[Όσοι από μας γεννήθηκαν έξω απ’ τα κύτταρα του μίσους ·
08/03/2020 § Σχολιάστε
Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

✾
Η ΑΙΓΛΗ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΩΝ
I.
Καθυστερούν οι νέοι στους αγρούς
’Αργά συμπίπτουν των προβάτων τα κουδούνια
Εν τέλει, γίνονται καμπάνες
Κρουστοί και λαγαροί παιάνες
Σαν γάμοι με νύμφες μελαψές
Στη γη της Γαλιλαίας.
ΙΙ.
Πούπουλα πέσανε στη γη
Σμήνους περιστερών που απέπτη
Μία στιγμή δύο στιγμές σιωπή
Κ’ έπειτα μέσ’ στο γαλάζιο φως βοή
Πτερά λευκά των αρχαγγέλων.
III.
Είναι το μάτι του φωτός
Του παντοκράτορος το μάτι
Και η πλάσης είναι σύμπασα
Των ουρανών η πλατυτέρα.
IV.
Όσοι από μας προέρχονται απ’ την σποριά του ήλιου
Ποτέ δεν θα περιφρονήσουμε τις πιο βαθιές σκιές
Όσοι από μας γεννήθηκαν έξω απ’ τα κύτταρα του μίσους
Ζούμε την καλοσύνη μας
Σαν αγιοσύνη πανεύοσμης πρωτομαγιάς.
V.
Όταν ανοίγουν τα πέταλα της ανεμώνης
Ιβίσκων στήμονες ακαριαίως ξεπετιούνται
Ξέφωτο ή λόχμη γίνεται με πίδακες
Και τα τζιτζίκια πάλλονται άνευ τέλους
Στις πιο βαθειές πτυχές της πανσπερμίας.
VI.
Λόγια πού αστράφτουν σαν πετράδια
Πλάθουνε πράγματα και από τα σίδερα πιο στερεά
Και αν στις υγρές των δένδρων ρίζες
Οι μύκητες ζουν και πεθαίνουν
Δεν τούς φοβούμεθα δεν μάς πειράζει.
VII.
Κορμοί της ανυψώσεως
Δένδρα υψηλά και αιχμήεντα
Εις το γλαυκόν διάστημα
Υψώνονται και σφύζουν
Πόθοι της γης παφλάζοντες
(Σεγκόγιες
Ουελλιγκτώνιες)
Τον ουρανό με περιπάθειαν
Λογχίζοντας.
VIIΙ.
Η βεβαιότης των πιστών
Και η ταχύτης των σωστών ανθρώπων
Υπερπηδούν τα φράγματα διδασκαλιών κακών
Και τρέχουν όλοι προς τας δροσεράς πηγάς
Όπου εξαίσια μικρά κορίτσια
Δείχνουν της ήβης των τα ροδαλά βερίκοκα
Δείχνουν τα ροδαλά αιδοία των
Στους φλεγομένους θαυμαστάς.
ΙΧ.
Φλόγα σαν σπιθαμή τριπλή
Κεράσι που γοητεύει των πουλιών το σμάρι
Έμφυτη η κλίσης των γυμνών ανθρώπων
Η αγαλλίασης των πάει να ξεχειλίσει
Σαν γάλα ζεστό μέσ’ από κύπελλο γεμάτο.
Χ.
Κάτι παράδοξον συνέβαινε μπροστά μου
Κάτι απ’ αυτά που εύκολα δεν ημπορείς να τα ονομάσεις
Κ’ αίφνης εστάθηκα και είπα:
«Δύστηνη μοίρα των τυφλών
Και των χαμοσερνάμενων ανθρώπων».
ΧΙ
Μπροστά στην πρωινή συκιά
Που γάλα στάζει
Τον ήλιο βλέποντας να ξεπροβάλλει
Τo στόμα άνοιξα και φώναξα άθελά μου: «
« Ήρθε ο καιρός να πω και εγώ
Πτερόεν άρμα!».
XII.
Ω Λαπωνία δεκτική με ποταμούς ταράνδων
Ω διακεκαυμένη ζώνη των τροπικών χωρών
Ω Χώραι αδελφαί της ακροτάτης νοσταλγίας!
✾
[Από τη συλλογή «Αι γενεαί πάσαι ή η σήμερον ως αύριον και ως χθες», εκδόσεις Άγρα
[Ολύμπια ·
02/03/2020 § Σχολιάστε
Κώστας Ταχτσής (1927-1988)

✿
Δεν ήρθα εδώ για να θαυμάσω, σαν ένας ξένος
όσα δεν είναι πια δικά μας. Είδα
παρέες που ανηφόριζαν κρατώντας ανεμώνες
κι ήρθα να κόψω λίγες. Κι έτσι
απ’ ανεμώνη σ’ ανεμώνη, σχεδόν τυχαία, είδα
να ξεπροβάλλουν μπρός μου ένα-ένα, όλα
όσα απόμειναν ανάμεσα στα πεύκα και στις ελιές…
κι όταν πια μάζεψα τις ανεμώνες, όσες μπορούσε να κρατήσ’ η φούχτα μου
κάθησα, έξω απ’ τα ερείπια, και κοίταζα
δειλά, τους νέους π[ου πέταγαν τους αετούς…
✿
[Γεώργιος Σουρῆς: Εἰς τὰ θεμέλια τοῦ φρενοκομείου ·
27/02/2020 § Σχολιάστε

(Τὸ φρενοκομεῖο χτίστηκε μὲ κληροδότημα τοῦ Χίου
φιλάνθρωπου Τζωρτζῆ Δρομοκαΐτη (ποὺ πέθανε τὸ
1880) ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, κοντὰ στὴ Μονὴ Δαφνίου,
γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ τὸ λένε καὶ «Δαφνί». Ὁ Σουρῆς δὲν
ἄφησε τὴν εὐκαιρία ποὺ τοῦ ῾δινε τὸ γεγονὸς καὶ τὸ
…καυτηρίασε δεόντως… Ἀπρίλης 1884)
Ὢ Ἑορτὴ τῶν Ἑορτῶν… Ὢ εὐτυχὴς ἡμέρα!
Ὤ! τώρα πρέπει ὁ καθεὶς τοῦ Ἄστεως πολίτης
νὰ βάλει στὸ μπαλκόνι τοῦ μιὰ κόκκινη παντιέρα
μὲ μιὰ χρυσὴν ἐπιγραφὴ «Ζωρζὴς Δρομοκαΐτης».
Ναί! τώρα πρέπει στολισμὸς μὲ δάφνες καὶ μυρσίνες,
ναί! τώρα πρέπουν κανονιές, φανάρια καὶ ρετσίνες.
Φρενοκομεῖο κτίζεται καὶ στὴ σοφὴν Ἑλλάδα!
ἄ! ὁ Θεὸς ἐφώτισε τὸν Χιώτη τὸν Ζωρζὴ
καὶ τώρα μέσα στοῦ Δαφνιοῦ τὴ τόση πρασινάδα
θὰ βρίσκουμε παρηγοριὰ κι ἡ μνήμη του θὰ ζεῖ.
Ὢ μέγα εὐεργέτημα τῶν εὐεργετημάτων!
Ὢ μόνον οἰκοδόμημα τῶν οἰκοδομημάτων!
Θέλει λαμπρὸν Μαυσώλειον αὐτὸς ὁ κληροδότης,
παιάνας κι ἀποθέωσιν εἰς τρίτους οὐρανούς!…
Εὑρέθη μὲς στοὺς Χιώτηδες, μὲ γνώση κι ἕνας Χιώτης,
κι ἐσκέφθη ὁ μεγάλος του καὶ πρακτικός του νοῦς
πῶς μέσα στὴν Ἑλλάδα μας ποὺ πλημμυροῦν τὰ φῶτα,
Φρενοκομεῖον ἔπρεπε νὰ γίνει πρῶτα-πρῶτα.
Γιάννης Δάλλας (1924 – σήμερα 24.02.2020)
24/02/2020 § Σχολιάστε

Ο ΧΡΟΝΟΣ
τα πένθιμα εμβόλια
Ξημέρωνε μ’ ένα φως που γλιστρούσε σαν κρέπι κι άφηνε
ξέσκεπες οροφές και πλατείες
κι ύστερα μ’ ένα στρας ουράνιου τόξου που άστραφτε σαν να
δρεπάνιζε ως πέρα τον ορίζοντα
αρχίζοντας απ’ τον αυχένα της απέναντι πλαγιάς –
Το φως έπεφτε τώρα κάθετα στην πολιτεία και χαράζοντας
από ψηλά το δέρμα της
ο χρόνος βυρσοδέψης το άφηνε να πέφτει αθόρυβα στα πόδια
μας σε ραβδωτές λωρίδες
Τότε καθένας έσκυβε και παίρνοντας πειθήνια τη ζέβρα του
τη φόραγε κατάσαρκα σαν ισοβίτης