Μπόρχες: Θεωρώ τη θεολογία ως έκφανση της φανταστικής λογοτεχνίας

24/08/2025 § Σχολιάστε

Γεννήθηκε σαν σημερα 24 Αυγούστου 1899
στο Μπουένος Άιρες

borges20.3.16
nTBBo7b8c

Μπόρχες: Σκέφτομαι πως ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας μπορεί να ξεκίνησε με τρόπο τετριμμένο, από την ψιλοκουβέντα των καφενείων, από τέτοια πράγματα. Τι λέτε κι εσείς:

Σάμπατο: Με συγχωρείτε, αλλά έχω μείνει στο απόφθεγμα που αναφέρατε προηγουμένως. Ας μην ξεχνάμε τις φρικαλεότητες που έλαβαν χώρα εν ονόματι του Ευαγγελίου. Και τις βαναυσότητες που διέπραξε ο Στάλιν στο όνομα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

Μπόρχες: Τι παράξενο! Τίποτε απ’αυτά δε συνέβη, λόγου χάρη, με το βουδισμό.

Σάμπατο: (Σκεφτικός) Πείτε μου, Μπόρχες, στ’ αλήθεια σάς ενδιαφέρει ο βουδισμός; Ως θρησκεία θέλω να πω. Ή μήπως σας απασχολεί μόνο ως λογοτεχνικό φαινόμενο;

Μπόρχες: Μου φαίνεται κάπως λιγότερο απίθανος από το χριστιανισμό. (Γελάνε) Ίσως και να πιστεύω στο κάρμα. Αλλά ότι υπάρχει παράδεισος ή κόλαση δεν το πιστεύω.

Σάμπατο: Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχουν, θα πρέπει να ‘ναι δύο οικήματα με εντελώς απροσδόκητους ενοίκους.

Για μια στιγμή, τα γέλια μπερδεύονται με τα λόγια. Οι δυο τους διασκεδάζουν.

Μπαρόνε: Και ποια η γνώμη σας για τον Θεό, Μπόρχες;

Μπόρχες: (Σε εμφανώς ειρωνικό τόνο) Πρόκειται για την κορυφαία επινόηση της φανταστικής λογοτεχνίας. Τα γεννήματα της φαντασίας του Γουέλς, του Κάφκα ή του Πόε ωχριούν μπροστά στο επινόημα της θεολογίας. Η ιδέα ενός τέλειου, παντοδύναμου όντος είναι κατεξοχήν φανταστική.

[…]

Σάμπατο: Πείτε μου όμως, Μπόρχες, αφού δεν πιστεύετε στον Θεό, γιατί γράφετε τόσες ιστορίες θεολογικού χαρακτήρα;

Μπόρχες: Θεωρώ τη θεολογία ως έκφανση της φανταστικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για την εντελέστερη μορφή του είδους. […] Και, προπάντων, για ένα βιβλίο όπως το Summa Teologika(*). Πρόκειται για ένα φανταστικό έργο πολύ ανώτερο από εκείνα του Γουέλς. (Χαμογελάει)

__________
(*) Πρόκειται για το γνωστότερο έργο (1266-1273) του θεολόγου και αγίου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Θωμά Ακινάτη (1225-1274).

nTBBo7b8c

[Μπόρχες-Σάμπατο, Διάλογοι, μτφρ:Δήμητρα Παπαβασιλείου, πρόλογος: Ορλάντο Μπαρόνε, εκδόσεις Printa] 

Α’ δημοσίευση 20.3.2016

[σε φρόνιμους και παραλυμένους·

04/08/2025 § Σχολιάστε

François Villon, Επιτάφιος

 
François Villon (c. 1431–1464)
XVIII. ΕΠΙΤΑΦΙΟ
ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΕΔΩ ΣΤΟ ΔΩΜΑ ΑΥΤΟ.
ΑΠ’ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΗ ΣΑΪΤΑ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ,
ΕΝΑ ΣΚΟΛΙΤΑΡΟΥΔΙ ΤΡΥΦΕΡΟ:
ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ ΤΟ ΛΕΓΑΝ, ΤΟ ΚΑΗΜΕΝΟ.
ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΡΟΥΠΙ ΓΗΣ, ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΟ
ΕΙΧΕ ΟΛΟ ΤΟΥ ΤΟ ΒΙΟΣ ΕΔΩ ΚΙ ΕΚΕΙ:
ΣΚΑΜΝΙΑ, ΤΡΑΠΕΖΙ ΚΑΙ ΨΩΜΙ ΦΡΥΜΕΝΟ.
ΠΕΣΤΕ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΣΤΟ ΘΕΟ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΥΚΗ:

ΕΥΚΗ

Χάρισε αιώνια ανάπαψη και φως,
Κύριε, σ’αυτόνε το συφοριασμένο,
Που ούτε ένα ρούπι της γης, ούτε στρωμένο
Πλούσια τραπέζι απόχτησε ο φτωχός.
Από μαλλιά και γένεια ήταν σπανός,
Ωσάν αυγό σκληρό ξεφλουδισμένο.
Χάρισ’ του αιώνια ανάπαψη και φως.

Τον στείλαν στο μπουντρούμι στανικώς
Με μια κλωτσιά στον κώλο, συστημένο,
Κι ας φώναζε: «Εκκαλώ!», πετυχημένο
Δεν είναι και πολύ το κόλπο αυτό.
Χάρισ’ του αιώνια ανάπαψη και φως.

✳︎

XIXΜΠΑΛΛΑΝΤΑ
ΤΟΥ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Σε κάθε ιερωμένο, ή καλόγρια,
Σε φρόνιμους και παραλυμένους.
σε ζητιάνους, τεμπέλικα κορμιά,
Σε ρουφιάνους, σε πόρνες που σφιγμένους
Μπούστους φορούν και φούστες, σε σβημένους
Κορτάκηδες από έρωτα καημό,
με φίνες στενές μπότες ποδεμένους,
Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

Σε κορίτσια που δείχνουν τα βυζιά
Για να’ χουν πιο πολλούς προσκαλεσμένους,
Σε χήρες και κοπέλες, για παντρειά,
Σε θεατρίνους και σε μασκαρεμένους
Παλιάτσους, σε ξενύχτες μεθυσμένους.
Σ’ αγύρτες που δετές απ’ το λαιμό
Σέρνουν μαϊμούδες, σε χρεοκοπημένους,
Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

Όξ’ από κείνα τα’ άτιμα σκυλιά,
Που μ’ έκαναν να φάω μουχλιασμένα
Ψωμιά και να πιω βρώμικα νερά
-Που τα’ άντερά μου είν απ’ αυτά αργασμένα-
Με πορδές θε να τά ‘χα φιλεμένα,
Τώρα όμως κάθουμε και δεν μπορώ.
Δυνατά, μη μαλώσω με κανένα,
Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

✳︎

ΧΧ. ΑΛΛΗ ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ

Εδώ η διαθήκη τέλειωσε και κλει
Του Φρανσουά Βιγιόν του φουκαρά.
Στην κηδεία του ελάτε, χριστιανοί,
Σαν χτυπήσει η καμπάνα θλιβερά.
Φορέστε άλικα ρούχα μοναχά:
Στου ερώτου τη φωτιά μαρτυρικό
Θάνατο ήβρε• τα’ ορκίστη στ’ αχαμνά,
Καθώς άφηνε γεια στον κόσμο αυτό.

Και τον πιστεύω, μα το ναι, γιατί
Απ’ όλες τις αγάπες του σκληρά
Διώχτηκε σαν ψωριάρικο σκυλί.
Σε τόπο που δεν βρέθηκε αγκαθιά
Ως με το Ρουσιγιόν, όπου γερά
Να μην κράτειε ξεσκλίδια απ’ το φτωχό
Βρακί του, τό ‘πε ο ίδιος στα σωστά,
Καθώς άφηνε γειά στον κόσμο αυτό.

Κι έτσι τά ‘φερε η μοίρα του η σκληρή,
Στο χαροπάλεμά του μοναχά
Μ’ ένα κουρέλι, ο δόλιος, να βρεθεί.
Κι ακόμα ο έρωτας να τον τυραννά
Μπήζοντάς του ολοένα πιο βαθιά
Το νκοπίδι του το φαρμακερό:
Γι’ αυτό κι εμείς θαμάξαμε έτσι δα,
Καθώς άφηνε γειά στον κόσμο αυτό.

Πρίγκιπα, πόχεις χάρη ευγενικιά,
Να τι ΄πεκαμε γι’ αποχαιρετισμό:
Ήπιε απ’ το μπρούσκο μια γερή ρουφιά,
Καθώς άφηνε γειά στον κόσμο αυτό.

✳︎

[François Villon, Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα -Επιμέλεια-Μετάφραση Σπύρος Σκιαδαρέσης, Εκδόσεις Γαβριηλίδη

Οι μπαλάντες και άλλα ποιήματα του Francois Villon, με εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια του Σπύρου Σκιαδαρέση, είχαν εκδοθεί για πρώτη φορά το 1947 από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1979 από το Πλέθρον, ενώ οι Τροβαδούροι. Προβηγκιανοί τραγουδιστές του Μεσαίωνα, σε επιμέλεια και μετάφραση του Σπύρου Σκιαδαρέση, είχαν μείνει για πολλά χρόνια στο συρτάρι του μεταφραστή προτού εκδοθούν για πρώτη φορά από το Πλέθρον το 1982.

[και η ζωή τους μια μίμηση·

29/07/2025 § Σχολιάστε

«Most people are other people. Their thoughts are someone else’s opinions, their lives a mimicry, their passion a quotation».

 

[Είχε λευκά σημάδια η αγάπη·

19/07/2025 § Σχολιάστε

Νίκος Καροῦζος (1926-1990)

Ποίημα στὸ μαγνητόφωνο

Χορό της νύχι ἂς ὦ φῶτα ἠχηρὰ
θαυμάσιο βράδυ
ὁ ἔγχρωμος θόρυβος τῆς πόλεως
τὴ μοναξιά μου διαιροῦσε πότε κίτρινη
πορτοκαλένια κυανὴ καὶ τώρα κόκκινη
βάφοντας πράσινο τὸ περπάτημα.
Εἶχε λευκὰ σημάδια ἡ ἀγάπη.
Στόπ. Ἐπιστροφή.
Εἶχε λευκὰ σημάδια τοῦ κόσμου ἡ ταραχή.
Τὰ νέφη ἀόρατα.
Ὄχι.
Στὶς ἐρημιὲς τοῦ φεγγαριοῦ μέσ᾿ στὰ κλήματα
μαρμαίρει ὁ ἄγγελος ἐνῶ
γελιέται ὁ θάνατος καὶ ἡ νύχτα
διασκεδάζει μὲ διάττοντες.
Ὄχι, ὄχι.
Ὁ χρόνος πλησιάζει τὰ ὁράματα
νυχοπατώντας.
Ἀπληστία!
Ἔπρεπε νὰ βυθίσω περισσότερο
τὴ θλίψη μέσα στὴν ψυχή μου.
Ὄχι.
Στολίζει τὴν ἔκταση ὁ γρύλος.
Ἡ νύχτα κατεβαίνει τὴ σκάλα τοῦ σκοταδιοῦ
κάθεται στὸν ἔρωτα τῆς Μαίρης.
Ἔρημες ἀναπνέουν στοὺς κήπους οἱ προτομὲς
Στόπ. Ὅλα σβήνονται.
Θέλω νὰ βγῶ ἀπ᾿ τὶς λέξεις
βαρέθηκα.
Ν᾿ ἀκούω καλύτερα στὸ ἀπέναντι μπαλκόνι
τί λένε οἱ δυὸ μόνιμες γριὲς
ποὺ κάθονται μὲ τὶς ὦρες.

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.