[που χάιδευ’ η άσωτη πνοή ·

10/02/2018 § Σχολιάστε

Άγγελος Σικελιανός (1884-1951)

Το Πρωτοβρόχι

Σκυμμένοι από το παραθύρι…
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ’ από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ’ ανάερο δρόμο…
K’ εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλα ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ’ αλλουνού τον ώμο
ρωτάμε: «T’ είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ’ τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;»
Kι άχνισα – τόσα ήταν τα μύρα –
άχνισα κ’ έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ’ η άσωτη πνοή…
Mου γιόμισ’ ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!…
K’ έσκυψ’ απάνω από τ’ αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ’ άνθι ακέριο να του πιω·
– βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου –
κι όπως ανάσαινα, απ’ τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά ‘πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά ‘πια· κι ως σ’ άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!…

*
[από τον Λυρικό Bίο, Β΄, Ίκαρος 1968 – via Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

[όλος για να υπάρχω μ’ εσένα·

04/02/2018 § Σχολιάστε

Δ.Ι. Αντωνίου (1906-1994)

Ω, πες μου αν δεν πιστεύεις ακόμη τα φαντάσματα!
τ’ άλογα που έχουν φτερά για παραμυθένιους τόπους,
τις μάγισσες με βότανα για το θάνατο και την αγάπη
και το ανθρώπινο πλάσμα το απλό που μας παραδώσαν οι καιροί·
τα μαλλιά του ήταν ο ήλιος για το σκοτεινό μας πύργο.
Mα τί λέω! Eσύ δεν είσαι ξανθή και τώρα
όταν σε κοιτάζω είσαι η νύχτα μου
έτσι για να σου πω απόψε:
Eδώ ‘μαι, αφού το θέλησες
όλος για να υπάρχω μ’ εσένα·
δες αυτό το χέρι κρατάει
στον αγώνα του τη μοίρα
τα βουνά μετατοπίζει
κι άστρα παιγνίδια στα χέρια σου απιθώνει…

*

[από τα Ποιήματα, Eρμής 1998 via Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού]

[λεκιάζοντας στο κάρβουνο το μαντιλάκι ·

03/02/2018 § Σχολιάστε

Αναχρονιστικός καθρέπτης 1881

Εδώ ξεφτίζουνε οι Καρυάτιδες
αναπαλαιώνονται οι αρχαίοι σοβάδες
ζαρώνει η κορινθιακή σταφίδα
στην πουτίγκα της αυτοκρατορίας

Από τα τζάμια του σιδηροδρόμου που αργεί
να φτάσει μέσα στην ομίχλη των ατμών
γραβάτες ανεμίζουν σκούρες, πράσινες
φύκια παχειά στα μέτρα της καρωτίδας
πνιγμένων του μεσοπολέμου

Τις πελιδνές πτυχές μιας μεγάλης ιδέας
ξεδιπλώνει χρεωκοπημένος ο καπνός
καθώς οι ράγες του συρμού απομακρύνονται
λεκιάζοντας στο κάρβουνο το μαντιλάκι
στο υψωμένο, ανέπαφο χέρι του Αχιλλέα
Παράσχου που αποχαιρετά τον ρομαντισμό

*
[Γιώργος Χουλιαράς, Δρόμοι της μελάνης, εκδόσεις Νεφέλη 2005

η φωτογραφία (2016) είναι του αγριμολόγου από την πόλη του Dinant, Βέλγιο -η πατρίδα του Adolphe Sax, εφευρέτη του σαξόφωνου

[το παν κυβερνώμενον από μίαν δύναμιν: το ψεύδος, στρεφόμενον περί ένα άξονα: το ψεύδος ·

02/02/2018 § Σχολιάστε

Παύλος Νιρβάνας (1866-1937)

Αν μεταγράψει κανείς στη σύγχρονη γλώσσα το παρακάτω άρθρο του Παύλου Νιρβάνα με τίτλο «Τι έλειψεν» [δημοσιεύθηκε στο Άστυ, 25 Μαΐου 1897], νομίζει ότι είναι γραμμένο σήμερα:

«…Εκείνο το οποίον κυρίως έλειψεν από τον τόπον αυτόν, εκείνο το οποίον έλειψεν από τον εθνικόν μας βίον και του οποίου την έλλειψιν επληρώσαμεν και πληρώνομεν βαρύτατα, υπήρξεν η Αλήθεια.

Ω! ναι· η αλήθεια! Επί ήμισυν αιώνα εκολυμβήσαμεν εις το ψεύδος, ετράφημεν με το ψεύδος, ανεπνεύσαμεν με το ψεύδος και –διατί να το αποσιωπήσωμεν;– εσαβανώθημεν με το ψεύδος. Ήτο λείψανον της δουλείας της μακράς, ήτο απομεινάριον του ραγιαδισμού, ήτο τέκνον της βίας και του ζυγού; Δεν ηξεύρω. Κάθε πράγμα εις τον πεπερασμένον αυτόν κόσμον έχει εν αίτιον. Αλλά περί τούτου δεν πρόκειται. Το βέβαιον, το αναμφισβήτητον, το φανερόν ως το φως, είναι ότι εις τα έθη των πατρώων θεών, μία θεότης δυσειδής και αποτρόπαιος και καταστρεπτική εγκαθιδρύθη, ένας Μολώχ παμφάγος και απαίσιος, το ψεύδος. Απ’ άκρου εις άκρον. Από του ζενίθ μέχρι του ναδίρ. Εις βάθος και εις πλάτος. Δηλητήριον διαχυθέν εις τον οργανισμόν του έθνους ως κουράριον και ως στρυχνίνη. Και από την επίδρασιν την καταστρεπτικήν τίποτε δεν έμεινεν αλώβητον, τίποτε παρθένον. Η οικογένεια θύμα του, η κοινωνία βορά του, το έθνος λεία του. Κάθε μέλος και πάσα ίς [ίνα] του εθνικού και του κοινωνικού οργανισμού εμπεποτισμένα από το δηλητήριον αυτό. Η εκκλησία, η παιδεία, η διοίκησις, τα γράμματα, αι τέχναι, ο τύπος, το στράτευμα, αι επιστήμαι, η φιλανθρωπία, το παν κυβερνώμενον από μίαν δύναμιν: το ψεύδος, στρεφόμενον περί ένα άξονα: το ψεύδος, αφορμώμενα από μίαν αφετηρίαν: το ψεύδος, κατρακυλούντα προς εν τέρμα: το ψεύδος.

Μη ζητήσετε τώρα τας λεπτομερείας του· μη απαιτήσετε τας εφαρμογάς του και τον μηχανισμόν του. Δια να σπουδάσετε μίαν επιστήμην θέλετε πέντε τουλάχιστον έτη. Και το νεοελληνικόν ψεύδος, ως θεωρία και ως εφαρμογή, είναι επιστήμη απέραντος, με ειδικότητας και κλάδους· και με εφαρμογάς απείρους. Τόμοι ολόκληροι θα εχρειάζοντο δια να περιλάβουν την επιστήμην αυτήν. Χρόνοι και χρόνοι θ’ απητούντο δια να συναχθή και να ταξινομηθή το άφθονον υλικόν, το οποίον θα παρείχε την εικόνα του παραδόξου αυτού μηχανισμού, ο οποίος υποκατέστη εις όλα τα τμήματα της εθνικής μας ζωής. Αν δύνασθε, αντικρύσατέ το εν συνόλω εις τας γενικάς του γραμμάς. Δεν θα κοπιάσετε πολύ. Ζήτε εις τον τόπον, όπου ο τίτλος, ο αποτελών την βδελυρωτέραν των ύβρεων, και μεταξύ του ποταπωτέρου των λαών, έχει καταντήσει χαριεντισμός και φιλοφρόνημα. Μη το λησμονείτε.

Άλλως τε δεν έχετε και ανάγκην ν’ αποπλανηθήτε πολύ. Έχετε εμπρός σας μίαν εικόνα, μίαν αιματωμένην και τραγικήν εικόνα. Κινούμεθα ακόμη μέσα εις τα συντρίμματα του απαισίου πολέμου. Εάν οπίσω από τον πόλεμον αυτόν, από την σύλληψίν του και την διεξαγωγήν του, εάν οπίσω από τας ήττας, από την φυγήν, από τους πανικούς, από την κατάχρησιν, από την δειλίαν, από τας ατιμίας, δεν βλέπετε το τερατώδες φάσμα του ψεύδους, θα ειπή ότι δεν είσθε πολύ οξυδερκείς άνθρωποι. Και εάν από τον βαρύν εφιάλτην της πανελληνίου συμφοράς δεν αισθάνεσθε και δεν αισθανόμεθα ούτε τώρα, τι είναι εκείνο το οποίον μας έλειψε καθ’ όλην την αξιοδάκρυτον αυτήν περίοδον του ελευθέρου μας βίου, α! τότε η τελευταία αυτή καταστροφή η οποία εξερράγη επί των κεφαλών μας, δεν είναι η μεγαλειτέρα.»

*

Πηγή: Από το editorial με τίτλο «Σαβανωθήκαμε με το ψέμα» της The Athens Review of Books, τ.64, Ιούλιος-Αύγουστος 2015

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.