[προσέγγιση ·
22/02/2020 § Σχολιάστε

photo ©agrimologos.com
❊
Η ομιλία γίνεται γραφή και η γραφή βιβλίο που θεωρείται ότι συνενώνει το γράμμα και το πνεύμα. Έτσι φθάσαμε στοπ σημείο να γράψουμε ότι «Όλα στον κόσμο υπάρχουν για να καταλήξουν σε βιβλίο» (Μαλλαρμέ). Το βιβλίο ωστόσο δεν είναι η τελειωτική μορφή της υποδοχής και της παρακαταθήκης. «Η φιλοσοφία κλεισμένη σε βιβλία έχει πάψει να καλεί τους ανθρώπους», γράφει ο Μερλώ-Ποντύ. Μια γραφή που δεν θα είναι πια της τάξης της φιλοσοφίας ή της λογοτεχνίας αποκαλύπτεται εποχιακά και διεποχιακά απαραίτητη, εναρμονισμένη στο μέλλον που όψιμα ανοίγεται και στο οποίο το βιβλίο δεν είναι πλέον καθοριστικό.
❊
[Κώστα Αξελός, Αυτό που επέρχεται -Αποσπάσματα μιας προσέγγισης, μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2011
❊
[O Kριτής του Διαγωνισμού ·
15/02/2020 § Σχολιάστε
Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896)

(Προπαρασκευή)
Xώθηκε στον κοιτωνίτη
ο Kριτής αγάλι’ αγάλια,
φόρτωσε στην γερο-μύτη
δυο ζευγάρια ματογυάλια.
Eτραβήχθη στον σοφά του,
κάθεται φαρδιά πλατιά,
και μετροφυλλά μπροστά του
αναρίθμητα χαρτιά.
–Όλοι τάγραψαν με χάρη,
σε πολύτιμο χαρτί!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Βάλλει στην βαθειά του τσέπη,
βγάλ’ ένα χονδρό τσιγάρο.
Με τα σπίρτα μόλις βλέπει
την δουλίτσα του την Μάρω,
το δαγκά και το βυζάνει
σαν της μάνας του βυζί,
κι αγγαρειά την Μάρω πιάνει
να δουλέψουνε μαζί.
– Δος μ’ αυτό το καλαμάρι·
Να, μια πένα κορδωτή,
για να διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
(Τεχνικαί παρατηρήσεις)
Ένας πελεκά τους στίχους
στρογγυλούς σαν κουκουνάρια·
άλλος σπάζει τους δυστύχους
τα πλευρά και τα ποδάρια!
Ένας τους παραγεμίζει
κολοκύθια περιττά,
κι αυτονάς τους ξεντερίζει
και τους κάμνει σκελετά!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Τούτος τες φωνές στριμώνει,
π’ απ’ την στενοχώρια σκάνουν·
τούτος πάλι τες αριώνει,
που η μια την άλλη χάνουν!
Ένας κάθε λέξη γράφει
με το νι και με το σι,
κι ένας παίρνει το ξουράφι
και σου σφάζει την μισή!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Τούτος μου λογιωτατίζει,
και τα κόφτει νδελικάτα·
τούτος βλασφημά και βρίζει,
σαν τους λούστρους μες στην στράτα!
Απ’ τα λεξικά μας βγάζει
ένας την συναμική,
κι ένας πάλι δεν σκαμπάζει
ούτε γρυ γραμματική!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
(Ουσιαστικαί παρατηρήσεις)
Τούτος κλαί’ και μουρμουρίζει,
σαν μπαμπόγρια γρινιάρα·
τούτος δος του χαχανίζει,
σαν να τούρθε κουταμάρα.
Κι ένας τρίτος – Santo Dio!
Ούτε λύπ’, ούτε χαρά;
Ή δεν τάχε και τα δύο,
ή τα είχε στα γερά!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
κι όλοι οι τρίτοι περιττοί!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Ένας έπαθε πληθώρα
από αίσθημα γενναίον.
Τούτος που διαβάζω τώρα,
προστυχιά και των γονέων!
Τα φτερά τ’ αυτός ανοίγει
και στον ουρανό πετά.
Τούτος – έπεσε κι επνίγη,
σαν τον χοίρο στα σκ…!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
(Γενικόν συμπέρασμα)
Αυτουνού του λείπει ένα
κείνος τ’ άλλο δεν γνωρίζει·
ένας τάχει μαζωμένα,
και για τούτο δεν αχρήζει.
Μερικούς ουδέ κουκούτσι
τους εδόθηκε μυαλός,
κι ένα τρύπιο μου παπούτσι
δεν αξίζ’ ο πιο καλός!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι,
κι ας τους λείπει κάτι τι.
Πές μου, Μάρω, ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή;
(Τελικόν συμπέρασμα)
Είχε πάρ’ αυτήν τον πρώτο
κι άρχισε να ροχαλίζη.
Μα ξιππάσθη με τον κρότο
κι είπε δίχως να γνωρίζη.
– Από κάθε μια φυλλάδα
λείπει, λέγεις, κάτιν τις;
Δίχως άλλο στην Ελλάδα
δεν υπάρχει ποιητής.
Και κανένας δεν θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή,
αν μας κάμουνε την χάρη
και βραβέψουν τον Κριτή.
*
[Λίλιθ ·
14/02/2020 § Σχολιάστε
Άγγελος Σικελιανός (1884 – 1951)

—————————.Έχει χαράξει μ’ αίμα,
ανάμεσα απ’ το χρόνο και την αιωνιότητα, το μέγα
το σύνορο που οι ίδιες μου οι αγρυπνίες,
παλεύοντας το Θεόν ώσμε τον όρθρο,
στο τέρμα πια το μυστικό του αγώνα,
Σαν δυο παλιοί πολεμιστές του Ομήρου,
αυτός κ’ εγώ, λογιάζω, αλλάζουμε όπλα·
κι’ ενώ, ώς λέω,
—————————.το πνεύμα
το βαθύ του ανδρισμό μου, τραβηγμένο
στην ερηνιά, σάμπως λιοντάρι γλείφει
τις μαύρες του πληγές και νιώθει ακόμα
την γην από μακριά παραδομένη
στο σαρκικό μαρτύριο, με τα φώτα
του οργίου, ή με θαμπά χλομά καντήλια,
που τρεμοσβήνουν πάνω απ’ τα κρεβάτια
σαν απάνω από μηνύματα·
-^-
[Λυρικός Βίος, τόμος Α’ – Ίκαρος Εκδοτική, 1946
[James Joyce, born: February 2, 1882 ·
02/02/2020 § Σχολιάστε
Born: February 2, 1882, Rathgar, Ireland
Died: January 13, 1941, Zürich, Switzerland

An excerpt from James Joyce’s monumental work Ulysses…
…He looked at the cattle, blurred in silver heat. Silvered powerdered olivetrees. Quiet long days: pruning ripening. Olives are packed in jars, eh? I have a few left from Andrews. Molly spitting them out. Knows the taste of them now. Oranges in tissue paper packed in crates. Citrons too. Wonder is poor Citron still alive in Saint Kevin’s parade. And Mastiansky with the old cither. Pleasant evenings we had then. Molly in Citron’s basketchair. Nice to hold, cool waxen fruit, hold in the hand, lift it to the nostrils and smell the perfujme. Like that, heavy, fetched high prices too Moisel told me. Arbutus place: Pleasants street: pleasant old times. Must be without a flaw, he said. coming all that way: Spain, Gibraltar, Mediterranean, the Levant. Crates lined up on the quayside af Jaffa, chap ticking them off in a book, navvies handling them in soiled dungarees. There’s whatdoyoucallhim out of. How do you? Doesn’t see. Chap you know just to salute bit of a bore. His back is like that Norwegian captain’s. Wonder if I’ll meet him today. Watering cart. To provoke the rain. On earth as it is in heaven.
A cloud began to cover the sun wholly slowly wholly. Grey. Far.
No, not like that. A barren land, bare waste. Vulcanic lake, the dead sea: no fish, weedless, sunk deep in the earth. No wind would lift those waves, grey metal, poisonous foggy waters. Brimstone they called it raining down: the cities of the plain: Sodom, Gomorrah, Edom. All dead names. A dead sea in a a dead land, grey and old. Old now. It bore the oldest, the first race. A bent hag crossed from Cassidy’s clutching a noggin bottle by the neck. The oldest people. Wandered far away over all the earth, captivity to captivity, multiplying, dying, being born everywhere. It lay there now. Now it could bear no more.
Dead: an old woman’s: the grey sunken cunt of the world.
Desolation.
Grey horror seared his flesh. Folding the page into his pocket he turned into Eccles Street, hurrying homeward. Cold oils slid along his veins, chilling his blood: age crusting him with a salt cloak. Well, I am here now. Morning mouth bad images. Got up wrong side of the bed. Must begin again those Sandow’s exercise. On the hands down. Blotchy brown brick houses. Number eightly still unlet. Why is that? Valuation is only twenty-eight. Towers, Battersby, North, MacArthur: parlour windows plastered with bills. Plasters on a sore eye. To smell the gently smoke of tea, fume of the pan, sizzling butter. Be near her ample bedwarmed flesh. yes, yes.
Quick warm sunlight came running from Berkely road, swiftly, in slim sandals, along the brightening footpath. Runs, she runs to meet me, a girl with gold hair on the wind.
Two letters and a card lay on the hallfloor. He stopped and gathered them. Mrs Marion Bloom. His quick heart slowed at once. Bold hand. Mrs Marion.
–Poldy!
Entering the bedroom he halfclosed his eyes and walked through warm yellow twilight towards her tousled head…