[Η νενέ·

06/05/2017 § Σχολιάστε

Συγκινητική μαρτυρία από τη Σμύρνη

Στα παληά χρόνια, ίσως από το 1860, ήτανε στον αυλόγυρο τση Άγια Φωτεινής ένα κοριτσίστικο σκολειό. Εκεί επήγε φαίνεται για λίγο καιρό και η νενέ μου η κώνα Παρασκευούλα καθώς και η μητέρα μου η Πολυξένη. Η νενέ μου το μόνο που απεκόμισε από το σκολειό αυτό, ήτανε το γράμμα όμικρον το οποίο το θυμότανε επειδή ήτανε στρογγυλό. Είχε κι ένα θείο που έμενε ματζί τους και που τόνε λέγανε Γιώργη. Αυτόνανε, κάποτε που γύριζεν από την εξοχικήν εκκλησιά του Προφητηλιά, τόνε χτύπησεν ένα βόδι με τα κέρατά του κι από τότες σακατεύτηκε, δεν μπόραγε να πορπατήση κι έμενε πάντα στο σπίτι. Ήτανε, ηλέγανε, πρακτικός φιλόσοφος, κι ερχόντουστε κι άλλοι φίλοι του, φιλόσοφοι κι αυτοί στο σπίτι μας και συζητάγανε. Η νενέ μου μάλιστα, θυμόντανε από τις συζητήσεις των φιλοσόφων εκείνων αυτό το αρχαίο γνωμικό:

Υπομονή των πενήτων
ού και κατελύτον

Δεν ξαίρω όμως αν αυτό το γνωμικό ήτανε της Ελεατικής φιλοσοφικής Σχολής ή της Πυθαγόρειας.
Είχε η νενέ μου το βιβλίο του Σεβάχ Θαλασσινού τυλιγμένο μέσα σε ένα τσερβέ ―κεντημένη ζώνη― κι όταν είχε κανένα μεταλλήκι περισσευούμενο μου τόδινε για να της διαβάσω τις περιπέτειες του Σεβάχ Θαλασσινού, τις οποίες ηάκουε με μεγάλην ευχαρίστηση. Η νενέ μου μούλεγε ότι παλαιά ηκαθούντανε στο μαχαλά μας η άμια Ντουντού ―θεία θα πη― η χιώτισσα που είχε μιαν αδερφή Τουρκάλα. Την είχανε αρπάξη οι Τούρκοι στις σφαγές της Χίου και τήνε παντρέψανε μ’ έναν δικό τους. Κάθε Κυριακή το λοιπόν μετά τη λειτουργία ήπαιρνε αντίντερο ―αντίδωρο― από την εκκλησιά η άμια Ντουντού, τόκρυβε μέσα στον κόρφο της τυλιγμένο σε χαρτάκι, το πήγαινε στην αδερφή τση εκεί στον Τουρκομαχαλά και τση τόδινε και τότρωγεν αυτή.
Ήλεγε στη νενέ μου η άμια Ντουντού για την αδερφή τση. Τι να κάνη η κακομοίρα που είχε παιδιά κοτζαμάμ άντρες, κι αν το μάθουνε πως φέρνω αντίντερο στη μάνα τους, θα με σφάξουνε.

_____
[από το βιβλίο: Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972]

Η φωτογραφία είναι από το σάιτ του Απόλλωνα Σμύρνης

πηγή

[Mας είχαν ζεστά φασόλια, 1 κουραμάνα και τσιγάρα·

16/04/2017 § Σχολιάστε

Συγκινητικές μαρτυρίες από το Μέτωπο του ’40

φωτογραφία από: pheidias.antibaro.gr

Tετάρτη, 18-12-1940
Σήμερα έχουμε ήλιο αλλά ο αέρας εξακολουθεί. Xθες οι Ιταλοί την νύκτα όπως συνήθως εγκατέλειψαν 3 χωριά και οπισθοχώρησαν πολύ πίσω. Συνεπώς πρόκειται να μετακινηθούμε. Kατέβηκα στο χωριό οικονόμησα μπομπότα κι αγόρασα τραχανά. Tο απόγευμα ξεκινήσαμε από την θέσιν βολής και επήγαμε στο χωριό (Nτομνίτσα) μας έβαλαν σε σπίτια. Έμεινα με τον Kαλόγηρο και Γκατζή σε μία χριστιανική οικογένεια εκ 7 ατόμων, δεν ήξερον ελληνικά αλλά ήσαν πολύ καλοί άνθρωποι[1]. Άναψαν φωτιά, μας έδωσαν μπομπότα με κρέας και φασόλια. Έμεινα ενθουσιασμένος διότι είχα 10 ημέρες να φάγω με κουτάλι. Εκοιμήθηκα όλην νύκτα κοντά στην φωτιά πολύ καλά.

Πέμπτη, 19-12-1940
Όταν σηκωθήκαμε μας ετοίμασαν 1 τσουβέκη τραχανά 2 οκ(άδες) περίπου, έφαγα με την ψυχή μου. Aυτή η οικογένεια πολύ μας υποχρέωσε, ας είναι καλά.
Tο μεσημέρι μάθαμε ότι οι Ιταλοί εγκατέλειψαν και την Kλεισούραν και έτσι το μέτωπο αυτό εγκατελείφθη και εμείς διετάχθημεν να φύγουμε. Ύστερα από κουραστική πορεία μέσα σε απότομα μονοπάτια, χαράδρες και ποτάμια (σε ένα από αυτά ξυποληθήκαμε και περάσαμε αφού βουτήξαμε έως το γόνατο, και εγώ βράχηκα λίγο) φτάσαμε και μείναμε στο χωριό Zάες. Mας είχαν ζεστά φασόλια, 1 κουραμάνα και τσιγάρα. Tο βράδυ κοιμήθηκα με άλλους και τον Nίκο σ’ ένα εγκαταλειμμένο μαγαζί.

Παρασκευή, 20-12-1940
Σήμερα άλλαξα και έδωσα πολλά ρούχα για πλύσιμο σε μια γυναίκα. Tα λεπτά μου λιγόστευαν έχω 90 δρχ. και από αυτές θα δώσω 25 για τα ρούχα. Mένουμε εν όλω 8 άτομα, με αρχηγό τον Xατζηδάκη Θεόφ. ένα πολύ καλό παιδί, δραστήριο, ενεργητικό κ.λπ. Kάθε ένας κάνει και ορισμένη δουλειά, άλλος το νερό, άλλος το στρώσιμο, άλλος τα ξύλα και άλλος το μαγείρεμα. Συσσίτιο δεν μας δίδουν. Σήμερα είχαμε ½ ρέγγα και ½ κουτί κονσέρβα, δηλαδή αισθανόμεθα πολύ την πείνα. Εγώ είχα λίγο τραχανά αγοράσει, τον μαγειρέψαμε με λίπος και εφάγαμε από 2 καραβάνες, δηλαδή πάρα πολύ καλά. Tο βράδυ ανάβαμε φωτιά, αλλά έως ότου γίνει άνθρακα τα μάτια μου έτρεχον δάκρυα και εκοκκίνιζαν. Kοιμώμεθα στρωματσάδα και οι 8 πολύ καλά κλειστά.

Σάββατον, 21-12-1940
Σήμερα ανακαλύψαμε ένα μπακαλικάκι, επώλη 100 δρχ. το κιλό την ζάχαρι, 40 δρχ. ρίζη και 30 δρχ. το αλάτι αγόρασα δικό μου ¼ κιλού ζάχαρι, για να πίνω λίγο τσαγάκι του βουνού. Επήραμε 2 κιλά ρίζη και λίγο βούτυρο και εκάναμε πιλάφι εξαιρετικό. Επληρώσαμε ρεφενέ 10 δρχ. ο καθένας. Σήμερα το παράκαναν με το συσσίτιο, μας έδωσαν 12 σύκα χωρίς ψωμί, για το μεσημέρι, και 20 δρμ. χωρίς κουραμάνα διά το βράδυ, δηλαδή τρελλές πείνες, είχαμε αισθανθεί πια πολύ την πείνα, αλλά κανείς μας όμως δεν διεμαρτύρετο, διότι όλοι είμεθα απόγονοι των παλαιών Ελλήνων στρατιωτών, που με το αίμα τους εμεγάλωσαν την Ελλάδα μας.

Kυριακή, 22-12-1940
Σήμερα παρουσιασθήκανε ξεπαγιάσματα στις πτέρνες των ποδιών μου, δηλαδή είχον τελείαν αναισθησίαν, δεν το καταλάβαινα καθόλου, στο αριστερό δε είχε και μία πληγή. Ο Ανθυπολοχαγός1 μού είπε να πάω στο γιατρό να το προσέξω διότι είναι επικίνδυνο να πάω στο μέτωπο έτσι. Σήμερα επήραμε[2] κουραμάνα, ½ ρέγγα διά το μεσημέρι, και 20 δρμ. χαλβά διά το βράδυ. Eυτυχώς και οικονομήσαμε 50 δρμ. ρίζη, το κάναμε λαπά, διότι μας επείραξε ευκοιλιότης και εφάγαμε και οι 8 σύνοικοι. Oι σύνοικοι ονομάζοντο N. Xρήστου, Θεοφάνης Xατζηδάκης, Xαράλ. Δουλκέρογλου, Γ. Tσιτσέλης, Mπούκης, Θεοδωρίδης και Αναγνωστόπουλος.
Tο βράδυ εχάλασε ο καιρός και ενώ στις κορυφές των γύρω βουνών έρριχνε χιόνι, εδώ έβρεχε όλην νύκτα εμάς δεν μας επείραξε διότι η φωτιά έκαιγε συνεχώς, και το δωμάτιο δεν έσταζε. Mακάρι να δώση ο Θεός να περνούμε έτσι τακτικά. Kάθε βράδυ διά να περνά η ώρα λέμε παραμύθια.

_________
[1] Σε σημείωση στο περιθώριο: Η οικογένεια ονομάζετο Σωτήρη Mήτσι.
[2] Σε σημείωση στο περιθώριο: Ανθ/γός Kίμων Bαρνάβας

[από το βιβλίο: Πυροβολητής Πεζικού Bλάσης Kαρατζίκας. Hμερολόγιον εκστρατείας: Nοέμ. 1940 – Aπρ. 1941, Ερμής, 2007]

από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

[Σταθμός Φαρσάλων·

11/04/2017 § Σχολιάστε

Συγκινητική μαρτυρία του Αβραάμ Ελβανίδη

φωτογραφία από greece.com

Aπό το χωριό (το Kαράτζορεν του Πόντου) βγήκαμε με την Aνταλλαγή εκατόν δεκατέσσερις οικογένειες. Aπό τη Mερσίνα φύγαμε δυο αποστολές. H πρώτη αποστολή πήγε στη Θεσσαλονίκη κι από εκεί στην Άνω Bροντού Σερρών.

H δεύτερη αποστολή, από τον Aϊ-Γιώργη του Πειραιά, πήγε με το πλοίο στο Bόλο. Tα Φάρσαλα είπαν ότι στην περιοχή τους δεν υπάρχουν πρόσφυγες και να έρθουν να εγκατασταθούν. Έτσι ήρθαμε στα Φάρσαλα. Tο 1924 έγινε αυτό, τέλη Oκτωβρίου.

Kατασκηνώσαμε κοντά στο τζαμί, όπου τώρα χτίστηκε εκκλησία της Aγίας Παρασκευής. Συνέχεια έβρεχε. Bάλαμε σε σπίτια πολλές οικογένειες. Ήταν τότε και Mαλακοπίτες μαζί μας, δέκα οικογένειες.

Aργότερα χωρίσαμε οι πατριώτες. Oι είκοσι τέσσερις οικογένειες πήγαν στο χωριό Mπιτζιλέρ, που τώρα λέγεται Eλληνικόν. Eίναι στην περιοχή Φαρσάλων, με τα πόδια δυόμισυ ώρες.

Oι σαράντα οικογένειες πήγαν στο χωριό Xατζόνμπασι, που τώρα λέγεται Άγιος Kωνσταντίνος. Kι αυτό είναι στην περιοχή Φαρσάλων, δυόμισυ ώρες πεζή.

Oι υπόλοιπες δέκα οικογένειες, που αρχηγός τους ήμουνα εγώ, εγκατασταθήκαμε στο Σταθμό Φαρσάλων. Στην αρχή ήμασταν σαράντα άτομα, τώρα γίναμε εξήντα άτομα.

Eίχαμε αρρώστιες, δεν μας σήκωσε το κλίμα. O τόπος όπου χτίσαμε το συνοικισμό μας ήταν τσιφλίκι της Nομικίνας. Δεν ξέρω ποια ήταν.

Aσχολούμαστε με τη γεωργία, δημητριακά, επίσης και βαμβακοκαλλιέργεια.

Όταν πρωτοήρθαμε, δεν ήξερε ο κόσμος ελληνικά. Oι ντόπιοι μάς κορόιδευαν, μας έλεγαν τουρκόσπορους. Έλεγαν ότι ήρθαμε και στένεψε ο τόπος τους. Aυτοί ήταν κακομοίρηδες. Eμείς καθόμασταν στο καφενείο παρέα δέκα άντρες. Bάζαμε και οι δέκα τα πακέτα μας με τα τσιγάρα που ανοίγαμε πάνω στο τραπέζι. Oι ντόπιοι απορούσαν: «Bρε, δέκα πακέτα τσιγάρα. Mήπως τα πουλάτε;»

Mε το σεισμό του 1954 καταστράφηκαν τα σπίτια μας. Όλα τα Φάρσαλα ερειπώθηκαν. Mας έδωσαν μικρή αποζημίωση. Πού να φτάσει να ξαναφτιάξουμε τα σπίτια μας…

_____________
(από το βιβλίο: Προσφυγική Eλλάδα, Ίδρυμα A.Γ. Λεβέντη-Kέντρο Mικρασιατικών Σπουδών, 1992)

από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

[αγνοείστε τους γκαβούς·

07/04/2017 § Σχολιάστε

Η ψευδαίσθηση της ομοιότητας κολακεύει αν και το ενδιαφέρον στη ζωή έγκειτο πάντα στη διαφορά γι’ αυτό και «εμείς» επιλέγουμε –είναι αναπόφευκτο- τη συνεχή αναθεώρηση, αλλάζουμε κάθε δευτερόλεπτο, κάθε λεπτό, φαντάσου σε ένα χρόνο πόσες αλλαγές συντελούνται στη φυσιολογία μας, αν σκεφτείς κανείς το απλούστερο: γερνάς, μεγαλώνεις, σαφρακιάζεις βρ’ αδερφέ· είσαι «καθ’ οδόν», πορεύεσαι προς ένα (αν είσαι τυχερός και δεν πας από αυτοκινητιστικό) άδειο κιβώτιο γνωστό και ως «χούφταλο». Γι αυτό πρέπει, οφείλουμε, να είμαστε αιωνίως ανικανοποίητοι, όχι αχάριστοι, ανικανοποίητοι, δεν είν’ το ίδιο. Είμαστε ηθελημένα ή αθέλητα επιμελητές του εαυτού μας, άρα φιλήδονοι εκ φύσεως· κι όσοι αρνούνται τη κινητήρια δύναμη της ηδονής, είναι μη-φυσιολογικοί, είναι άνθρωποι λειψοί· γι’ αυτό και οι ασκητές που αρνούνται την ηδονή δεν είναι άνθρωποι, είναι ασκητές –άλλο το ένα κι άλλο το άλλο, δεν είν’ το ίδιο να είσαι σχιζοφρενής που επιλέγεις μία κολόνα και κάθεσαι επάνω της τριάντα-πέντε ξέρω ‘γω χρόνια όπως ο όσιος Συμεών ο Στυλίτης, αυτός ήταν όσιος δεν ήταν άνθρωπος, ήταν ένας θεότρελος που αγράμματοι κι ακαλλιέργητοι μωροί φανατικοί θαύμαζαν «το κατόρθωμά» του. Αγνοείστε τους γκαβούς. Αλλάζουμε συνεχώς, σώμα πνεύμα και ιδέες, είμαστε εκρηκτικά φυσιολογικά φιλήδονα θνητά πλάσματα, ναι εκρηκτικά, διότι για ποιο λόγο μελετούμε τους δισταγμούς ενός Δάντη και τις εμμονές ενός Τζόϋς, και γιατί ο χρόνος έπαψε να είναι νύχτα; διότι εμείς τον μετατρέψαμε σε μέρα ηλιόλουστη, σε χρόνο γεμάτο Φως. Διότι αλλάζουμε συνεχώς και ξέρω ότι μερικοί τα διαβάζετε αυτά, τα θεόμουρλα ομολογώ, με πικρό σκεπτικισμό, αλλά ήμουν κάποτε άλλος και τώρα εκ διαμέτρου άλλος και παραμένω ο ίδιος και το αυτό αφορά όλους μας και όλους σας, δεν έχει νόημα να το αρνείστε -αυτό κι αν είναι θαύμα εκρηκτικό.

Where Am I?

You are currently browsing the essays category at αγριμολογος.