[πελεκά τους στίχους στρογγυλούς σαν κουκουνάρια·

15/01/2018 § Σχολιάστε

Διδακτικόν Γεωργίου Βιζυηνού (1849-1896)

Ένας πελεκά τους στίχους
στρογγυλούς σαν κουκουνάρια·
άλλος σπάζει τους δυστύχους
τα πλευρά και τα ποδάρια!

O Kριτής του Διαγωνισμού

(Προπαρασκευή)
Xώθηκε στον κοιτωνίτη
ο Kριτής αγάλι’ αγάλια,
φόρτωσε στην γερο-μύτη
δυο ζευγάρια ματογυάλια.
Eτραβήχθη στον σοφά του,
κάθεται φαρδιά πλατιά,
και μετροφυλλά μπροστά του
αναρίθμητα χαρτιά.
–Όλοι τάγραψαν με χάρη,
σε πολύτιμο χαρτί!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.

Βάλλει στην βαθειά του τσέπη,
βγάλ’ ένα χονδρό τσιγάρο.
Με τα σπίρτα μόλις βλέπει
την δουλίτσα του την Μάρω,
το δαγκά και το βυζάνει
σαν της μάνας του βυζί,
κι αγγαρειά την Μάρω πιάνει
να δουλέψουνε μαζί.
– Δος μ’ αυτό το καλαμάρι·
Να, μια πένα κορδωτή,
για να διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.

(Τεχνικαί παρατηρήσεις)
Ένας πελεκά τους στίχους
στρογγυλούς σαν κουκουνάρια·
άλλος σπάζει τους δυστύχους
τα πλευρά και τα ποδάρια!
Ένας τους παραγεμίζει
κολοκύθια περιττά,
κι αυτονάς τους ξεντερίζει
και τους κάμνει σκελετά!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.

Τούτος τες φωνές στριμώνει,
π’ απ’ την στενοχώρια σκάνουν·
τούτος πάλι τες αριώνει,
που η μια την άλλη χάνουν!
Ένας κάθε λέξη γράφει
με το νι και με το σι,
κι ένας παίρνει το ξουράφι
και σου σφάζει την μισή!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.

Τούτος μου λογιωτατίζει,
και τα κόφτει νδελικάτα·
τούτος βλασφημά και βρίζει,
σαν τους λούστρους μες στην στράτα!
Απ’ τα λεξικά μας βγάζει
ένας την συναμική,
κι ένας πάλι δεν σκαμπάζει
ούτε γρυ γραμματική!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.

(Ουσιαστικαί παρατηρήσεις)
Τούτος κλαί’ και μουρμουρίζει,
σαν μπαμπόγρια γρινιάρα·
τούτος δος του χαχανίζει,
σαν να τούρθε κουταμάρα.
Κι ένας τρίτος – Santo Dio!
Ούτε λύπ’, ούτε χαρά;
Ή δεν τάχε και τα δύο,
ή τα είχε στα γερά!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
κι όλοι οι τρίτοι περιττοί!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.

Ένας έπαθε πληθώρα
από αίσθημα γενναίον.
Τούτος που διαβάζω τώρα,
προστυχιά και των γονέων!
Τα φτερά τ’ αυτός ανοίγει
και στον ουρανό πετά.
Τούτος – έπεσε κι επνίγη,
σαν τον χοίρο στα σκ…!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.

(Γενικόν συμπέρασμα)
Αυτουνού του λείπει ένα
κείνος τ’ άλλο δεν γνωρίζει·
ένας τάχει μαζωμένα,
και για τούτο δεν αχρήζει.
Μερικούς ουδέ κουκούτσι
τους εδόθηκε μυαλός,
κι ένα τρύπιο μου παπούτσι
δεν αξίζ’ ο πιο καλός!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι,
κι ας τους λείπει κάτι τι.
Πές μου, Μάρω, ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή;

(Τελικόν συμπέρασμα)
Είχε πάρ’ αυτήν τον πρώτο
κι άρχισε να ροχαλίζη.
Μα ξιππάσθη με τον κρότο
κι είπε δίχως να γνωρίζη.
– Από κάθε μια φυλλάδα
λείπει, λέγεις, κάτιν τις;
Δίχως άλλο στην Ελλάδα
δεν υπάρχει ποιητής.
Και κανένας δεν θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή,
αν μας κάμουνε την χάρη
και βραβέψουν τον Κριτή.

(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)
Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

[χειροκροτούσαν απ’ το πλοίο έξαλλες·

01/01/2018 § Σχολιάστε

Ζωή Καρέλλη (1901-1998)

Tου Kαλοκαιριού, III

Άψογα και προπάντων ζωντανά,
ωραία σώματα νεανικά,
τούτη ζητώ τη βεβαιότητα.
Mη μου θυμίσεις την αρετή,
έχει γεράσει, φόρεσε γυαλιά
με σκελετό χρυσό, φυλάγει
από το φως τ’ άχροα μάτια της.
Έχει αραιά μαλλιά, κοκκινωπά,
ασπριδερή επιδερμίδα, όλο φακίδες
κιτρινωπές.
———Πες, αν μπορεί
να καταλάβει μια τέτοια γυναίκα
την υπερηφάνεια που χαρίζει ο ήλιος
στο λαμπρό σώμα, εφηβικό,
εκείνου του εφήβου ακριβώς,
που στάθηκε γυμνός και όρθιος,
στην πλώρη της άσπρης βάρκας.
Περνούσε το βαποράκι
της συγκοινωνίας για τα θαλάσσια λουτρά
και οι παχιές γυναίκες με τα πολλά παιδιά,
χειροκροτούσαν απ’ το πλοίο έξαλλες.

 

(από τα Ποιήματα, Eρμής 1996 via Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

[James Joyce, an excerpt from Molly Bloom’s soliloquy·

30/12/2017 § Σχολιάστε

A great writer who cannot be translated. Foreign readers will certainly find themselves…
Lost in Translation’.

[…] I love flowers I’d love to have the whole place swimming in roses God of heaven there’s nothing like nature the wild mountains then the sea and the waves rushing then the beautiful country with fields of oats and wheat and all kinds of things and all the fine cattle going about that would do your heart good to see rivers and lakes and flowers all sorts of shapes and smells and colours springing up even out of the ditches primroses and violets nature it is as for them saying there’s no God I wouldn’t give a snap of my two fingers for all their learning why don’t they go and create something I often asked him atheists or whatever they call themselves go and wash the cobbles off themselves first then they go howling for the priest and they dying and why why because they’re afraid of hell on account of their bad conscience ah yes I know them well who was the first person in the universe before there was anybody that made it all who ah that they don’t know neither do I so there you are they might as well try to stop the sun from rising tomorrow the sun shines for you he said the day we were lying among the rhododendrons on Howth head in the grey tweed suit and his straw hat the day I got him to propose to me yes first I gave him the bit of seedcake out of my mouth and it was leapyear like now yes 16 years ago my God after that long kiss I near lost my breath yes he said was a flower of the mountain yes so we are flowers all a woman’s body yes that was one true thing he said in his life and the sun shines for you today yes that was why I liked him because I saw he understood or felt what a woman is and I knew I could always get round him and I gave him all the pleasure I could leading him on till he asked me to say yes and I wouldn’t answer first only looked out over the sea and the sky I was thinking of so many things he didn’t know of Mulvey and Mr Stanhope and Hester and father and old captain Groves and the sailors playing all birds fly and I say stoop and washing up dishes they called it on the pier and the sentry in front of the governors house with the thing round his white helmet poor devil half roasted and the Spanish girls laughing in their shawls and their tall combs and the auctions in the morning the Greeks and the Jews and the Arabs and the devil knows who else from all the ends of Europe and Duke street and the fowl market all clucking outside Larby Sharans and the poor donkeys slipping half asleep and the vague fellows in the cloaks asleep in the shade on the steps and the big wheels of the carts of the bulls and the old castle thousands of years old yes and those handsome Moors all in white and turbans like kings asking you to sit down in their little bit of a shop and Ronda with the old windows of the posadas glancing eyes a lattice hid for her lover to kiss the iron and the wineshops half open at night and the castanets and the night we missed the boat at Algeciras the watchman going about serene with his lamp and O that awful deepdown torrent O and the sea the sea crimson sometimes like fire and the glorious sunsets and the figtrees in the Alameda gardens yes and all the queer little streets and pink and blue and yellow houses and the rosegardens and the jessamine and geraniums and cactuses and Gibraltar as a girl where I was a Flower of the mountain yes when I put the rose in my hair like the Andalusian girls used or shall I wear a red yes and how he kissed me under the Moorish wall and I thought well as well him as another and then I asked him with my eyes to ask again yes and then he asked me would I yes to say yes my mountain flower and first I put my arms around him yes and drew him down Jo me so he could feel my breasts all perfume yes and his heart was going like mad and yes I said yes I will Yes.

link

 

[Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές·

24/12/2017 § Σχολιάστε

Γιάννης Βαρβέρης (1955- 25 Μαΐου 2011)

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί – ξεχασμένοι έστω
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.

[Γιάννης Βαρβέρης, «Αναπήρων πολέμου», Εκδ. Ύψιλον, 1982

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.