[δεν μπορούμε να μην εξουσιάζουμε ή να μην υπηρετούμε ·

10/04/2020 § Σχολιάστε

Albert Camus (1913-1960)

❦

[..]Εξαίσιο σπίτι, ε; Οι δύο προτομές που βλέπετε εκεί είναι νέγρων σκλάβων. Ένα σύμβολο. Το σπίτι ανήκε σε δουλέμπορο. Α, την εποχή εκείνη δεν έκρυβες τα χαρτιά σου! Είχες τα κότσια, έλεγες: «Εγώ τα φυσάω, εμπορεύομαι σκλάβους, πουλάω μαύρη σάρκα». Φαντάζεστε να κάνει σήμερα κάποιος δημοσίως γνωστό πως έχει τέτοια δουλειά; Τι σκάνδαλο! Από δω τους ακούω τους παριζιάνους συναδέλφους μου. Είναι άτεγκτοι επί του θέματος, δε θα δίσταζαν να ρίξουν δυο τρεις διακηρύξεις, μπορεί και παραπάνω! Κατόπιν ωρίμου σκέψεως, θα πρόσθετα την υπογραφή μου στη δική τους. Δουλεία, α, όχι! Είμαστε αντίθετοι! Που αναγκαζόμαστε να την έχουμε στα σπίτια μας ή στα εργοστάσια, καλά, είναι μέσα στο πρόγραμμα, αλλά να το ‘χεις και καμάρι, πάει πολύ.

Ξέρω καλά πως δεν μπορούμε να μην εξουσιάζουμε ή να μην υπηρετούμε. Ο καθένας χρειάζεται τους σκλάβους όπως τον καθαρό αέρα. Προστάζω σημαίνει αναπνέω, συμφωνείτε; Και οι πλέον απόκληροι καταφέρνουν να αναπνεύσουν. Κι ο έσχατος στην κοινωνική κλίμακα έχει έστω σύζυγο ή παιδί. Αν είναι εργένης, σκύλο. Με δυο λόγια, η ουσία είναι να μπορείς να θυμώνεις χωρίς να ‘χει ο άλλος το δικαίωμα να σου αντιμιλήσει. «Δεν αντιμιλάνε στον πατέρα τους» το ξέρετε το ρητό; Από μιαν άποψη, είναι παράδοξο. Σε ποιον ν’ αντιμιλήσεις σ’ αυτή τη ζωή αν όχι σ’ όποιον αγαπάς; Απ’ την άλλη, είναι πειστικό. Κάποιος πρέπει να ‘χει την τελευταία λέξη.. Διαφορετικά, σε κάθε λόγο μπορεί ν’ αντιταχθεί ένας άλλος: δε θα τελειώναμε ποτέ. Η δύναμη, αντίθετα, κόβει τα πάντα. Μας πήρε καιρό, μα το καταλάβαμε. Παραδείγματος χάριν, πρέπει να το ‘χετε παρατηρήσει, η γηραιά Ευρώπη μας φιλοσοφεί επιτέλους αξιοπρόσεχτα. Δε λέμε πια, καθώς σε καιρούς αφελείς: «Έτσι πιστεύω. Ποιες είναι οι αντιρρήσεις σας;» Γίναμε σαφείς. Αντικαταστήσαμε το διάλογο με το ανακοινωθέν: «Αυτή είναι η αλήθεια, λέμε. Μπορείτε πάντα να το συζητήσετε, δε μας ενδιαφέρει. Σε λίγα όμως χρόνια, η αστυνομία θα σας δείξει πως έχω δίκιο».[..]

*

[Albert Camus, Η Πτώση, μτφρ. Ιωάννα Ευθυμιάδου, Γράμματα 1987

❦

[πολύτιμα, ευτυχώς αβέβαια ·

05/04/2020 § Σχολιάστε

Danilo Kiš (1935-1989):
Επιλογή από τις «Συμβουλές σε νεαρό συγγραφέα»

– Να προσέχεις να μη μολύνεις τον λόγο σου με τη γλώσσα των ιδεολογιών.
– Μη σε καταλαμβάνει η ιστορική βιασύνη και μην πιστεύεις στη μεταφορά που μιλά για τα «τρένα της Ιστορίας».
– Μην επιβιβάζεσαι, λοιπόν στα «τρένα της Ιστορίας», γιατί αποτελούν μόνον ένα ανόητο σχήμα λόγου.
– Να έχεις πάντα στο μυαλό σου τη ρήση: «Όποιος πετύχει τον στόχο του, τα έχει χάσει όλα».
– Μην ακολουθείς ανατολίτικες φιλοσοφίες, βουδισμό, ζεν κλπ., έχεις σημαντικότερα πράγματα να κάνεις.
– Μη γίνεις προφήτης, γιατί όπλο σου είναι η αμφιβολία.
– Μη στοιχηματίζεις στο εφήμερο, γιατί θα το μετανιώσεις.
– Ούτε στην αιωνιότητα να στοιχηματίζεις, γιατί θα το μετανιώσεις.
– Μην ψάχνεις ηθικές δικαιολογίες για εκείνους που έχουν προδώσει.
– Να φυλάγεσαι από την «τρομακτική συνέπεια».
– Μην υποστηρίζεις τη σχετικότητα όλων των αξιών: η ιεραρχία των αξιών υπάρχει.
– Μην είσαι δουλοπρεπής, γιατί οι πρίγκιπες θα σε πάρουν για υπηρέτη.
– Μην επιδεικνύεις υπεροψία, γιατί θα μοιάζεις με τους υπηρέτες των πριγκίπων.
– Να αγωνίζεσαι ενάντια στις κοινωνικές αδικίες χωρίς να το προγραμματίζεις.
– Πρόσεξε μήπως οι αγώνες σου ενάντια στις κοινωνικές αδικίες σε κάνουν να λοξοδρομήσεις.
– Να φυλάγεσαι από εκείνους που σου προσφέρουν την τελική λύση.
– Μην πηγαίνεις στον θάνατο για καμιά ιδέα, και μην πείσεις κανένα να θυσιάσει τη ζωή του.
– Μη γράφεις για εορτές και επετείους.
– Μη γράφεις εγκώμια, γιατί θα το μετανιώσεις.
– Όταν όλοι γιορτάζουν, δεν υπάρχει λόγος να πάρεις κι εσύ μέρος στη γιορτή.
– Μην υπερασπίζεσαι την αλήθεια: «Μη λογομαχείς με ηλίθιους».
– Φυλάξου από τον κυνισμό, ακόμη κι αν είναι ο δικός σου.
– Να έχεις το θάρρος να αποκαλέσεις ατιμία το ποίημα του Αραγκόν που είναι αφιερωμένο στη δόξα της GPU*
– Στο άκουσμα και μόνο του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» να παραιτείσαι από κάθε περαιτέρω συζήτηση.
– Εκείνον που υποστηρίζει ότι η Κολύμα διέφερε από το Άουσβιτς, τον στέλνεις στο διάολο.
– Για εκείνον που υποστηρίζει ότι όλα αυτά αποτελούσαν «ιστορική αναγκαιότητα», ακολουθείς την ίδια τακτική.

___
(*): Σε αυτό το ποίημα με τίτλο «Χρειαζόμαστε μια Γκεπεού»(συλλογή Κόκκινο Μέτωπο, 1931), ο Αραγκόν υμνεί την GPU, τη σταλινική μυστική αστυνομία εκείνης της εποχής, που μεταξύ άλλων εξόντωσε και πολλούς ποιητές.
Σημείωσεις δικές μου: 1) Θεωρώ επίσης ατιμία ορισμένα αντίστοιχα ποιήματα του Ρίτσου, τα γνωρίζετε… 2) Θεωρώ επίσης ατιμία την αποθεωτική στάση του Μ. Γλέζου, το υμνολόγιό του που αφορούσε τον στυγνό δικτάτορα Χότζα της Αλβανίας – και  βεβαίως, δικαιώνεται μία από τις προαναφερόμενες συμβουλές: «Μη γράφεις εγκώμια, γιατί θα το μετανιώσεις»…

[Baudelaire, encore ·

02/04/2020 § Σχολιάστε

✼

Charles Baudelaire: «Ειλικρινά θεωρώ ότι η καλύτερη κριτική είναι εκείνη που είναι διασκεδαστική και ποιητική· κι όχι εκείνη η ψυχρή και μαθηματική, Η οποία, με το πρόσχημα ότι επιδιώκει να εξηγήσει τα πάντα, δεν περιέχει ούτε μισός ούτε αγάπη, και οικειοθελώς στερείται κάθε πάθους· όμως, επειδή ένας όμορφος πίνακας είναι στην ουσία μια φύση επινοημένη από τον καλλιτέχνη, εγώ λοιπόν προτιμώ μια κριτική που να είναι και η ίδια εικόνα του πίνακα που επινοήθηκε από κάποιο ιδιοφυές και ευαίσθητο πνεύμα. Με την έννοια αυτή, η καλύτερη παρουσίαση ενός πίνακα θα μπορούσε να είναι ένα σονέτο η μια ελεγεία.»

*

[Danilo Kiš, Homo Poeticus, μτφρ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς, εκδόσεις Scripta

✼

[Ο γιος της καλογριάς ·

25/03/2020 § Σχολιάστε

Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος
(Σκουληκαριά Άρτας ή Μαυρομμάτι Καρδίτσας, 23 Ιανουαρίου 1782 – Φάληρο, 23 Απριλίου 1827)

Karl Krazeisen, 1828, Γεώργιος Καραϊσκάκης

✾

Σαν τα παραμύθια αρχίζει τούτη η ιστορία. Στο κεφαλοχώρι του Ροδοβιτσιού της Άρτας, Σκουληκαριά, ζούσε πριν από εκατόν ογδόντα πάνω- κάτω χρόνια μια θεληματικιά κοπέλα, η ζωή Ντιμισκή, αδελφή του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και ξαδέλφη του καπετάν Γώγου Μπακόλα. Παντρεύτηκε ένα ξενοτοπίτη, τον Γιαννάκη από το Μαυρομάτι Καρδίτσας. Την πήρε νύφη, με τα λαγούτα και τις πίπιζες , και την πήγε στο δικό του χωριό. Μα τούτο το στεφάνωμα στάθηκε άτυχο. Έπειτα από λίγο πέθανε ο άντρας της και την άφησε χήρα, νέα και άτεκνη.

Θες τα λόγια του κόσμου, θες η φτώχεια, θες η συνήθεια, την έκαναν να καλογερέψει και να μπει καντηλανάφτισσα στο μοναστήρι του Αη-Γιώργη, που γνώριμος ή συγγενής της ήταν ο γέρος ηγούμενος.

Κάτω όμως από το ράσο έβραζε το αίμα της. Η ζωή της γύρευε τα δικαιώματά της που μάταια προσπάθαγε να πνίξει.

Εκεί γύρω στα 1780, κονάκιασε, ως φαίνεται στο μοναστήρι, ο φοβερός Δημήτρης Καραϊσκος, αρματωλός του Βάλτου. Λιμπίστικε την ομορφιά της νιας καλογριάς, την έμπλεξε στα δίχτυα του και πλάγιασε μαζί της. Ευλογημένη ώρα! Η Ελλάδα της χρωστάει έναν από τους πιο λαμπρούς ήρωες του εικοσιένα.

Οι μήνες περνούσαν και το γκάστρι πια δεν κρυβόταν. Να γεννήσει στο μοναστήρι ήταν σκάνδαλο και αμαρτία Την πήγανε σε μια σπηλιά, που τώρα τηνε δείχνουν με περηφάνια οι Μαυρωματιώτες, και σ΄ αυτή, όπως τα’ αρκούδια έφερε στον κόσμο το παιδί της. Τα’ αφαλόκοψε μοναχή της, συγυρίστηκε η ίδια και το φάσκιωσε με κάτι παλιοκούρελα που μπόρεσε να οικονομήσει! Άνοιξε τον κόρφο της κι έφερε τα χείλια του μωρού στη ρόγα του βυζιού της. Του χαμογέλασε. Ήτανε Μάης κι ολούθε γύρω στη σπηλιά ανθοβολούσε ο βράχος.

Μα γρήγορα συννέφιασε το πρόσωπό της, όταν λογάριασε το τιθ’ απογίνουν εκείνο κι αυτή. Η πόρτα του μοναστηριού βρισκόταν πια κλειστή για την αμαρτωλή και το μπάσταρδο. Να πάει στους συγγενείς του αντρός της ; Αμ ποιος θα τη δεχόταν, αφού απίστησε στη μνήμη του μακαρίτη; Να γυρίσει πίσω στο χωριό της; Δε θα συναντούσε άλλο τίποτα εξόν από την καταφρόνια των δικών της. Δεν της απόμενε παρά να τα βγάλει πέρα μοναχή της.

Αφού κάθισε η λεχώνα λίγο καιρό στη σπηλιά, όπου της έφερνε τροφή οι γέρος ηγούμενος, παράδωσε το παιδί στη γυναίκα κάποιου Σαρακατσάνη τσέλιγκα, Πουλιάνα τηνε λέγανε, να το βυζάξει κι αυτή πήρε των αμαρτιών της κι έφυγε. Ντυμένη πάντα τα καλογερίστικα, γύριζε από χωριό σε χωριό πουλώντας κεριά, μοσχολίβανο, σταυρούς και θαυματουργό από τα καντήλια της εκκλησίας λάδι, μοναδικό για τον πονόματο.

Ο τόπος όμως μικρός και σιγά- σιγά το μυστικό της γίνηκε βούκινο. Και καθώς ήτανε ναι κι όμορφη, άκουγε λόγια φαρμακωμένα. Μα η Ζωή δεν το ‘βαζε κάτω’ αποκρινόταν στα πρώτα με μια πιο βαριά ακόμα βρισιά και στ΄ άλλα μ΄ έναν πιο τσουχτερό λόγο. Απ’ αυτήνανε λένε πως πήρε ο ΚαραΪσκάκης την άτσαλη γλώσσα που είχε ως το τέλος της ζωής του.

Κι όταν τ΄ ανίδεο παιδί άρχισε να μπουσουλάει κι ύστερα να τραυλίζει, ρώταγαν τους Σαρακατσαναίους τσελιγκάδες που το είχαν;

– Ποιανού είναι τούτο το μούλικο;

Κι έπαιρναν την απόκριση:

– Ο γιος της καλογριάς.

Αυτό στάθηκε το πρώτο όνομά του. Και Δε λησμονήθηκε ποτέ. Τον ακολούθησε ίσαμε το θάνατο. Κι έπειτα πέρασε στην ιστορία.

*
[Δημήτρης Φωτιάδης, Καραϊσκάκης, εκδόσεις Δωρικός

✾

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.