[ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει·

05/07/2025 § Σχολιάστε

φωτο: αγριμολόγος

Διονύσιος Σολωμός

Ο Πόρφυρας

«Kοντά ‘ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
π’ άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα
κι εκεί γρικά της θάλασσας και τ’ ουρανού τα κάλλη
κι εκεί τραβά τον ήχο του μ’ όλα τα μάγια πόχει.
Γλυκά ‘δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου
κι α δεν είν’ ώρα για τ’ αστρί θε να συρθεί και νά ‘βγει.
(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα!).
Πουλί πουλάκι που λαλείς μ’ όλα τα μάγια πόχεις,
ευτυχισμός α δέν ειναι το θαύμα της φωνής σου,
καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα.
Δεν το ‘λπιζα να ‘ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!
Aλλ’ αχ, αλλ’ αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,
ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ‘μαι γυρισμένος
με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου!».
Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες
και του σφιχτόδεσες το νου μ’ όλα τα μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.
Aλλ’ απαντούν τα μάτια του τρανό θεριό πελάγου
κι αλιά, μακριά ‘ναι το σπαθί, μακριά ‘ναι το τουφέκι!
Kοντά ‘ν’ εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου•
αλλ’  όπως έσκισ’ εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε
κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,
κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,
έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ’ όλες τες δύναμές του,
της φύσης από τσ’ όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,
ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,
την τέχνη του κολυμπιστή και την ορμή της μάχης.
Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει:
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.
Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό της νιότης,
άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα.

✳︎

Η σύνθεση του Πόρφυρα συνδέεται, όπως άλλωστε τα περισσότερα ποιήματα του Σολωμού, με ένα πραγματικό γεγονός, τη θανατηφόρα επίθεση από καρχαρία (πόρφυρα, στο κερκυραϊκό γλωσσικό ιδίωμα) που δέχθηκε ένας άγγλος στρατιώτης, ο δεκαεννιάχρονος Ουίλιαμ Μιλς (William Mills), 19 Ιουλίου του 1847, στην Κέρκυρα. Η επεξεργασία του ποιήματος, που κράτησε σχεδόν δύο χρόνια, έως το 1849, δεν κατέληξε σε ένα οριστικό κείμενο. Ωστόσο, το ποίημα, χωρισμένο σε άνισα επεξεργασμένες ενότητες, δεν παρουσιάζει ανυπέρβλητες δυσκολίες στην ανάγνωση, ενώ αρκετές δυσκολίες παρουσιάζει η ερμηνεία του. Μέσω της πάλης του άγγλου στρατιώτη με την «άλογη τερατώδη δύναμη» («irrazionale forza mostruosa») του καρχαρία το ποίημα σχολιάζει τη σχέση του ανθρώπου και της φύσης, περιγράφει τον αγώνα του Καλού και του Κακού και προβάλει την ηθική και πνευματική νίκη του Καλού, καθώς ο νέος «τη στιγμή που ένιωσε σαν αστραπή να του κομματιάζεται το μπράτσο, άστραψε φως και γνώρισε τον εαυτό του» («Nel momento in cui senti come lampospezzarglisi il bracciosaccese lume e conobbe se stesso»).

[Στάχτες >>>

[In the agony of her deathrattle ·

02/07/2025 § Σχολιάστε

μερική άποψη εργαλείων του αγριμολόγου

James Joyce, Ulysses, an excerpt

STEPHEN: (Choking with fright, remorse and horror.) They said I killed you, mother. He offended your memory. Cancer did it, not I. Destiny.
THE MOTHER: (A green rill of bile trickling from a side of her mouth.) You sang that song to me. Love’s bitter mystery.
STEPHEN: (Eagerly.) Tell me the word, mother, if you know now. The word known to all men.
THE MOTHER: Who saved you the night you jumped into the train at Dalkey with Paddy Lee? Who had pity for you when you were sad among the strangers? Prayer is all powerful. Prayer for the suffering souls in the Ursuline manual, and forty days’ indulgence. Repent, Stephen.
STEPHEN: The ghoul! Hyena!
THE MOTHER: I pray for you in my other world. Get Dilly to make you that boiled rice every night after your brain work. Years and years I loved you, O my son, my firstborn, when you lay in my womb.
ZOE: (Fanning herself with the grate fan.) I’m melting!
FLORRY: (Points to Stephen) Look! He’s white.
BLOOM: (Goes to the window to open it more.) Giddy.
THE MOTHER: (With smouldering eyes.) Repent! O, the fire of hell!
STEPHEN: (Panting.) The corpsechewer! Raw head and bloody bones!
THE MOTHER: (Her face drawing near and nearer, sending out an ashen breath.) Beware! (She raises her blackened, withered right arm slowly towards Stephen’s breast with outstretched fingers.) Beware! God’s hand! (A green crab with malignant red eyes sticks deep its grinning claws in Stephen’s heart.)
STEPHEN: (Strangled with rage.) Shite! (His features grow drawn and grey and old.)
BLOOM: (At the window.) What?
STEPHEN: Ah non, par exemple! The intellectual imagination! With me all or not at all. Non serviam!
FLORRY: Give him some cold water. Wait. (She rushes out.)
THE MOTHER: (Wrings her hands slowly, moaning desperately.) O Sacred Heart of Jesus, have mercy on him! Save him from hell, O divine Sacred Heart!
STEPHEN: No! No! No! Break my spirit all of you if you can! I’ll bring you all to heel!
THE MOTHER: (In the agony of her deathrattle.) Have mercy on Stephen, Lord, for my sake! Inexpressible was my anguish when expiring with love, grief and agony on Mount Calvary.
STEPHEN: Nothung!
(He lifts his ashplant high with both hands and smashes the chandelier. Time’s livid final flame leaps and, in the following darkness, ruin of all space, shattered glass and toppling masonry.)
[…]
STEPHEN: (Abruptly.) What went forth to the ends of the world to traverse not itself. God, the sun, Shakespeare, a commercial traveller, having itself traversed in reality itself, becomes that self. Wait a moment. Wait a second. Damn that fellow’s noise in the street. Self which it itself was ineluctably preconditioned to become. Ecco!

λινκ >>>

[τον Οδυσσέα του Τζόυς, δεν τον έχω διαβάσει ποτέ σε μετάφραση, διότι Δεν μεταφράζεται.

[πως χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά ·

20/06/2025 § Σχολιάστε

Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)

Ο σωτήρας

Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι
Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη
Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου
Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία
Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ
Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους

✳︎

Ο οὐρανός

Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας
δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ
πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος
ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του;
ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του
κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του
Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα
κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του
τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του
τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του
τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους
τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του
τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του

[Στάχτες >>>

[πάνω από τις άυλες συνήθειες ηρώων·

18/06/2025 § Σχολιάστε

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (1939-2020)

Η ουλή – La cicatrice

Αντί γι’ αστέρι μια ουλή έλαμπε πάνω απ’ τη γέννησή μου·
οι πόνοι που δοκίμαζα στο απηχτό μου σώμα
πίσω με σπρώχναν στο σκοτάδι της αρχής,
μπουσούλαγα στο τίποτα, τα δάχτυλα μικρούτσικα
κρατάγανε το θάνατο, μαύρο γυαλιστερό παιχνίδι.
Δε θυμάμαι πως έγινε κι άνθισα σε πληγή
πως έμαθα να ισορροπώ ανάμεσα στο πύο
και στα ανοιχτά μου μάτια,
μα εκεί που η μάνα μου λογάριαζε πως σαν το φύλλο στο νερό
θα μ’ έπαιρνε αταξίδευτη το ρέμα του θανάτου, με είδε αναπάντεχα να βγαίνω απ’ τα σκοτάδια.
Ποιος ξέρει μέσα σε μια νύχτα τι ανταλλαγές έγιναν,
τί έδωσα, τί πήρα, από τί παραιτήθηκα,
τί υποσχέθηκα και με κράτησε για υπηρέτριά της
η ζωή…
Ήταν εκβιασμός, συμφωνία, απειλή,
να είμαι ευγνώμων θα έπρεπε για το πετσοκομμένο δώρο της ύπαρξης ή εκδικητική ; Να κοιτάω ψηλά
με είχανε διατάξει ή χαμηλά στη ρίζα της συγγνώμης ;
Ποιάς συγγνώμης, γιατί ; Ποιο ήταν το βάρος
το τόσο ασήκωτο που πριν καν ξεκινήσω
με είχε εξουθενώσει ή μήπως άλλο φορτίο ανάλαβα
και κούτσα κούτσα θα το πήγαινα ως το τέλος ;

Έζησα και άρχισα να παίζω.
Μ’ εμπιστοσύνη στηριζόμουνα στο μηχάνημα
κι ανέβαινα τις σκάλες.
Στο πατάρι έστησα το βασίλειο των ονείρων μου από κομμένα φιγουρίνια· Φλωρεντία την έλεγα
τη μαγική μου πόλη, κυρίες λεπτεπίλεπτες και κύριοι με καπέλο.
Στην πορτούλα δίπλα ήταν το καζανάκι του μπάνιου,
που ξέσπαγε πού και πού σαν κεραυνός
πάνω από τις άυλες συνήθειες των ηρώων μου.
Από κάτω ανέβαινε η ζέστα του κόσμου τούτου, η κουζίνα ολόκληρη με μυρωδιές, θορύους γνώστούς, σπιτικές φωνές : Τι ώρα είναι ; Καθάρισες πατάτες ;
Η κουζίνα και η χάρτινη μου φαντασία, τόσο νωρίς λοιπόν χαράζονται οι πόλοι ;

✳︎

Το κόκκινο φεγγάρι

Πίσω απ’ τους μουντούς μπερντέδες των δέντρων
-κάτι στο χώμα ανάμεσα στη βίαιη γονιμότητα και στο σάπιο κρέας- κόκκινο το φεγγάρι ανεβαίνει σαν φόβος πια και μόνο.
Ο σκύλος, με το στομάχι του βαρύ απ’ όλη την τρυφερότητα
της άσπορης καρδιάς μου, αδειάζει τα σωθικά του στο μαύρο χώμα.
Το σπίτι μουγκό, φιμωμένο με γάζες-ενοχές, γάζες-μνήμες·
ξανθές γυναίκες χαμογελούν και χάνονται κάτω από πεσμένους σοβάδες. Άντρες γυμνοί μελαγχολούν στο άδειο της νύχτας.
Όλα ανασαίνουν βαριά σαν να’ χαν καταπιεί το κώνειο
κι η παραλυσία να προχωρούσε αργά, όπως το ασημένιο φώς
στις πλάκες.
Ξαφνικά σαν μπουντρούμι φαίνεται η ζωή
κι η κάθε εποχή ν’ αρχίζει μια νέα, τη δικιά της καταστροφή.
Μες’ απ’ τον άλογο πόνο του ζώου, τρεμουλιαστή ανέβαινε η ώρα·
σπάνια είχε ποτέ κανείς τόση μικρή ελπίδα.
Μύρισαν δάκρυα τα χόρτα κι όπως έμπαινε μια άνοιξη
κάπου… από κάπου, το πεύκο, στο σκοτεινό του μέλλον βυθισμένο, ελάχιστ’ από τους κίτρινους ανθούς θελγόταν.
Κάποιος άνεμος σηκώθηκε βάρβαρος
σαν βιαστικός εραστής χωρίς φαντασία
κι όλα τα ποιήματα που είχα ακούσει στη ζωή μου
ξανάρχονταν από μακριά να με κηδέψουν.
Κι ήταν σαν να ταξίδευα με τρένο,
ν’ άφηνα πίσω μου τη γη κάποιου κεφιού
και να’ μπαίνε το σώμα μου σε μελανό δρυμό.
Έφταιγε ο σκύλος που υπόφερε, έφταιγαν κι εκείνα τα ποιήματα,
πού σαν φαντάσματα τριγύριζαν στον κήπο·
αλλιώς τα ήξερα, όταν ένας άγγελος, που θα’ χει κιτρινίσει πιά,
τα σκέπαζε με δάχτυλα μακριά κι έχυνε
μια άλιωτη μυρωδιά στα πρόσκαιρα στιχάκια.
Τώρα μοιάζει με παραίσθηση πώς πράγματα αιώνια
σαν τις πέτρες, στις ρομαντικές σκηνές της ζωής μας, καταδέχτηκαν να παίξουν ένα ρόλο. Ανάτειλε ο φόβος
μια κόκκινη σήψη. Λές : έχει προχωρήσει
κι εσύ έχεις κλείσει τα μάτια.

in Επίλογος Αέρας
*

[ Στάχτες >>>

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.