[ο κουτσαβάκης ·

13/05/2019 § Σχολιάστε

Ηλίας Πετρόπουλος, Ένα πορτρέτο του κουτσαβάκη

“Ο κουτσαβάκης περπάταγε μονόπαντα και λικνιστικά, με ανασηκωμένο τον αριστερό ώμο, κουνώντας μόνο το δεξί χέρι. Βλέμα βαρύ και απροσδιορίστως απειλητικό...”

Ένα αυθαιρέτως τυποποιημένο πορτρέτο του κουτσαβάκη του 1890 θα μας έδινε τα παρακάτω στοιχεία:

Παρουσιαστικό. Ο κούτσαβος ήταν ψηλός και λεπτός. Στομάχι ποτέ. Μαλλιά αλειμένα με λίπα για να γιαλίζουν. Απαραιτήτως χωρίστρα κι ένα τζουλούφι στο μέτωπο, που έπεφτε μπρος στα μάτια. Ο ρεμπέτης για να ιδεί τον συνομιλητή του τράβαγε το τζουλούφη, κάνοντας μια χαρακτηριστική χειρονομία. Μουστάκια στριφτά, στημένα όρθια, χάρη στην μαντέκα. Ο κουτσαβάκης περπάταγε μονόπαντα και λικνιστικά, με ανασηκωμένο τον αριστερό ώμο, κουνώντας μόνο το δεξί χέρι. Βλέμα βαρύ και απροσδιορίστως απειλητικό. Φωνή βραχνή από το πολύ χασίσι. Σ’ όλο το κορμί αφανή τατουάζ. Ένα μικρό τατουάζ πάνω στη ράχη της παλάμης.

Ενδυμασία. Ρεπούμπλικα μαύρη με κορδέλα μαύρη (τη διαβόητη χλίψη), για να πενθούν τους σκοτωμένους φίλους, ή τους εχθρούς που οι ίδιοι θα δολοφονούσαν μελλοντικώς. Σακάκι μαύρο με φιλντισένια κουμπιά. Το φοράγανε περασμένο μόνο στο αριστερό μανίκι, όπως οι ουσάροι. Όταν, όμως, φοράγανε κανονικά το σακάκι δεν το εκούμπωναν ποτέ. Πανταλόνι ριγωτό ή με μεγάλα φανταχτερά καρό, που ήτανε φουσκωτό και που κάτω-κάτω στένεβε πολύ. Το πανταλόνι ήταν τόσο στενό στα ρεβέρια, ώστε οι ρεμπέτες λέγανε πως για να το βάλουν χρησιμοποιούσαν κόκαλο και για να το βγάλουν έπρεπε να αλείψουν τις πατούσες τους με σαπουνάδα. Τα ρεβέρια ήσανε, συνήθως, γυρισμένα για να φαίνεται το κόκκινο βελούδο που είχαν ράψει μέσα μεριά, όπως ακριβώς έκαναν οι καπανταήδες της Ισταμπούλ. Οι ρεμπέτες αγαπούσαν τα κίτρινα πουκάμισα και τις κόκκινες γραβάτες, τις λεγόμενες χασάπικες. Στις αρχές το ΧΧου αιώνα καταργήσανε και τις γραβάτες και τα κολάρα, σαν περιττά στοιχεία της μπουρζουάδικης ενδυμασίας. Ήδη στην Σμύρνη του 1900, κάποτε-κάποτε, οι μόρτηδες έβγαζαν την γραβάτα και την έκρυβαν κάτω από το σακάκι στον δεξή ώμο, για να μην τους κακοχαρακτηρίσουν τα φιλαράκια σαν λιμοκοντόρους. Η μέση του ρεμπέτη σφιγμένη με ζωνάρι, που, συχνά, ήταν μισοκαλυμένο από το γελέκι. Το ζωνάρι το τυλίγανε με τέχνη γύρο στη μέση και το είχανε για τσέπη και για οπλοστάσιο. Η μια άκρη του ζωναριού έπρεπε να κρέμεται. Υποτίθεται πως όποιος πάταγε το απλωμένο ζωνάρι ενός μόρτη το έκανε για να τον προκαλέσει. Οι κουτσαβάκηδες αγαπούσαν τα ψηλοτάκουνα μποτίνια. Σύμφωνα με την αισθητική τους το παπούτσι ήτο ωραλιο όταν κάτω από την καμάρα χώραγε να περάσει ένα ποντίκι. Το ντεκόρ του ρεμπέτη συμπληρωνόταν από το μελιτζανί μαντίλι, που ήταν χωμένο στις πτυχές του ζωναριού, ή που κρεμόταν από το τσεπάκι του σακακιού. Όταν έκανε μεγάλες ζέστες οι ρεμπέτες περνάγανε ένα μαντίλι κρεμ ανάμεσα κολάρο και σβέρκο, κάπως σαν τους απάχηδες της Βαστίλης. Το ζωνάρι αποτελούσε ανατολίτικο ενδυματολογικό στοιχείο. Με το πέρασμα του χρόνου το κουστούμι του ρεμπέτη άρχισε να απλοποιείται.

*
[Πρώτη δημοσίευση περιοδικό “ιχνευτής” τ. 51, Ιανουάριος 1990 υπό τον τίτλο “Ηλίας Πετρόπουλος, Ρεμπετολογία” – Η ορθογραφία είναι του πρωτότυπου.

*

στάχτες

[In Her splendor islanded ·

12/05/2019 § Σχολιάστε

Octavio Paz 1914-1998

In Her splendor islanded
This woman burning like a charm of jewels
An army terrifying and asleep
This woman lying within the night
Like clear water lying on closed eyes
In a tree’s shadow
A waterfall halted halfway in its flight
A rapid narrow river suddenly frozen
At the foot of a great and seamless rock
At the foot of a mountain
She is lake-water in April as she lies
In her depths binding poplar and eucalyptus
Fishes or stars burning between her thighs
Shadow of birds scarcely hiding her sex
Her breasts two still villages under a peaceful sky
This woman lying here like a white stone
Like water in the moon in a dead crater
Not a sound in the night not moss nor sand
Only the slow budding of my words
At the ear of water at the ear of flesh
Unhurried running
And clear memorial
Here is the moment burning and returned
Drowning itself in itself and never consumed

*

[Translated by ©Muriel Rukeyser

[Και τι θα πεις εσύ ο νεκρός, με τόσα χώματα στη γλώσσα;

07/05/2019 § Σχολιάστε

Τάκης Σινόπουλος (1917-1981)

Γιατί μου παρασταίνετε τον ήλιο, ποιον ήλιο παρασταίνετε σ’ αυτήν εδώ την πίσσα;

Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί τριγύρω και κάποιος πολύ θυμωμένος εφώναξε όλα μπορεί να συμβούν όταν η γλώσσα σας δεν έχει φράχτες. Τι φράχτες θές να πείς; τον ρώτησα. Δεν ξέρω. Φράχτες! Φράχτες!

Λίγον καιρό μετά από τη γραφή, το ποίημα που είχε φτιάξει για τη θάλασσα, ήταν γεμάτο βρώμικα νερά και πεθαμένα ψάρια.

Το μάτι αυτουνού του αγνώστου με κοιτάζει, με παραμονεύει ακοίμητο. Και δεν μπορώ να γράψω τίποτα, να διαβάσω τίποτα. Το μάτι του μπαίνει μέσα στο δικό μου το μάτι κι ανάβει το φακό του, ψάχνει, κατεβαίνει τις σκάλες ψάχνει μέσα στο σκοτάδι, σκαλίζει, ψάχνει.

Βρισκόμαστε στο χώρο της σιωπής. Είτε μιλήσεις, είτε όχι, ούτε θ’ αποκαλύψεις ούτε θα προσθέσεις τίποτα σε τούτη την επίγεια κόλαση. Καλύτερα λοιπόν να μην μιλήσεις. Και τι θα πεις εσύ ο νεκρός, με τόσα χώματα στη γλώσσα;

Μια νύχτα χωρίς επίδοξους πράκτορες, χωρίς φλεγόμενα πουλιά, χωρίς αστυνομία. Παντού περίπτερα ανοιχτά μ’ εφημερίδες – παραρτήματα. Ο αέρας έχει σταματήσει απότομα κι έτσι μπορείς να πας έναν περίπατο. Ύστερα να γυρίσεις σπίτι σου, ν’ ανοίξεις το παράθυρο, να γράψεις τώρα κάπου 500 ποιήματα. Και το πρωί άλλα τόσα.

Χρόνια πολλά ήτανε στον πόλεμο, σε κάθε πόλεμο. Κι έτυχε τότε και κοιμήθηκε σε κάτι σπίτια που ήταν ακατοίκητα και που του αφήκανε μια μυρουδιά καμένου ξύλου στο κορμί, μια μυρουδιά – πως να το πω – καμένου θανάτου.

Μα τι θα πει καμένος θάνατος, δε σε καταλαβαίνω. Σταμάτα πια τη μεταφυσική. Βαρέθηκα.

*[Τάκης Σινόπουλος, Ο χάρτης, εκδόσεις Κέδρος -Αθήνα 1977

στάχτες

[δοντοβότανο·

04/05/2019 § Σχολιάστε

Ούτως ή «βοτάνι της αγάπης» ονομάζεται εις τίνα μέρη το τεύκριον το πόλιον, το οποίον θεωρείται από τον λαόν αποτελεσματικόν φάρμακον κατά των οδονταλγίων και φίλτρον του έρωτος, φέρον, όπου δεν υπάρχει, την αμοιβαιότητα.

Παρεμπιπτόντως:

Το «βοτάνι της αγάπης»

Στίχοι: Ναπολέων Ελευθερίου
Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας
Πρώτη εκτέλεση: Χορωδία

Τρεις μάγισσες ένα πρωί
μακριά σε ξένους τόπους
σε δάση ψάχναν και βουνά
να βρουν βοτάνι που περνά
ο πόνος στους, ο πόνος στους ανθρώπους

Συμφώνησαν στου χωρισμού,
του Χάρου τον γελάνε,
της φυλακής τον δένουνε
μα είναι κάτι που πονά
κι όπου σταθούν, κι όπου σταθούν ρωτάνε

Σαράντα νύχτες μετρούν
στα κύματα και στ’ άστρα,
φωτιά το λένε και χαμό
μα είναι η αγάπη, είναι καημός
που ξεριζώ που ξεριζώνει κάστρα

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.