[όσα ψηφίσματα τιμητικά κι αν·
09/04/2018 § Σχολιάστε
Του Κωνσταντίνου Καβάφη

©William Anastasi Without Title (Subway Drawing, 4.14.12, 23rd (10th to 7th) Raphael Street), 2012 -courtesy Galerie Jocelyn Wolff, Paris

Ο Θεόδοτος
Aν είσαι απ’ τους αληθινά εκλεκτούς,
την επικράτησί σου κύτταζε πώς αποκτάς.
Όσο κι αν δοξασθείς, τα κατορθώματά σου
στην Ιταλία και στην Θεσσαλία
όσο κι αν διαλαλούν η πολιτείες,
όσα ψηφίσματα τιμητικά
κι αν σ’ έβγαλαν στη Pώμη οι θαυμασταί σου,
μήτε η χαρά σου, μήτε ο θρίαμβος θα μείνουν,
μήτε ανώτερος — τι ανώτερος; — άνθρωπος θα αισθανθείς,
όταν, στην Aλεξάνδρεια, ο Θεόδοτος σε φέρει,
επάνω σε σινί αιματωμένο,
του αθλίου Πομπηίου το κεφάλι.
Και μη επαναπαύεσαι που στην ζωή σου
περιωρισμένη, τακτοποιημένη, και πεζή,
τέτοια θεαματικά και φοβερά δεν έχει.
Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου
το νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει —
αόρατος, άυλος — ο Θεόδοτος,
φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.

[Το σεντούκι·
08/04/2018 § Σχολιάστε
Του Αργύρη Χιόνη (1943-2011)

©Kristin Oppenheim, Golden Dragon, 2015, courtesy 303 Gallery -New York, NY 10011
Δεν υπάρχει υπόγειο χωρίς σεντούκι και σεντούκι χωρίς γράμματα, χωρίς φωτογραφίες κι άλλα μικρο-πράγματα που έπιαναν τάχα πολύ χώρο μές στο σπίτι και αποθηκεύτηκαν εκεί, Αυτό δεν είν’ αλήθεια· η αλήθεια είναι πως στην ψυχή μας έπιαναν χώρο πολύ και η ψυχή μας δεν το άντεχε. Όσο περνά, ωστόσο, ο καιρός κι αδυνατίζει η μνήμη, κι η λησμονιά σαν λάδι απλώνεται και μαλακώνει τις πληγές του παρελθόντος, τόσο πιο συχνά η νοσταλγία με ωθεί ν’ ανοίγω το σεντούκι και ν’ ανασύρω από εκεί κάποια απ’ αυτά τα λείψανα που, όμως, δεν είναι λείψανα ακριβώς, γιατί, μόλις βρεθούν στο φως, σαν ν’ ανασαίνουν πάλι, σαν να ζωντανεύουν, σαν ν’ ανοίγουνε παλιές πληγές, και πανικόβλητος τα ξανακλείνω στο σεντούκι. Αυτό, ωστόσο, το παιχνίδι, παιχνίδι ηδονής κι οδύνης, ποτέ δεν σταματά, κι αδιάκοπα ανοιγοκλείνω το σεντούκι, αδιάκοπα ανοιγοκλείνω τις πληγές μου.
[Από τη συλλογή Το υπόγειο, εκδόσεις Νεφέλη, 2004]
[Ανάστασις και πάλι!
07/04/2018 § Σχολιάστε
Ένα εξαιρετικό, δροσερό, πασχαλινό ποίημα του Γεώργιου Σουρή δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα ΑΣΜΟΔΑΙΟΣ στις 8 Απριλίου 1884…

ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
Ανάστασις και πάλι!.. χαρά, ζωή, λουλούδια,
απρίλης, πρασινάδα κι’ ανοίξεως αγέρι,
χοροί ξανθών αγγέλων, των χερουβείμ τραγούδια,
σε κάθε χείλι γέλιο, αυγό σε κάθε χέρι.
Ανάστασις και πάλι!.. σούβλες, αρνιά, τομάρια
του έρωτα σαΐτες, του έρωτα φωτιές,
στεφάνωμα του Βάκχου με πράσινα χορτάρια,
τσουγκρίσματα, παιχνίδια και λαύρα στις ματιές.
Ανάστασις και πάλι!.. φώτα, κεριά καμπάνες,
το ένα Ευαγγέλιο σε δεκαπέντε γλώσσες,
μπακάληδες, φαντάροι, κουζίνες, παραμάνες,
γαρούφαλα βρακάδων και καλαμάτες τόσες.
Ανάστασις και πάλι!.. ζευγαρωμένες μύγες,
φιλήματα του κόσμου κρυφά και φανερά,
σφιγξίματα κι αγάπες και δαγκωνιές ολίγες
σε μάγουλα θρεμμένα, σε χείλια δροσερά.
Ανάστασις και πάλι!.. ερωτευμένη φύσις,
πομπή, στρατός, ρουκέτες, κανόνια, κουμπουριές,
μα μέσα στης αγάπης τις τόσες διαχύσεις
και κάμποσοι καυγάδες κι ολίγες μαχαιριές.
Ανάστασις και πάλι!.. λαοί αποθαμμένοι
σιγά σιγά ξυπνούνε μ’ ολόρθα τα κεφάλια,
κι εμείς με λόγια μόνο και χρέη φορτωμένοι
εχάσαμε κι εφέτος Τ’ ΑΥΓΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΣΧΑΛΙΑ.
[μεθυσμένος από σφάλματα ·
27/03/2018 § Σχολιάστε
Ταξίδι που δεν έγινε ποτέ, 2

ο Αγριμολόγος πίνει εσπρέσσο με τον φίλο του Φερνάντο. A Brasiliera, Λισαβόνα
Κι έτσι κρύβομαι πίσω από την πόρτα για να μη με δει η Πραγματικότητα όταν μπει. Κρύβομαι κάτω από το τραπέζι, κι από εκεί, πετιέμαι ξαφνικά και τρομάζω τη Δυνατότητα. Τόσο καλά που παραμερίζω σαν τα δυο μπράτσα ενός ασφυκτικού αγκαλιάσματος, τα δύο είδη πλήξης που με πνίγουν – η πλήξη του να μην μπορώ να ζω το Πραγματικό και η πλήξη του να μην μπορώ να συλλάβω παρά μόνο το Δυνατόν.
Θριαμβεύω έτσι πάντα ενάντια σ’ ολόκληρη την Πραγματικότητα. Παλάτια στην άμμο οι θρίαμβοί μου…, θα πείτε. Κι από ποια δηλαδή θεϊκή ουσία είναι φτιαγμένα τα άλλα παλάτια, που δεν είναι από άμμο;
Και πως ξέρετε αν, καθώς ταξιδεύω έτσι, δεν έχω πάρει από πίσω, στα σκοτεινά, τον ίδιο μου εαυτό;
Παιδιαριώδης καθότι παράλογος, ξαναζώ την πρώτη παιδική μου ηλικία και παίζω με τις ιδέες όπως, παιδί, έπαιζα με τα μολυβένια στρατιωτάκια μου: τα έβαζα να κάνουν πράγματα προσβλητικά για την ίδια την ιδέα του στρατιώτη.
Μεθυσμένος από σφάλματα, χάνομαι για μερικές στιγμές όπου επιτέλους νιώθω ότι ζω.
[Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της Ανησυχίας, μτφρ: Άννυ Σπυράκου, εκδόσεις Αλεξάνδρεια