[Δεν είχα φανταστεί πως ο πόνος μπορούσε να σκέφτεται·

30/04/2018 § Σχολιάστε

Του Γιάννη Ρίτσου

©John Beech, Photo-Painting #164, 2016 / Mixed Media
oil enamel, b/w foto, canvas on wood panel / courtesy Galerie Gisèle Linder, Basel.

Λέτε νάναι πιο φαρδειά η πύλη του θανάτου; Εδώ τελειώνω.
Δεν ξέρω παρακάτω.
Τ’ άλλα φτιάχτε τα, πείτε τα, εσείς. Κέρδισα ακόμη μια στιγμή μεγάλη σαν ολόκληρο τον πόνο. Δεν ήξερα
πως μια στιγμή μπορούσε νάχει τόση διάρκεια.
Δεν είχα φανταστεί πως ο πόνος μπορούσε να σκέφτεται. Κι όλα έχουνε το βαθύ νόημά τους και προσμένουν να τα βρούμε. Κι ο κόσμος θα φτώχεναι
αν έλειπε ένα χαλικάκι, ένα τζιτζίκι, ή κ’ η φωνή του γαλατά
μες στο χάραμα. Τόμαθα.
Μήπως αυτό είναι τάχα κείνο που λένε ηρωισμός;
και που ωστόσο δεν τόξερε εκείνος που το έλεγαν ήρωα;
Και μήπως τάχα η σκέψη νικάει τη σιωπή, τη φωτιά και το χρόνο
κι αυτό που λένε μοίρα; Δεν τόξερα. Τόμαθα. Γειά σας.
[…]

[Γιάννης Ρίτσος, Αποχαιρετισμός – Οι τελευταίες ώρες του Γρηγόρη Αυξεντίου μες στη φλεγόμενη σπηλιά -εκδόσεις Κέδρος]

[To the hills’ northern face·

28/04/2018 § Σχολιάστε

Blackberrying
by Sylvia Plath

Helena Almeida, 1934 Portugal / «Dentro de mim» / black and white photography 102 x 110 cm /Courtesy Galeria Filomena Soares

Nobody in the lane, and nothing, nothing but blackberries,
Blackberries on either side, though on the right mainly,
A blackberry alley, going down in hooks, and a sea
Somewhere at the end of it, heaving. Blackberries
Big as the ball of my thumb, and dumb as eyes
Ebon in the hedges, fat
With blue-red juices. These they squander on my fingers.
I had not asked for such a blood sisterhood; they must love me.
They accommodate themselves to my milkbottle, flattening their sides.

Overhead go the choughs in black, cacophonous flocks—
Bits of burnt paper wheeling in a blown sky.
Theirs is the only voice, protesting, protesting.
I do not think the sea will appear at all.
The high, green meadows are glowing, as if lit from within.
I come to one bush of berries so ripe it is a bush of flies,
Hanging their bluegreen bellies and their wing panes in a Chinese screen.
The honey-feast of the berries has stunned them; they believe in heaven.
One more hook, and the berries and bushes end.

The only thing to come now is the sea.
From between two hills a sudden wind funnels at me,
Slapping its phantom laundry in my face.
These hills are too green and sweet to have tasted salt.
I follow the sheep path between them. A last hook brings me
To the hills’ northern face, and the face is orange rock
That looks out on nothing, nothing but a great space
Of white and pewter lights, and a din like silversmiths
Beating and beating at an intractable metal.

[για την τρέλα τόσων χρόνων που οδήγησε στον πόλεμο·

28/04/2018 § Σχολιάστε

Stefan Zweig – Στέφαν Τσβάιχ ( Βιέννη, 28 Νοεμβρίου 1881 – Πετρόπολις Βραζιλίας, 22 Φεβρουαρίου 1942)


Γιατί αυτοκτόνησε ο Στέφαν Τσβάιχ

Σε πωλήσεις βιβλίων, ο αυστριακός συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ αποτελεί εξαίρεση: είναι ένας από τους σπάνιους συγγραφείς που ήταν εξαιρετικά διάσημος όσο ζούσε αλλά συνεχίζει να είναι διάσημος και μετά την διπλή αυτοκτονία, μαζί με την σύζυγό του Λόττε, τον Φεβρουάριο του 1942.

Αντίθετα με πολλούς μεγάλους συγγραφείς, ο Τσβάιχ δεν γνώρισε ποτέ το σκοτάδι στις πωλήσεις. Η φήμη του είναι αιώνια.
Οι αριθμοί το αποδεικνύουν. Σύμφωνα με την εταιρεία GfK που βασίζεται αποκλειστικά στις πραγματικές πωλήσεις στα βιβλιοπωλεία, ο συγγραφέας του «Αμόκ» πούλησε τα τελευταία 10 χρόνια πάνω από 3,2 εκατομμύρια αντίτυπα. Αυτό σημαίνει ότι ο Στέφαν Τσβάιχ πουλάει κάθε χρόνο, κατά μέσο όρο, 310.000 βιβλία. 72 χρόνια μετά την αυτοκτονία του, ο αυστριακός συγγραφέας παραμένει η χρυσή ευκαιρία των εκδοτικών οίκων.

Το 2009, για παράδειγμα, το συγκλονιστικό βιβλίο του Τσβάιχ «O κόσμος του χθες -Εξομολογήσεις ενός Ευρωπαίου», ήταν δεύτερο σε καλύτερες πωλήσεις στη Γαλλία, εκδόσεις Grasset.
«Το 2009 και το 2010 το «Ταξίδι στο παρελθόν» έκανε τις περισσότερες πωλήσεις» σημειώνει η εταιρεία GfK. Ο Τσβάιχ αποτελεί πραγματικό φαινόμενο. Μόνο το 2013, 160 διαφορετικοί εκδοτικοί οίκοι είχαν τίτλους βιβλίων του στα ράφια τους. Ενα φαινόμενο μακράς πνοής που εξακολουθεί να πουλάει.

Ο Στέφαν Τσβάιχ ήταν γιος του Μόριτς Τσβάιχ, πλούσιου Εβραίου υφασματοβιομηχάνου και της Ίντα Μπρετάουερ, κόρη εβραϊκής οικογένειας τραπεζιτών. Γεννήθηκε στη Βιέννη το 1881 και ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος και βιογράφος. Στις δεκαετίες 1920 και 1930 ήταν από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς στον κόσμο.

Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Η εβραϊκή θρησκεία ελάχιστα επηρέασε την οικογενειακή ζωή και τη μόρφωσή του. «Η μητέρα και ο πατέρας μου ήταν εβραϊκής καταγωγής μόνο στα χαρτιά» δήλωσε σε μια συνέντευξη. Ωστόσο, ο ίδιος δεν αποκήρυξε την εβραϊκή πίστη του και έγραψε επανειλημμένως άρθρα σχετικά με την εβραϊκή ζωή ενώ επειδή ήταν Εβραίος κυνηγήθηκε μετά την άνοδο του Χίλτερ. Ηταν στενός φίλος του Φρόιντ και διατηρούσαν αλληλογραφία.

Το 1934, μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, κατέφυγε στην Αυστρία και κατόπιν στην Αγγλία. Στη συνέχεια έζησε στην Αγγλία (στο Λονδίνο και από το 1939 στο Μπαθ), και στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1940. Το 1941 πήγε στη Βραζιλία, στην ορεινή πόλη Πετρόπολις, 68 χλμ βόρεια του Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου στις 23 Φεβρουαρίου 1942 ο ίδιος και η δεύτερη σύζυγός του, Lotte, αυτοκτόνησαν απελπισμένοι για το μέλλον της Ευρώπης και του πολιτισμού της, εξαιτίας του Χίλτερ και του λαϊκισμού που θέριζε την Γηραιά Ηπειρο.

Οι τελευταίες ημέρες του Στέφαν Τσβάιχ
Τον Αύγουστο του 1941 ο μακροχρονίως αυτοεξόριστος – λόγω της φονικής επέλασης του ναζισμού – Στέφαν Τσβάιχ εγκατέλειψε το ενοικιασμένο σπίτι του στη Νέα Υόρκη, όπου ολοκλήρωσε τη διάσημη πλέον αυτοβιογραφία του «Ο κόσμος του χθες», και ταξίδεψε για τελευταία φορά στη Βραζιλία.

Ύστερα από λίγες εβδομάδες στο Ρίο ντε Τζανέιρο εγκαθίσταται «σε ένα μικρό σπιτάκι με τρία κουκλίστικα δωμάτια», σε έναν τόπο όπου «το τοπίο είναι αυστριακό, μεταφρασμένο στη γλώσσα των Τροπικών», σε ένα μικρό χωριουδάκι ονόματι Πετρόπολις. «Δεν είμαι καλά. Στην Αμερική, ουσιαστικά χωρίς συγκεκριμένο λόγο, μάλλον εξαιτίας μιας πληθώρας λόγων, κατέρρευσα ψυχικά» έγραφε τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς σε μια εξομολογητική επιστολή του προς τον Φραντς και τη πρώην γυναίκα του Αλμα Βέρφελ.

«Εγώ και ο εαυτός μου γίναμε δύο διαφορετικά πράγματα μέσα σε όλους τους παραλογισμούς που μας φορτώνει η εποχή μας» και «αποκομμένος από όλα όσα ήταν για μένα πατρίδα (από την Ευρώπη και ιδιαίτερα τη Γαλλία, την Ιταλία, τον λατινικό κόσμο), ταξιδιώτης κατ’ ανάγκην, με τις βαλίτσες του, χωρίς τα βιβλία του, με τα χαρτιά του σκόρπια να κουβαλιούνται πότε εδώ και πότε εκεί. Και με ένα μίσος απερίγραπτο, όχι μόνο για τον ίδιο τον πόλεμο αυτόν καθεαυτόν, αλλά και για την τρέλα τόσων χρόνων που οδήγησε στον πόλεμο. Ολα αυτά με πίεσαν, με συνέθλιψαν».

Στις 22 Φεβρουαρίου του 1942, έχοντας παραδώσει στον εκδότη του το ύστατο έργο του, τη «Σκακιστική νουβέλα» όπου αποτυπώνονται η βαρβαρότητα και το έρεβος του ολοκληρωτισμού, αυτοκτονεί μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του Λότε Αλτμαν.
«Χαιρετώ όλους μου τους φίλους. Εύχομαι να δουν και πάλι τις αυγές που θα ξημερώσουν μετά τη μακριά νύχτα! Εγώ, που ήμουν πάντα μου ανυπόμονος, προπορεύομαι» έγραφε το σημείωμα που άφησε πίσω του ο συγγραφέας και εντόπισαν ύστερα οι βραζιλιανικές Αρχές στο ταπεινό του μπανγκαλόου.

Η αυτοκτονία του προκάλεσε αίσθηση παγκόσμια, αφού ο Τσβάιχ ήταν ο πλέον πολυμεταφρασμένος και πολυδιαβασμένος συγγραφέας του Μεσοπολέμου. Αυτή η πράξη που συγκλόνισε καλλιτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους, θεωρήθηκε από πολλούς ακατανόητη. Ο Τόμας Μαν μάλιστα εκφράστηκε αποδοκιμαστικά για την αυτοκτονία του, την οποία θεώρησε έναν ιδιάζοντα εγωισμό μάλλον, μια εύκολη φυγομαχία.

Πηγή

[το μεγαλειώδες με ομπρέλες·

12/04/2018 § Σχολιάστε

Του Χριστόφορου Λιοντάκη

©Jordi Alcaraz/Sense títol, 2016/Polígrafa Obra Gràfica/ Mixed Media -Art Basel, Miami Beach 2016


Ημιτελής

Στον Κ.Κ.

Ερωτήματα χαραγμένα στους βράχους
μειδιάματα στους επισκέπτες.
Παρείσακτος στην απογευματινή αστάθεια, πολλαπλασιάζοντας
τα ερωτηματικά, την οδηγείς στην αταξία.
Σμίγουν τα χέρια μας, καθώς αγκαλιάζουν το πουλάρι
Κι ο ιδρώτας τρυφερός συναντά στις παλάμες μας το σάλιο του
καθώς εκείνο αθώα τις γλείφει.
Το σμίξιμο στην τραχιά επιφάνεια του τζην
καταδικασμένο στο ημιτελές.
Όπως και ο τάφος δίπλα μας, ημιτελής,
επισκοπεί το χλοερό σκοτάδι του κτήτορα.
Ίχνη από κίονες και άνθη, υποψία αετώματος,
χωρίς κεκοιμημένους το σκωτεινό κοίλωμα χάσκει.
Καπνός από κλαδιά που καίγονται και φωνές
που δεν εξαργυρώνονται.
Το αναστημένο μέγεθος με τη φαντασία μόνο
– απροσμάχητος το κράτος του τζην και τ’ αλαζονικά κουμπιά.
Το σκήνωμα του κτήτορα μετέωρο
ταξιδεύει με τα χαμένα πλούτη – χρόνοι δίσκτοι.
Σαν σαύρα η ειρωνεία – αλεξίσφαιρο του ανείπωτου –
παραμονεύει, κι η βροχή σιγοντάρει
μουλιάζοντας την άμμο, τους εξηγητές, τους επισκέπτες
την πέτρα που γλιστρά, το μεγαλειώδες με ομπρέλες.
Ο καφές ζεστός κατακάθεται στις υστερομαντείες.
Απαύγασμα ειρωνικό οι κούρσες σου ανάμεσα
στων Ναβαταλιων τα ίχνη, τα ρωμαϊκά λιθόστρωτα, τα βυζαντινά
ψηφιδωτά και τους βρεγμένους Ευρωπαίους να ελπίζουν.
Πήγασος εσύ το παίζεις τώρα
με στεγνά χέρια πάνω στη βρεγμένη χαίτη,
αφήνοντας πίσω, ημιτελή πάντα, τον τάφο.
Το φως σε ύφεση κλείνει το μάτι
σ’ ένα κόκκο άμμου, στο εγώ.


[περιοδικό «η λέξη» Γενάρης-Μάρτης 2005, τ. 183]

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.