[Ανθήκλεια –μια γυναίκα ·
29/01/2018 § Σχολιάστε
Της Ασημίνας Λαμπράκου

Ήρθε και ζαλίστηκε λιγάκι το πρωί
Εκείνη η κατάσταση που λες κι αδειάζει το υγρό που προστατεύει τον εγκέφαλο κι αυτός διογκώνεται κι ασφυκτιά στα νεόκοπα πλαίσια και κάνει μια να πάρει τη κατηφόρα μα σα δε βρίσκει διέξοδο ικανή να χωρέσει το νέο του μέγεθος, στριφογυρνά κουρασμένα σα σκυλί γερασμένο που κυνηγά την ουρά του κι όταν νομίζει πως τη φτάνει, δίνει μια να την αρπάξει κι ύστερα πάλι λουφάζει
Έπειτα είπε θα ξεκουραστώ, σαν έφτασε στο σπίτι της
Μα τότε εφόρμησε σα ζιζάνιο πικρό εκείνη η μιλιά η γεμάτη στόμφο που νόμιζε η αιτία της ήταν η έγνοια από αγάπη, η ανησυχία από ενδιαφέρον κι αυτή αποδείχτηκε σφίγγα με κεντρί δηλητήριο πως άλλο εννοούσε κι ήταν αυτό η παρεξήγηση
Κι όπως διπλώθηκε να ξαποστάσει, μαζί διπλώθηκε κι η ψυχή κι η μνήμη κουβαράκι δίπλα της κι όλες μαζί κρύωναν και βαριανάσαιναν σαν από πνιγμό μιας επιθυμητής επιούσιας κατάστασης ξεχασμένης κι ακόμη πιο πολύ… προδομένης
Που ήταν οι μέρες με το δικό τους χρώμα, οι γιορτινές, να ξεχωρίζουν περήφανες για το περιεχόμενό τους κι όλο που χάριζαν στους ανθρώπους
Ένα μπλε της Βηθλεέμ, η γιορτή του πατέρα
Ένα χρυσαφί σκούρο με μυρωδιά από τον μπακλαβά που ψηνόταν, τα Χριστούγεννα
Ένα κόκκινο βαθύ για το Πάσχα με όλες τις αποχρώσεις του ροζ της άνοιξης που το φιλοξενούσε
Το άσπρο του γιασεμιού με μια γλύκα πασπαλισμένης άχνης στο γλυκό που στόλιζαν τα άνθη του, για τα γενέθλια της
Ύστερα.… ύστερα έκανε το δικό της σπίτι με όλες τις υποσχέσεις να κρατήσουν οι μέρες το χρώμα τους κι αυτές δεν άντεξαν και ξεθώριασαν ανάμεσα στις άλλες, άχρωμες κι άοσμες με τα παντζούρια τραβηγμένα και τις κουρτίνες ίδιες πάντα χωρίς ούτε μια λεπτομέρεια να δείχνει τη διαφορά, ένα λουλούδι, ένα σεντόνι με κέντημα
Μόνο το τηλέφωνο να κτυπά για τα ειωθότα, να δείχνουν τα τετριμμένα και τριμμένα στο φαίνεσθαι συναισθήματα κι έπειτα τίποτα μόνο κάτι ευχές να ικανοποιείται το παράλογο, το συνήθειο.. ούτε μια ζέστα, ούτ’ ένα γέλιο
Δεν ήταν πάντα έτσι μα κάτι έφταιξε κι έλεγε πως έφταιξε που δεν τον χάιδεψε η μάνα του, όχι όπως χαϊδεύεις και κακο- ή καλο-μαθαίνεις, ανάλογα πως θ’ αποφασίσεις να το «δείς», μα το άλλο το χάδι του χεριού που πάει να πει στοργή κι επανάληψη μέχρι να μη την αντέχεις και να σε πονά και να θέλεις να απαλλαγείς απ’ αυτήν ώσπου νάρθει η σειρά σου να την δώσεις σ’ όποιον αγαπήσεις, αν έχεις μάθει ν’ αγαπάς… κι έλεγε αυτό θα έφταιξε και κάνε κουράγιο κι έχεις εσύ περίσσευμα και δώσε μέχρι να μάθει
Μα το περίσσευμα απόσωσε κι έγινε κουβαράκι να λιώσει τις ανάγκες της να τις μπερδέψει, κόμπος να γίνουν άλυτος κι απ’ το πολύ το παιδεμό για να τις λύσει, με κούραση βαθειά τον καημό ν’ αποκοιμίσει
Κι έλεγε, μάνα του είναι και θα τη στέρξει και κάνε κουράγιο που έτσι έχουν τα πράγματα, μα πώς να κάνει τόσο καιρό αυτή που συνήθισε στην έγνοια από αγάπη, την ανησυχία από ενδιαφέρον και που χαϊδεμένη ήτανε κι αυτό να δώσει θέλει και να πάρει πάλι κι όπως δεν τόχει, κουράγιο πώς να κάμει κι ήρθε και ζαλίστηκε κι είπε θα ξεκουραστεί σαν έφτασε στο σπίτι κι όπως η στεναχώρια τη βαλάντωσε, πήραν οι καταστάσεις και τυλίχτηκαν μαζί με τη ψυχή της και κρύωνε κουρνιασμένη έμβρυο, όχι για να χωρέσει σε μήτρα αλλά να κλείσει τη δική της να μην αιμορραγεί θλίψη και θυμό κι απ’ τη κακία άλλος μη μεταλάβει
Κι έτσι όπως ήταν, σαν έμβρυο έκλαψε, δάκρυ αδάκρυτο, να ησυχάσει κι άλλην εικόνα δεν έχω από τούτη την ιστορία.. μια γιατί δεν τέλειωσε κι άλλη γιατί άργησε να γραφεί…
στη γυναίκα.
![]()
©Ασημίνα Λαμπράκου
η φωτο είναι του αγριμολόγου, 2003
Πρώτη δημοσίευση στις Στάχτες 17.03.2014
[Εἰς τά θεμέλια τοῦ φρενοκομείου·
18/01/2018 § Σχολιάστε
Του Γεωργίου Σουρῆ (1853-1919)

Ὢ Εορτή των Εορτών… Ὢ εὐτυχής ἡμέρα!
Ὤ! τώρα πρέπει ὁ καθείς τοῦ Ἄστεως πολίτης
να βάλει στο μπαλκόνι του μια κόκκινη παντιέρα
με μμια χρυσήν ἐπιγραφή «Ζωρζής Δρομοκαΐτης».
Ναί! τώρα πρέπει στολισμός με δάφνες και μυρσίνες,
ναί! τώρα πρέπουν κανονιές, φανάρια και ρετσίνες.
Φρενοκομεῖο κτίζεται και στη σοφήν Ἑλλάδα!
ἅ! ὁ Θεός ἐφώτισε τον Χιώτη τον Ζωρζή
και τώρα μέσα στοῦ Δαφνιοῦ τη τόση πρασινάδα
θα βρίσκουμε παρηγοριά κι ἡ μνήμη του θα ζεῖ.
Ὢ μέγα εὐεργέτημα τῶν εὐεργετημάτων!
Ὢ μόνον οἰκοδόμημα τῶν οἰκοδομημάτων!
Θέλει λαμπρόν Μαυσώλειον αὐτός ὁ κληροδότης,
παιάνας κι ἀποθέωσιν εἰς τρίτους οὐρανούς!…
Εὑρέθη μες στους Χιώτηδες, με γνώση κι ἕνας Χιώτης,
κι ἐσκέφθη ὁ μεγάλος του και πρακτικός του νοῦς
πῶς μέσα στην Ἑλλάδα μας ποῦ πλημμυροῦν τα φῶτα,
Φρενοκομεῖον ἔπρεπε να γίνει πρῶτα-πρῶτα.
(Τo φρενοκομεῖο χτίστηκε με κληροδότημα τοῦ Χίου
φιλάνθρωπου Τζωρτζῆ Δρομοκαΐτη (που πέθανε το
1880) ἔξω ἀπό την Ἀθήνα, κοντά στη Μονή Δαφνίου,
γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ τὸ λένε καὶ «Δαφνί». Ὁ Σουρῆς δὲν
ἄφησε τὴν εὐκαιρία ποὺ τοῦ ῾δινε τὸ γεγονὸς καὶ τὸ
…καυτηρίασε δεόντως… Ἀπρίλης 1884)
[πελεκά τους στίχους στρογγυλούς σαν κουκουνάρια·
15/01/2018 § Σχολιάστε
Διδακτικόν Γεωργίου Βιζυηνού (1849-1896)

Ένας πελεκά τους στίχους
στρογγυλούς σαν κουκουνάρια·
άλλος σπάζει τους δυστύχους
τα πλευρά και τα ποδάρια!
O Kριτής του Διαγωνισμού
(Προπαρασκευή)
Xώθηκε στον κοιτωνίτη
ο Kριτής αγάλι’ αγάλια,
φόρτωσε στην γερο-μύτη
δυο ζευγάρια ματογυάλια.
Eτραβήχθη στον σοφά του,
κάθεται φαρδιά πλατιά,
και μετροφυλλά μπροστά του
αναρίθμητα χαρτιά.
–Όλοι τάγραψαν με χάρη,
σε πολύτιμο χαρτί!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Βάλλει στην βαθειά του τσέπη,
βγάλ’ ένα χονδρό τσιγάρο.
Με τα σπίρτα μόλις βλέπει
την δουλίτσα του την Μάρω,
το δαγκά και το βυζάνει
σαν της μάνας του βυζί,
κι αγγαρειά την Μάρω πιάνει
να δουλέψουνε μαζί.
– Δος μ’ αυτό το καλαμάρι·
Να, μια πένα κορδωτή,
για να διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
(Τεχνικαί παρατηρήσεις)
Ένας πελεκά τους στίχους
στρογγυλούς σαν κουκουνάρια·
άλλος σπάζει τους δυστύχους
τα πλευρά και τα ποδάρια!
Ένας τους παραγεμίζει
κολοκύθια περιττά,
κι αυτονάς τους ξεντερίζει
και τους κάμνει σκελετά!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Τούτος τες φωνές στριμώνει,
π’ απ’ την στενοχώρια σκάνουν·
τούτος πάλι τες αριώνει,
που η μια την άλλη χάνουν!
Ένας κάθε λέξη γράφει
με το νι και με το σι,
κι ένας παίρνει το ξουράφι
και σου σφάζει την μισή!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Τούτος μου λογιωτατίζει,
και τα κόφτει νδελικάτα·
τούτος βλασφημά και βρίζει,
σαν τους λούστρους μες στην στράτα!
Απ’ τα λεξικά μας βγάζει
ένας την συναμική,
κι ένας πάλι δεν σκαμπάζει
ούτε γρυ γραμματική!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
(Ουσιαστικαί παρατηρήσεις)
Τούτος κλαί’ και μουρμουρίζει,
σαν μπαμπόγρια γρινιάρα·
τούτος δος του χαχανίζει,
σαν να τούρθε κουταμάρα.
Κι ένας τρίτος – Santo Dio!
Ούτε λύπ’, ούτε χαρά;
Ή δεν τάχε και τα δύο,
ή τα είχε στα γερά!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
κι όλοι οι τρίτοι περιττοί!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
Ένας έπαθε πληθώρα
από αίσθημα γενναίον.
Τούτος που διαβάζω τώρα,
προστυχιά και των γονέων!
Τα φτερά τ’ αυτός ανοίγει
και στον ουρανό πετά.
Τούτος – έπεσε κι επνίγη,
σαν τον χοίρο στα σκ…!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι –
μα τους λείπει κάτι τι!
Ας τους διούμε ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή.
(Γενικόν συμπέρασμα)
Αυτουνού του λείπει ένα
κείνος τ’ άλλο δεν γνωρίζει·
ένας τάχει μαζωμένα,
και για τούτο δεν αχρήζει.
Μερικούς ουδέ κουκούτσι
τους εδόθηκε μυαλός,
κι ένα τρύπιο μου παπούτσι
δεν αξίζ’ ο πιο καλός!
Κάθε δυο τους και ζευγάρι,
κι ας τους λείπει κάτι τι.
Πές μου, Μάρω, ποιος θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή;
(Τελικόν συμπέρασμα)
Είχε πάρ’ αυτήν τον πρώτο
κι άρχισε να ροχαλίζη.
Μα ξιππάσθη με τον κρότο
κι είπε δίχως να γνωρίζη.
– Από κάθε μια φυλλάδα
λείπει, λέγεις, κάτιν τις;
Δίχως άλλο στην Ελλάδα
δεν υπάρχει ποιητής.
Και κανένας δεν θα πάρη
την χιλιάδα μετρητή,
αν μας κάμουνε την χάρη
και βραβέψουν τον Κριτή.
(από Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, Eρμής 2001)
Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
[χειροκροτούσαν απ’ το πλοίο έξαλλες·
01/01/2018 § Σχολιάστε
Ζωή Καρέλλη (1901-1998)

Tου Kαλοκαιριού, III
Άψογα και προπάντων ζωντανά,
ωραία σώματα νεανικά,
τούτη ζητώ τη βεβαιότητα.
Mη μου θυμίσεις την αρετή,
έχει γεράσει, φόρεσε γυαλιά
με σκελετό χρυσό, φυλάγει
από το φως τ’ άχροα μάτια της.
Έχει αραιά μαλλιά, κοκκινωπά,
ασπριδερή επιδερμίδα, όλο φακίδες
κιτρινωπές.
———Πες, αν μπορεί
να καταλάβει μια τέτοια γυναίκα
την υπερηφάνεια που χαρίζει ο ήλιος
στο λαμπρό σώμα, εφηβικό,
εκείνου του εφήβου ακριβώς,
που στάθηκε γυμνός και όρθιος,
στην πλώρη της άσπρης βάρκας.
Περνούσε το βαποράκι
της συγκοινωνίας για τα θαλάσσια λουτρά
και οι παχιές γυναίκες με τα πολλά παιδιά,
χειροκροτούσαν απ’ το πλοίο έξαλλες.
(από τα Ποιήματα, Eρμής 1996 via Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)