[and the words move slow ·
23/06/2020 § Σχολιάστε
Alexander Pope (1688–1744)

❊
Η Φύση και της Φύσεως οι νόμοι, στον ζόφο της νυκτός.
Και είπεν ο Θεός, «γεννηθήτω Νεύτων»· και εγένετο φως!
Nature and Nature’s laws lay hid in night:
God said, Let Newton be! and all was light.’
Sound and Sense
True ease in writing comes from art, not chance,
As those move easiest who have learned to dance.
‘Tis not enough no harshness gives offense,
The sound must seem an echo to the sense:
Soft is the strain when Zephyr gently blows,
And the smooth stream in smoother numbers flows;
But when loud surges lash the sounding shore,
The hoarse, rough verse should like the torrent roar;
When Ajax strives some rock’s vast weight to throw,
The line too labors, and the words move slow;
Not so, when swift Camilla scours the plain,
Flies o’er the unbending corn, and skims along the main.
Hear how Timotheus’ varied lays surprise,
And bid alternate passions fall and rise!
❊
[τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες ·
14/06/2020 § Σχολιάστε
Fernando António Nogueira Pessoa (13.06.1888–30.11.1935)

ο Αγριμολόγος μπροστά στο Café A Brasiliera, στη Λισαβόνα, παρέα με τον Φ. Πεσσόα
❊
Να ταξιδεύεις; Για να ταξιδέψεις αρκεί να υπάρχεις. Πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό, στο τρένο του κορμιού μου, ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από δρόμους και πλατείες, πάνω από χειρονομίοες και πρόσωπα, πάντα τα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι τα τοπία.
Αν φανταστώ, βλέπω. Τι περισσότερο κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο η ακραία αδυναμία της φαντασίας δικαιολογεί το ότι πρέπει νβα μετακινούμαστε για να αισθανόμαστε.
«Οποιοσδήποτε δρόμος, ακόμη και ο δρόμος τους Έντεπφουλ, θα σε οδηγήσει ως το τέλος του κόσμου». Αλλά το τέλος του κόσμου, από τη στιγμή που ον κόσμος ολοκληρώθηκε κάνοντας το γύρο του, είναι το ίδιο το Έντεπφουλ από το οποίο ξεκίνησες. Στην πραγματικότητα, το τέλος του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η αντίληψή μας για τον κόσμο. Και μέσα μας είναι που τα τοπία έχπυν τοπία. Γι’ αυτό, αν τα φανταστώ, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ, είναι. Αν είναι, τα βλέπω όπως όλα. Για ποιο λόγο να ταξιδέψω; Στην Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, και στους δύο Πόλους, πού αλλού θα ήμουν παρά μόνο μέσα στον εαυτό μου, και στον τύπο και στο είδος των αισθήσεών μου;
Η ζωή είναι ό,τι την κάνουμε. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, αλλά αυτό που είμαστε.
*
[Μπερνάντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα), Το βιβλίο της ανησυχίας, τόμος Β. Μτφρ. Μαρία Παπαδήμα, Εκδόσεις Εξάντας.
❊
[Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει ·
13/06/2020 § Σχολιάστε
Γιώργος Ιωάννου (1927-1985)

❊
Ομίχλη
Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ’ τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: «Eίχε κρύο τη νύχτα» ή «τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά· πρέπει να κάνουμε ντολμάδες».
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ’ αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ’ απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ’ το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ’ αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα· ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.
H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.
Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ’ τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.
Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη· μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ’ τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ’ ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ’ την πίεση για καλά να παραμερίζει.
Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ’ αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά ‘ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…
Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ’ όλα όσα είδα μέσα σ’ αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ’ τα πόδια στο υγρό χώμα.
*
[από το H Μόνη Κληρονομιά, Kέδρος 1982 via snhell.gr
❊
[το νόημα μίας τέχνης…
11/06/2020 § Σχολιάστε
Ο Μίλαν Κούντερα για τον Μαρσέλ Προυστ

❊
Η ετυμηγορία του Μαρσέλ Προυστ
Στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο ο Προυστ δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερος: «Στο βιβλίο αυτό[…] δεν υπάρχει ούτε ένα γεγονός που να μην είναι φανταστικό, […] δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο που να είναι υπαρκτό». Το μυθιστόρημα του Προυστ, όσο στενά κι αν συνδέεται με τη ζωή του δημιουργού του, βρίσκεται αμετάκλητα από την άλλη πλευρά της αυτοβιογραφίας· στο μυθιστόρημα αυτό δεν υπάρχει καμία αυτοβιογραφική πρόθεση· ο Προυστ δεν το έγραψε για να μιλήσει για τη ζωή του, αλλά για να φωτίσει στα μάτια των αναγνωστών τη δική τους ζωή: «… κάθε αναγνώστης, την ώρα που διαβάζει, είναι προπάντων αναγνώστης του εαυτού του. Το κάθε έργο είναι απλώς ένα είδος οπτικού οργάνου το οποίο προσφέρει ο συγγραφέας στον αναγνώστη, για να του επιτρέψει να διακρίνει επάνω του αυτό που ίσως δεν θα είχε δει χωρίς το βιβλίο. Όταν ο αναγνώστης αναγνωρίζει επάνω του αυτό που λέει το βιβλίο, έχουμε την απόδειξη για την αλήθεια του έργου…» Οι φράσεις αυτές δεν προσδιορίζουν απλώς το νόημα του μυθιστορήματος του Προυστ· προσδιορίζουν το νόημα της τέχνης του μυθιστορήματος εν γένει.
.
[απόσπασμα από: Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος, δοκίμιο σε εφτά μέρη, εκδόσεις Εστία, μετ: Γιάννης Η. Χάρης
[Α’ δημοσίευση 23/7/2015
❊
.