[Γεώργιος Σουρῆς: Εἰς τὰ θεμέλια τοῦ φρενοκομείου ·
27/02/2020 § Σχολιάστε

(Τὸ φρενοκομεῖο χτίστηκε μὲ κληροδότημα τοῦ Χίου
φιλάνθρωπου Τζωρτζῆ Δρομοκαΐτη (ποὺ πέθανε τὸ
1880) ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, κοντὰ στὴ Μονὴ Δαφνίου,
γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ τὸ λένε καὶ «Δαφνί». Ὁ Σουρῆς δὲν
ἄφησε τὴν εὐκαιρία ποὺ τοῦ ῾δινε τὸ γεγονὸς καὶ τὸ
…καυτηρίασε δεόντως… Ἀπρίλης 1884)
Ὢ Ἑορτὴ τῶν Ἑορτῶν… Ὢ εὐτυχὴς ἡμέρα!
Ὤ! τώρα πρέπει ὁ καθεὶς τοῦ Ἄστεως πολίτης
νὰ βάλει στὸ μπαλκόνι τοῦ μιὰ κόκκινη παντιέρα
μὲ μιὰ χρυσὴν ἐπιγραφὴ «Ζωρζὴς Δρομοκαΐτης».
Ναί! τώρα πρέπει στολισμὸς μὲ δάφνες καὶ μυρσίνες,
ναί! τώρα πρέπουν κανονιές, φανάρια καὶ ρετσίνες.
Φρενοκομεῖο κτίζεται καὶ στὴ σοφὴν Ἑλλάδα!
ἄ! ὁ Θεὸς ἐφώτισε τὸν Χιώτη τὸν Ζωρζὴ
καὶ τώρα μέσα στοῦ Δαφνιοῦ τὴ τόση πρασινάδα
θὰ βρίσκουμε παρηγοριὰ κι ἡ μνήμη του θὰ ζεῖ.
Ὢ μέγα εὐεργέτημα τῶν εὐεργετημάτων!
Ὢ μόνον οἰκοδόμημα τῶν οἰκοδομημάτων!
Θέλει λαμπρὸν Μαυσώλειον αὐτὸς ὁ κληροδότης,
παιάνας κι ἀποθέωσιν εἰς τρίτους οὐρανούς!…
Εὑρέθη μὲς στοὺς Χιώτηδες, μὲ γνώση κι ἕνας Χιώτης,
κι ἐσκέφθη ὁ μεγάλος του καὶ πρακτικός του νοῦς
πῶς μέσα στὴν Ἑλλάδα μας ποὺ πλημμυροῦν τὰ φῶτα,
Φρενοκομεῖον ἔπρεπε νὰ γίνει πρῶτα-πρῶτα.
Γιάννης Δάλλας (1924 – σήμερα 24.02.2020)
24/02/2020 § Σχολιάστε

Ο ΧΡΟΝΟΣ
τα πένθιμα εμβόλια
Ξημέρωνε μ’ ένα φως που γλιστρούσε σαν κρέπι κι άφηνε
ξέσκεπες οροφές και πλατείες
κι ύστερα μ’ ένα στρας ουράνιου τόξου που άστραφτε σαν να
δρεπάνιζε ως πέρα τον ορίζοντα
αρχίζοντας απ’ τον αυχένα της απέναντι πλαγιάς –
Το φως έπεφτε τώρα κάθετα στην πολιτεία και χαράζοντας
από ψηλά το δέρμα της
ο χρόνος βυρσοδέψης το άφηνε να πέφτει αθόρυβα στα πόδια
μας σε ραβδωτές λωρίδες
Τότε καθένας έσκυβε και παίρνοντας πειθήνια τη ζέβρα του
τη φόραγε κατάσαρκα σαν ισοβίτης
[προσέγγιση ·
22/02/2020 § Σχολιάστε

photo ©agrimologos.com
❊
Η ομιλία γίνεται γραφή και η γραφή βιβλίο που θεωρείται ότι συνενώνει το γράμμα και το πνεύμα. Έτσι φθάσαμε στοπ σημείο να γράψουμε ότι «Όλα στον κόσμο υπάρχουν για να καταλήξουν σε βιβλίο» (Μαλλαρμέ). Το βιβλίο ωστόσο δεν είναι η τελειωτική μορφή της υποδοχής και της παρακαταθήκης. «Η φιλοσοφία κλεισμένη σε βιβλία έχει πάψει να καλεί τους ανθρώπους», γράφει ο Μερλώ-Ποντύ. Μια γραφή που δεν θα είναι πια της τάξης της φιλοσοφίας ή της λογοτεχνίας αποκαλύπτεται εποχιακά και διεποχιακά απαραίτητη, εναρμονισμένη στο μέλλον που όψιμα ανοίγεται και στο οποίο το βιβλίο δεν είναι πλέον καθοριστικό.
❊
[Κώστα Αξελός, Αυτό που επέρχεται -Αποσπάσματα μιας προσέγγισης, μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2011
❊
[O Kριτής του Διαγωνισμού ·
15/02/2020 § Σχολιάστε
Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896)

(Προπαρασκευή)
Xώθηκε στον κοιτωνίτη
ο Kριτής αγάλι’ αγάλια,
φόρτωσε στην γερο-μύτη
δυο ζευγάρια ματογυάλια.
Eτραβήχθη στον σοφά του,
κάθεται φαρδιά πλατιά,
και μετροφυλλά μπροστά του
αναρίθμητα χαρτιά.
–Όλοι τάγραψαν με χάρη,
σε πολύτιμο χαρτί!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Βάλλει στην βαθειά του τσέπη,
βγάλ’ ένα χονδρό τσιγάρο.
Με τα σπίρτα μόλις βλέπει
την δουλίτσα του την Μάρω,
το δαγκά και το βυζάνει
σαν της μάνας του βυζί,
κι αγγαρειά την Μάρω πιάνει
να δουλέψουνε μαζί.
– Δος μ’ αυτό το καλαμάρι·
Να, μια πένα κορδωτή,
για να διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
(Τεχνικαί παρατηρήσεις)
Ένας πελεκά τους στίχους
στρογγυλούς σαν κουκουνάρια·
άλλος σπάζει τους δυστύχους
τα πλευρά και τα ποδάρια!
Ένας τους παραγεμίζει
κολοκύθια περιττά,
κι αυτονάς τους ξεντερίζει
και τους κάμνει σκελετά!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Τούτος τες φωνές στριμώνει,
π’ απ’ την στενοχώρια σκάνουν·
τούτος πάλι τες αριώνει,
που η μια την άλλη χάνουν!
Ένας κάθε λέξη γράφει
με το νι και με το σι,
κι ένας παίρνει το ξουράφι
και σου σφάζει την μισή!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Τούτος μου λογιωτατίζει,
και τα κόφτει νδελικάτα·
τούτος βλασφημά και βρίζει,
σαν τους λούστρους μες στην στράτα!
Απ’ τα λεξικά μας βγάζει
ένας την συναμική,
κι ένας πάλι δεν σκαμπάζει
ούτε γρυ γραμματική!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
(Ουσιαστικαί παρατηρήσεις)
Τούτος κλαί’ και μουρμουρίζει,
σαν μπαμπόγρια γρινιάρα·
τούτος δος του χαχανίζει,
σαν να τούρθε κουταμάρα.
Κι ένας τρίτος – Santo Dio!
Ούτε λύπ’, ούτε χαρά;
Ή δεν τάχε και τα δύο,
ή τα είχε στα γερά!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
κι όλοι οι τρίτοι περιττοί!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Ένας έπαθε πληθώρα
από αίσθημα γενναίον.
Τούτος που διαβάζω τώρα,
προστυχιά και των γονέων!
Τα φτερά τ’ αυτός ανοίγει
και στον ουρανό πετά.
Τούτος – έπεσε κι επνίγη,
σαν τον χοίρο στα σκ…!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
(Γενικόν συμπέρασμα)
Αυτουνού του λείπει ένα
κείνος τ’ άλλο δεν γνωρίζει·
ένας τάχει μαζωμένα,
και για τούτο δεν αχρήζει.
Μερικούς ουδέ κουκούτσι
τους εδόθηκε μυαλός,
κι ένα τρύπιο μου παπούτσι
δεν αξίζ’ ο πιο καλός!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι,
κι ας τους λείπει κάτι τι.
Πές μου, Μάρω, ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή;
(Τελικόν συμπέρασμα)
Είχε πάρ’ αυτήν τον πρώτο
κι άρχισε να ροχαλίζη.
Μα ξιππάσθη με τον κρότο
κι είπε δίχως να γνωρίζη.
– Από κάθε μια φυλλάδα
λείπει, λέγεις, κάτιν τις;
Δίχως άλλο στην Ελλάδα
δεν υπάρχει ποιητής.
Και κανένας δεν θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή,
αν μας κάμουνε την χάρη
και βραβέψουν τον Κριτή.
*