[γελοιογραφία·

11/10/2020 § Σχολιάστε

Ζητήματα ελευθερίας

©Δημήτρης Χαντζόπουλος, Καθημερινή 10/10/2020

Ως γελοιογραφία χαρακτηρίζεται κάθε ζωγραφική παράσταση της οποίας τα κύρια γνωρίσματα προσώπων ή πραγμάτων αποδίδονται κωμικά παραλλαγμένα. Στόχος της γελοιογραφίας είναι η διακωμώδηση προσώπων από τους λόγους ή των πράξεών τους καθώς και καταστάσεων που όμως δεν συμβιβάζονται στη κοινή αντίληψη. Η σημασία δε της γελοιογραφίας συνήθως υποδηλώνεται με σχετικό υπότιτλο ή στιχομυθία αν πρόκειται για γελοιογραφικό σύμπλεγμα.

Γεγονός πάντως είναι ότι η γελοιογραφία μεγαλοποιεί τα φυσικά γνωρίσματα και κυρίως τα ελαττώματα, ή με αντιθέσεις, καταδεικνύει την ασυμφωνία των φυσικών χαρακτηριστικών ή των ηθικών ιδιοτήτων του γελοιογραφουμένου προκειμένου ν΄ αναδείξει κωμικό στοιχείο. Ως θέματα της λαμβάνονται συνήθως άστοχοι ή ανόητες φράσεις, έργα, ή υποσχέσεις κλπ. Η αξία δε της γελοιογραφίας συνάγεται από το λεπτό και συνάμα δριμύ πνεύμα, συνδυαζόμενο με σαφήνεια και απλότητα έτσι ώστε να προκαλείται αυθόρμητα στον παρατηρητή εύθυμη διάθεση ακόμα και όταν αυτή αποσκοπεί στο σαρκασμό ή στην εχθρότητα. Αντίθετα η ψυχρότητα και η ασάφεια έχουν ως συνέπεια την αποτυχία της γελοιογραφίας.

Ιστορία
Η γελοιογραφία ήταν γνωστή από τους αρχαίους χρόνους. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα στην Αθήνα ζούσε ο ζωγράφος Παύσων που κατά τον Αριστοτέλη παρίστανε τους ανθρώπους, όπως οι κωμικοί ποιητές, πολύ χειρότερους σε μια ρεαλιστική τάση παρωδίας και διακωμώδησης. Άλλος γνωστός γελοιογράφος ήταν ο Αντίφιλος της Αιγύπτου (β’ ήμισυ 4ου π.Χ. αιώνα) που λέγεται πως αυτός εισήγαγε τη γελοιογραφία ως είδος της ζωγραφικής και του οποίου τα έργα επειδή σατίριζε κάποιον Γρύλλο ονομάσθηκαν «Γρύλλοι».

Στα ερυθρόμορφα αγγεία της Μεγάλης Ελλάδος (Νότια Ιταλία) τα καλούμενα «φλυακογραφίες» ήταν παραστάσεις από κωμικά λαϊκά δράματα τα οποία ειδικά στον Τάραντα λέγονταν «φλύακες». Σε αυτά παρωδούνταν μύθοι θεών και Ομηρικών επεισοδίων. Γνωστός εκεί ως γελοιογράφος ήταν και ο ζωγράφος Ασστέας.

Στην Ελληνιστική περίοδο η Αλεξάνδρεια εκπροσωπεί κάθε τι σκωπτικό και γελοιογραφικό είδος στη Τέχνη. Αλεξανδρινός ήταν πιθανώς και ο Γαλάτων που ζωγράφισε τον Όμηρο «ἐμοῦντα» και τους άλλους ποιητές «ἀρυομένους τὰ ἐμημεσμένα», καυτηριάζοντας έτσι τους ποιητές ότι δεν φτιάχνουν τίποτε νέο, αλλά διατηρούν ως πηγή έμπνευσης τον Όμηρο. Άλλοι γελοιογράφοι της εποχής εκείνης ήταν ο Γραφικός, ο Καλάτις κ.ά.

Στο Μεσαίωνα η γελοιογραφία αποτελεί όπλο της Εκκλησίας για να σατιρίσει τους άπιστους και αιρετικούς αλλά και την όποια εκδήλωση Τέχνης πέραν της θρησκευτικής. Αντίθετα η κοσμική Τέχνη χρησιμοποιεί τη γελοιογραφία προς διακωμώδηση έκλυτου βίου μοναχών και σατυρικής αναπαράστασης έμμετρων μεσαιωνικών μύθων.

Κατά τον 16ο αιώνα με την διάδοση της τυπογραφίας συντελείται και η ανάπτυξη της γελοιογραφίας με θέματα από τον καθημερινό βίο. Παρότι τότε η κοινωνική και πολιτική ζωή παρείχαν άφθονο υλικό τα Μοναρχικά καθεστώτα καταδίωκαν κάθε σάτιρα κατά των ισχυρών και των καθεστώτων έστω και αν εύρισκαν διέξοδο δι΄ αυτής στη σάτιρα των αντιπάλων. Έτσι η γελοιογραφία άρχισε να αναπτύσσεται επί Λουδοβίκου ΙΔ’ στη Γαλλία, Αγγλία και λοιπή Ευρώπη μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση (1789) όπου και έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή της γενόμενη πλέον και προπαγανδιστικό μέσον με ιδιαίτερες εκδόσεις γελοιογραφικών περιοδικών.

Τέτοιο ήταν και το γαλλικό Σαριβαρί (Le Charivari) που ιδρύθηκε το 1832 που δημοσίευσαν περίφημες γελοιογραφίες ο Ονορέ Ντωμιέ, ο Γκαβαρνί, ο Γκρεβέν, ο Ζίλ κ.ά. Στη Γερμανία αντίστοιχο περιοδικό ήταν το «Φλίγκεντε Μπέττερ» με γελοιογραφίες των Μελγεντόρφερ, Ράϊνικε, Ιμπάουερ, του λαϊκότερου γελοιογράφου του Αννοβέρου του Μπους κ.ά. Στην Αυστρία τα περιοδικά της Βιέννης «Νόϋε Ιλλουστρίρτε Τσάιτουνγκ» και «Χουμοριστίσε Μπλέττερ» διακωμωδούσαν τον Αυτοκράτορα της Γερμανίας, τον Βίσμαρκ, τον Βάγκνερ και την ελαφρά γυναίκα της Βιέννης. Στην Αγγλία δημιουργός της καλλιτεχνικής γελοιογραφίας ήταν ο Ουίλιαμ Ογκάρ. Το 1841 εκδίδεται το περιοδικό «Παντς» (Punch) που συγκεντρώνει την άριστη αγγλική γελοιογραφική παραγωγή από τους Κάρολο Κην, Ρίτσαρντ Ντόϋλ, Έντουαρτ Λίνλεϋ Σάμπουρν, κ.ά.

Στους ακόμη νεώτερους χρόνους αναδείχθηκαν πάμπολλοι γελοιογράφοι αξίας όπως ο Βέλγος Λέο Ζο, ο Ελβετός Ζυλλενμάχαρ, ο Ιάπωνας Ανταμαρακάρο, ο Ιταλός Καπιέλο, ο Μεξικανός Μοντενέγκρο, ο Ρώσος Ζλόνιτωφ, ο Τούρκος Χαλίντ Ρασίντ κ.ά. Επίσης ονομαστά ήταν και τα σατυρικά περιοδικά όπως το ιταλικό «Πασκουΐνο», το «Σουθέσος» του Σαντιάγκου, το «Φλόο» της Βιέννης, το «Καρέμ» της Κωνσταντινούπολης κ.ά.

Η γελοιογραφία στην Ελλάδα
Το γελοιογραφικό πνεύμα στην Ελλάδα εκπροσώπησαν τα περιοδικά «Ασμοδαίος» και «Άστυ». Πρώτος που καλλιέργησε με σαφήνεια, κομψότητα, απλότητα αλλά και πνευματώδη χαρακτήρα το είδος αυτό της τέχνης ήταν ο Θέμος Άννινος που υπήρξε και ο εκδότης των παραπάνω περιοδικών. Επόμενοι ήταν ο Δημήτριος Γαλάνης, ο Ζαχ. Παπαντωνίου, ο Φρ. Αριστεύς, ο Σταμ. Σταματίου, ο Ηλ. Κουμετάκης, ο Σοφοκλής Αντωνιάδης (ΣΟΦΟ), ο Φωκ. Δημητριάδης, και ο ζωγράφος Ροϊλός.

Νεότεροι αυτών μέχρι το 1950 διακρίθηκαν οι Ν. Καστανάκης, Γ. Μαυριλάκος (Noir), Δ. Παπαδημητρίου (Μιμ. Παπ.), Σ. Αντωνιάδης, Γ. Γκεϊβέλης, Αρσλόγλου, Κ. Μαραγκός (ο Κεμ Αλεξανδρείας), Κ. Ρωμανός του Καΐρου, Σ. Πολενάκης, Π. Παυλίδης, Μ. Γάλλιας, Ε. Τερζόπουλος, Α. Βλασσόπουλος, Αρχέλαος Αντώναρος, Β. Χριστοδούλου, Ν. Νομικός, Α. Θεοφιλόπουλος κ.ά.

Ο όρος δεν πρέπει να συγχέεται με την σκιτσογραφία (σκιαγράφημα), που δεν είναι απαραίτητα και γελοιογραφία.

*

[Από τη Βικιπαίδεια

[plaisir: Giselle

26/04/2020 § Σχολιάστε

©Giselle Camargo, «erosoes», oleo sobre tela 180x180cm ―courtesy Central Galeria, Sao Paolo, Brazil

Max von Sydow (10 April 1929 – 8 March 2020)

09/03/2020 § Σχολιάστε

Personal Quotes (19)

The theater is more a medium for an actor than the cinema is. You are totally responsible for what you do on the stage; in a film, someone else can come in and edit you and do something totally different to what you had in mind originally, and they can cut you out, play around with the scenes or the chronology of the story. This happens always-more or less-in the cinema. On the stage, you deliver a performance and that is your responsibility. So filmmaking is much more a director’s medium than it is an actor’s.

If I watch my old films, for example The Seventh Seal (1957), I realize I do a lot of stage acting there; I have always been disturbed by the declamatory fashion in which I speak in a film like that. But then television suddenly swept through Sweden, and we were all soon accustomed to realism, from newsreels, talk shows, and then of course there was the Method school of acting, which exerted an influence in Europe also. Today, theater actors, and film actors with a stage background, use a different style to the one we subscribed to during the 1940s and 1950s. Bergman’s dialog in those days was very stylized, so it would have been difficult for me to speak those lines realistically.

Sometimes I receive strange letters, and occasionally people come up to me in the street and say odd things. They want to be deceived, so it is difficult to disabuse them. At times, it is tiring not to be allowed to be a private person. If you are really marked out as a film star in the United States, then it must be absolutely exhausting and hard to maintain your integrity. Fortunately, Swedes are very reserved as a people and seldom show their emotions or feelings in public, so one is not subject to that kind of pressure in the country where I come from.

I admire people like Al Pacino, Robert De Niro, Marlon Brando, Spencer Tracy, who seem to be so very real-I don’t know how they do it. When I was young, I admired Leslie Howard enormously, in films like The Scarlet Pimpernel (1934), Gone with the Wind(1939), and Pygmalion (1938). Also Gary Cooper; perhaps he was not a great actor, but he had a great presence.

At home [in Sweden], the actor’s profession was not considered particularly reputable, but being an actor or star in a Hollywood film was something very important in American eyes. Then I slowly realized that as an actor in Sweden you were allowed to be involved in some kind of artistic project which could be a flop and yet still be justifiable if it carried artistic weight and ambitions. In Hollywood, on the other hand, if you do not succeed you are nobody. You become a mere piece of paper with a figure on it. You are just as good-or bad-as your last film was financially. And while Sweden remains sufficiently small for you to work in, say, Malmö and still make films in Stockholm, in the States you either work in Hollywood or you live somewhere else and you work for the legitimate theater.

I have been brought up as a stage actor and there is where I feel at home, but I still feel that the cinema has one great advantage over the theater. Namely, proximity to the audience. Of course in a film an actor always has only himself as an audience while on a stage he can achieve a result along with his audience. However, when you stand on a stage, you can never work with your face in the same way as you can in front of a camera.

I am considered to be an intellectual actor and I also am one inasmuch as I want to be aware of what I am doing. But I never try to influence the writing of the manuscript.

Many persons believe that an actor must identify himself with his role. I do not do that, although I do become involved with my parts while I play them. But I find it a virtue to do things which are not of myself. This is the Swedish concept of an actor.

You have to get more involved in a [Ingmar Bergman] film than you do in others, because it deals with much deeper and more philosophic questions than the average movie. He also establishes a much closer relationship with his actors and technicians than would ever be possible on larger productions.

I don’t think they [Ingmar Bergman‘s roles] were written for me as a personality. Many of his characters through the years have been related: there are those who want to believe but cannot, and there are those who believe like children and it’s no problem for them at all, and there are those who do not want to believe, and there are the strains between these various characters and their conflicts, which are all probably conflicts within Ingmar himself.

People seem to think I’m a very religious person, very serious, that I’m an old man by now – and that I play a great deal of chess. Actually, I’m a family person. I’m rather private. I enjoy my work very much when it’s interesting and, fortunately, it’s been mostly interesting. I like nature and being outdoors. I’m a gardener at my summer home. I like to travel. I’m not as serious as they think I am – I don’t even play chess. And I really don’t know myself too well.

Acting is such a weird profession. It’s such a futile thing. Even when it’s there on film, there’s nothing really to it. It is not like making a piece of furniture or writing a book.

[on how he wants people to perceive him] I want people to think, «Maybe there is something more there.» I want to be a mystery.

When we were filming The Greatest Story Ever Told (1965), we were in Utah and many of the people on the set expected me to behave like Jesus all the time, day and night. But it’s not method acting, is it? I couldn’t have my wife visit me openly because Jesus was not married, and I couldn’t take a drink and relax when I was Christ. It’s much easier now.

[on making The Greatest Story Ever Told (1965)] Playing Christ, I began to feel shut away from the world. A newspaper became one of my biggest luxuries. I noticed that some of my close friends began treating me with reverence. Playing the role of Christ was like being in a prison. It was the hardest part I’ve ever had to play in my life. I couldn’t smoke or drink in public. I couldn’t. The most difficult part of playing Christ was that I had to keep up the image around the clock. As soon as the picture finished, I returned home to Sweden and tried to find my old self. It took six months to get back to normal. When I finished the role of Christ, I felt as though I’d been let out on parole. A man who has served 18 months isn’t eager to go back to prison.

You see, I had an odd upbringing. My father was a scholar, a professor in the town where I was born, and his subject was folklore. He was a master at telling stories — folk tales and adventures. I was very shy as a boy, and heard more fairy tales than the average child because of my father. This and my shyness prompted my imagination, and led to an interest in make believe.

I want variety, and I have had it, but at times it’s been difficult and tough to achieve because people have a tendency to typecast you. If you have been successful doing one thing, they want you to copy that success all the time. And I hate that.

[2012] The characters they offer me are most of the time grandfathers, or old fathers who are nice people but not terribly interesting. Most of the time they’re not very well, and very often they die on page 36.

The film you hear about the most is The Exorcist (1973). When people come up to me and say, ‘Oh, you scared me!’ I was the good guy in that film!

[plaisir visuel: Alberto ·

08/01/2020 § Σχολιάστε

Alberto Burri (1915–1995)

Sacco SP4, 1956
Burlap and acrylic on canvas
100 x 86 cm

Where Am I?

You are currently browsing the art category at αγριμολογος.