλά γιατί γιόρταζε. O σκύλος ήταν ήσυχος κι έβλεπε τον πελεκάνο που και κείνος ήταν ήσυχος. Όταν η ησυχία μεταδόθηκε σ’ όλους μας, αποφασίσαμε να φύγουμε.

*
[από τα Πεζά κείμενα 1960-1965, Eρμής 1998

❊

[αν δεν έρθει το τεράστιο ποτάμι της λογοτεχνίας να το ποτίσει…

30/05/2020 § Σχολιάστε

Ο Γάιος Πετρώνιος (Gaius Petronius, 27 – 66 μ.Χ.)
ο αποκαλούμενος arbiter elegantiae, διαιτητής της κομψότητος.

❊

«Πόσοι και πόσοι νέοι, δεν κάνανε το λάθος να πιστέψουν πως είναι προικισμένοι ποιητές!» είπε ο Εύμολπος. «Η ποίηση, μπορώ να πω, τους πήρε στο λαιμό της, γιατί μόλις τα κατάφερναν να στήσουνε στους πόδες του ένα στίχο και να στριμώξουν σε μια φράση, μια ιδέα, λίγο ως πολύ λεπτεπίλεπτη, τα μυαλά τους παίρνανε αμέσως αέρα και νομίζανε πως φτάσανε στην κορφή του Ελικώνα. Δεν είναι λίγοι οι δικηγόροι, που θέλοντας να ξεκουραστούν από το χαμαλήκι της δικονομίας, καταφεύγουν στο ήσυχο άσυλο της ποίησης, σαν ναύτες που φτάνουν επιτέλους στο λιμάνι. Φαντάζομαι βλέπεις πως είναι πιο εύκολο να συνθέσεις ένα έπος, παρά έναν δικανικό λόγο, σπαρμένο δώ και κεί με ευφυολογίες. Μα η αληθινή η έμπνευση δεν τα καταδέχεται κάτι τέτοια μάταια στολίδια και το πνέμα δεν μπορεί μήτε να συλλάβει, μήτε να γεννήσει τίποτα αξιόλογο, αν δεν έρθει το τεράστιο ποτάμι της λογοτεχνίας να το ποτίσει με τα γόνιμα νερά του. Ο ποιητής πρέπει να αποφεύγει κάθε το, πως να το πω, κάθε κοινότοπη έκφραση, πρέπει να διαλέγει τις λέξεις του έξω απ’ τα όρια του λεξιλογίου της πλέμπας, με δυο λόγια να πραγματώνει κάθε φορά τον λόγο του Ορατίου:

Το άξεστο πλήθος το μισώ και μακρυά το διώχνω.

Πρέπει επιπλέον να αποφεύγει τις σκέψεις που μοιάζουν να μην έχουν σύνδεση με τον κορμό του έργου, λες κι είναι τα ορεκτικά ενός γεύματος. Πρέπει απεναντίας οι σκέψεις τοιυ να γίνονται ένα κράμα με τον στίχο, γιατί τότε μόνο θα φεγγοβολήσουν μ΄όλη τους τη λάμψη. Παράδειγμα ο Όμηρος και οι λυρικοί, ο Βιργίλιος ο Ρωμαίος και οι επιτυχείς πειραματισμοί ενός Ορατίου. Όσο για τους άλλους, δεν μπόρεσαν καν να διακρίνουν το δρόμο που οδηγεί στην ποίηση, ή κι αν τον είδανε, φοβήθηκαν να τον ακολουθήσουν […]»

*

[Πετρωνίου, Σατυρικόν, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Νεφέλη

❊

 

[νύχτα, ακουμπισμένος στο στηθαίο ενός γεφυριού ·

25/05/2020 § Σχολιάστε

Marguerite Yourcenar για Oscar Wilde

❊

Mια άσκημη νύχτα ο κύριος Wilde, ακουμπισμένος στο στηθαίο του Pont-au-Change, κοίταζε το νερό να κυλάει και αναρωτιότανε αν δεν ήταν καιρός να τελειώσει αυτό το αστείο. Η ζωή, μια αποτυχημένη τραγωδία που κινδυνεύεις να πεθάνεις πριν από την πέμπτη πράξη ή, το χειρότερο, να επιζήσεις. Λοιπόν, «νικημένος, γελοιοποιημένος απ’ το νόμο», όπως το είπε o Verlaine για τον εαυτό του, δεν έπαιρνε άλλωστε κατάκαρδα τα πράγματα, ο κύριος Wilde κοίταζε την μαυρίλα του ουρανού, το σκοτεινό νερό και το γκρίζο στηθαίο, όταν επρόσεξε πως δεν ήταν μόνος. Ένας άντρας αξιολύπητος και κουρασμένος όσο και εκείνος, κοίταζε τον Σηκουάνα. Τι άλλο μπορεί να κάνεις μέσα στη νύχτα ακουμπισμένος στο στηθαίο ενός γεφυριού αν δε σκέφτεσαι την αυτοκτονία;
Ο Wilde συγκινημένος μισοκοίταζε σε αυτό τον σύντροφό της εξουθένωσης. Έπειτα βάζοντας το χέρι στο νόμο του υποτιθέμενου αυτοκτόνου, και μ’ ένα τόνο παρ’ όλ’ αυτά βρετανικό:
― Φτωχέ μου φίλε, είσαι απελπισμένος;
― Εγώ; είπε ο άνθρωπος που γύρισε σαστισμένος. Όχι Κύριε, είμαι Κομμωτής!
Είναι χαρακτηριστικό πόσο ο Wilde, αποκαμωμένος αλλά δανδής ως το τέλος, δεν μπόρεσε να πιστέψει πως η τραγικότητα και η κοινοτοπία θα μπορούσαν να ταιριάζουνε και πως ένας κομμωτής, επίσης, θα ήτανε ένας απελπισμένος.

Marguerite Yourcenar
μτφρ. Άννα Αγγ. Σικελιανού, περιοδικό λέξη, Μάιος 1990.

❊

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.