[Τότε που το φως δεν επιτρέπει να διατηρηθούν οι αποχρώσεις·

05/05/2020 § Σχολιάστε

photo ©stratos fountoulis

Δημήτρης Νόλλας: «Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου»

O άνθρωπος που κάθεται πλάι μου λέει, «οι σωστές αποφάσεις παίρνονται το καλοκαίρι», καθώς τα βαγόνια του συρμού χτυπιούνται το ένα πάνω στ’ άλλο από τα κοφτά σύντομα φρεναρίσματα. Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου παρακολουθεί με συμπάθεια όλες αυτές τις κινήσεις που κάνω εδώ και ώρα για να απαλλαγώ από το έντυπο που διαβάζω και λέει, «δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να καταλάβεις αν αξίζει τον κόπο να διαβάσεις κάτι. Από τις πρώτες γραμμές κιόλας, καμιά φορά κι από τον τίτλο μπορείς να δεις το σημάδι…Όπως με τις φωτογραφίες στα σινεμά. Απ’ τις φωτογραφίες στις βιτρίνες των σινεμά μπορούσες να καταλάβεις αν το έργο αξίζει τον κόπο. Παλιά ήταν περισσότερες, τώρα το μεγαλύτερο χώρο καταλαμβάνουν τα χοντρά γράμματα των ονομάτων», λέει ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, ενώ ο επιβάτης που βρίσκεται απέναντί μας ρίχνει το κεφάλι βαριά ανάμεσα στα χέρια του, που απελπισμένα το αρπάζουν απ’ τα μαλλιά πριν πέσει παρακάτω. «Κάτι που φωτίζει, όσο βαθιά κρυμμένο κι αν είναι βρίσκει πάντα τον τρόπο να λάμψει. Δεν χρειάζεται να φτάσεις στην τελευταία σελίδα για να διαπιστώσεις. Αν πρέπει να κατέβεις μέχρι τον πάτο πιστεύοντας πως ακόμη δεν σου φανερώθηκε θα πει πως δεν ήταν ποτέ εκεί. Δεν υπήρξε».
Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου ηθικολογεί κι έτσι αρχίζει η πλήξη. Δεν τον νοιάζει, δεν μιλάει σε μένα ούτε σε κανέναν άλλο, πότε – πότε σταματάει και νομίζεις πως περιμένει μιαν απάντηση, ένα σχόλιο απ’ αυτούς που στριμωγμένοι αγωνιούν να φτάσουν στον προορισμό τους. Οι παύσεις του διευκολύνουν την άλλη φωνή που μόνον αυτός ακούει και εν τέλει μαζί συνδιαλέγεται. «Ένα εικοσάχρονο παιδί πέφτει από το τρανό. Δεν έχει σημασία αν κάποιος το ‘σπρωξε ή αν ο ίδιος φαντάστηκε πως μπορούσε να πετάξει. Ένα παιδί που πέφτει απ’ το τραίνο είναι σαν ένας μαύρος πλαστικός σάκος που πετιέται στον μύλο του απορριμματοφόρου. Η χώρα ξεφορτώνεται τα παιδιά της».
Ο υπόγειος μειώνει την ταχύτητά του καθώς εισβάλλει στην πλατεία των Καιρών. «Και μην ξεχνάς». λέει ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, «οι καλύτερες αποφάσεις παίρνονται το καλοκαίρι, κατά προτίμηση το μεσοκαλόκαιρο. Τότε που το φως δεν επιτρέπει να διατηρηθούν οι αποχρώσεις, ξέρεις τότε μπορούν να κατακαούν τα πάντα».
Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου δεν θέλει να μιλήσει άλλο κι ούτε είναι βέβαιο, απ’ τον τρόπο που σηκώνεται και κατευθύνεται προς την έξοδο, πως εδώ πρέπει να κατέβει. Όταν ξεκίνησε ο συρμός με κείνα τα δισταχτικά τραντάγματα, το βαγόνι είχε αδειάσει.

*

copyright©Δημήτρης Νόλλας

[….από την στήλη «Παρά Τέταρτο» στο περιοδικό «Τέταρτο» τεύχος 39-40, Ιούλιος-Αύγουστος 1988.

[Στάχτες 2006]

[Θρυλικόν Ανάκλιντρον ·

02/05/2020 § Σχολιάστε

Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

Ο ειρμός του ποταμού διεκόπη. H συνοχή όμως του τοπείου είταν τόση που και ο ποταμός κυλούσε. Mέσα από τα φύλλα των αγρών προς το γεφύρι που χτυπούσε ο ήλιος τα σπαρτά τα λευκά στήθη τα λουλούδια μέσα στα διάφανα πουκάμισα που ακκουμπούσαν στα χαράματα τα κορίτσια σκύβαν γυμνά ή σχεδόν γυμνά να συνθλίψουν και να χαϊδέψουν γενικά τα σώματά τους και τα σώματα των ανθών. O περιφερειακός δρόμος του έγινε δρόμος ολοκλήρου πόλεως και το ποτάμι που την χωρίζει σε έξη μέρη αγκαλιάζει την ώρα που συνελήφθη το τοπείο στα δάχτυλα του πεπρωμένου.

*

[από την Yψικάμινο, Άγρα 1980

[ίσως ξανάρθει ·

01/05/2020 § Σχολιάστε

Ε. Χ. Γονατάς (1924-2006)

Και να που προχθές ήρθε ο νεκρός να μ’ ευχαριστήσει· τον αναγνώρισα από τη φωτογραφία.
«Εσύ είσαι φίλος μου αληθινός. Να περιμένεις και θα σε ανταμείψω», μου είπε.
Όμως, αφού επιθεώρησε ένα-ένα όλα τα πράγματά του και τα χάϊδεψε με στοργική ματιά, έφυγε και δεν ζήτησε να τα πάρει μαζί του. Εγώ πάλι ντράπηκα να του το θυμίσω. Ποιος ξέρει όμως, ίσως ξανάρθει μια άλλη φορά για να τα πάρει.

*
[Από το τέλος του διηγήματος, Αγγελτήρια θανάτου της συλλογής Τρεις δεκάρες, εκδόσεις Στιγμή 2006.

[Η Σιωπή ·

01/05/2020 § Σχολιάστε

Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

 

Όσο και αν μένουν ανεκτέλεστα τα έργα, όσο και αν είναι πλήρης η σιγή (η σφύζουσα εν τούτοις) και το μηδέν αν διαγράφεται στρογγύλον, ως άφωνον στόμα ανοικτόν, πάντα, μα πάντα, η σιγή και τα ανεκτέλεστα όλα, θα περιέχουν έν μέγα μυστήριον γιομάτο, ένα μυστήριον υπερπλήρες, χωρίς κενά και δίχως απουσίαν, έν μέγα μυστήριον (ως το μυστήριον της ζωής εν τάφω) – το φανερόν, το τηλαυγές, το πλήρες μυστήριον της υπάρξεως της ζωής, Άλφα-Ωμέγα.

*
[Yψικάμινος, Ίκαρος 1980

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.