Ο Χάιντεγκερ για νεκρούς
29/06/2015 § Σχολιάστε
Του Αντώνη Αντωνάκου

Ο Χάιντεγκερ γυρίζει πίσω και απευθύνεται στους νεκρούς. Είναι ο φιλόσοφος των νεκρών. Είναι ο μαθητής του Παρμενίδη που έγινε πρύτανης στο Φράιμπουργκ και δημόσιος υπάλληλος του εθνικοσοσιαλισμού. Είναι η κότα που κυκλοφορούσε ελεύθερη στα πεδία μαχών της Ευρώπης πότε κάνοντας κουτσουλιές και πότε χρυσά αυγά στα χαρακώματα της παρηκμασμένης σκέψης. Της σκέψης που μέσα στη βαρβαρότητα στέκει σαν τον οβελίσκο. Της απαράμιλλης γλώσσας της νεκροκεφαλής του πνεύματος, του αθάνατου σκιάχτρου πριν το εξομολογήσει ο κεφαλαιοκράτης, τοποθετώντας το στα ράφια της ακαδημίας και στους πάγκους των προσφορών στα σούπερ μάρκετ της γνώσης και της απόγνωσης. Ο Χάιντεγκερ νιώθει ότι ο φιλόσοφος δεν μπορεί να πει τίποτε και ότι μόνο ο ποιητής μπορεί να μιλήσει νόμιμα για το Είναι και ότι ο δικός του ρόλος δεν μπορεί να είναι άλλος παρά να το σχολιάσει. Ο σχολιασμός όμως, έστω και «φιλοσοφικός», ενός ποιήματος, χωρίς να επιδιώκεται η απόδειξη του αν είναι αληθές ή ψευδές, δεν είναι φιλοσοφία, όπως δεν είναι φιλοσοφία ο αντίστοιχος «φιλοσοφικός» σχολιασμός ενός εξ αποκαλύψεως θρησκευτικού κειμένου. H αποκάλυψη μας τοποθετεί σε μια θρησκευτική οπτική γωνία. H θρησκευτική οπτική γωνία του χαϊντεγκερισμού επιβεβαιώνεται από την αναζήτηση από μέρους του της σωτηρίας. Υπάρχει τόσο στο περιεχόμενο όσο και στον τύπο. Όταν υπάρχει αποκάλυψη, ο τόνος είναι πάντα δογματικός, οι θέσεις εκφράζονται χωρίς απόδειξη. Ο Χάιντεγκερ δεν απευθύνεται στους άλλους φιλοσόφους σαν σε ίσους, αλλά όπως ένας δάσκαλος στους μαθητές του. Εδώ καταφθάνει ο φασίστας με τη στάμνα γεμάτη θαλασσινό νερό για να ξεδιψάσει τους ετοιμοθάνατους. Εδώ έρχεται Ο Μεγάλος αδερφός που συγκεντρώνει καθημερινά μπροστά στη μικρή οθόνη εκατομμύρια αγωνιούντες οπαδούς που προσπαθούν να καταλάβουν από χίλιες δυο λεπτομέρειες, που μαντεύουν αλλά δε βλέπουν ακριβώς, αν η ξανθιά γαμήθηκε με τον μελαχρινό ή αν η νεαρά αραβικής καταγωγής ερωτεύτηκε τον Έλληνoαυστραλό έκφυλο οσποδάρο που πίνει φραπέ ξύνοντας τ’ αρχίδια του. Εδώ έρχεται ο ηθικολόγος εξπρεσιονιστής του στοχασμού και εξομοιώνει το είναι ενός λαού με το είναι ενός ατόμου. Εφόσον τα διάφορα συστατικά ενός ατόμου (όργανα, μόρια) δεν έχουν καμία αυτονομία, με κίνδυνο την παθολογική αποδιοργάνωση και τον θάνατο, πρέπει να συμπεράνουμε ότι το ίδιο ισχύει και για τα διάφορα συστατικά ενός λαού, δηλαδή τους πολίτες, κάτι το οποίο αποτελεί τη φιλοσοφική δικαιολογία για την καταδίκη της δημοκρατίας. Έρχεται εδώ ως απολογητής του Φύρερ εξηγώντας την αρχή του Ενός ως μιαν «απαραίτητη συνέπεια», επειδή αλλιώς θα περνούσαμε «σε έναν κόσμο πλάνης, εκεί όπου απλώνεται το κενό που απαιτεί μια τάξη και μια θέση του όντος σε ασφάλεια». Ο Χάιντεγκερ για νεκρούς. Εργένης της φιλοσοφίας που συνήθιζε να τρώει μόνος. Και τρώγοντας μόνος γίνεσαι εύκολα σκληρός και ωμός. Στομαχικός. Τρως και μετά κατευθείαν ξερνάς πάνω απ’ τη χέστρα. Γήρας και παρακμή εκεί που θα’ πρεπε μετωπικά να τσακιστεί ο σεξουαλικός πίθηκος Μάρτιν Χάιντεγκερ στην αγκαλιά Της. Στο λατρευτό Μουνί Αυτής που σφάχτηκε απ’ τις ραδιουργίες του ενός και μοναδικού θεού. Του θεού αυτού που μπουκώνει χαρτονομίσματα τα ξεδιάντροπα πνεύματα.
*
απλά πράγματα
26/05/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο απλά πράγματα

Τα πράγματα στον Tlön αναπαράγονται· έχουν επίσης την τάση να σβήνονται ή να χάνουν τις λεπτομέρειές τους όταν οι άνθρωποι τα ξεχνούν. Κλασικό παράδειγμα με το κατώφλι που υπήρχε μόνο όσο καιρό καθόταν εκεί ένας ζητιάνος, κι εξαφανίστηκε όταν ο ζητιάνος πέθανε.
[Χ.Λ.Μπόρχες, Ficciones, μτφρ. Α.Κυριακίδης]
.
Στις πεντέμισι. Κάθε πρωί με το σκυλάκι, δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια. Τα πρώτα έντεκα τον συνόδευε ένα μαυριδερό γαλλικό μπουλντόγκ που πέθανε από προστάτη. Συνεχίζει έως σήμερα τις βόλτες του με το δεύτερο, επίσης γαλλικό, λευκό αυτή τη φορά μπουλντόγκ που έχει ακόμα τέσσερα-πέντε χρόνια ζωής πριν τον αποχαιρετήσει κι αυτό λόγω προστάτη. Όπως μου εξήγησε τις προάλλες καθώς συζητούσαμε ένα απόγευμα, τα περισσότερα αυτής της ράτσας πεθαίνουν πρόωρα· γύρω στα δέκα, το πολύ έντεκα χρόνων, από την ίδια αρρώστια –Αν συνεχίσω να ζω αφού πεθάνει κι αυτό, θα υιοθετήσω άλλο της ίδιας ράτσας, θα είναι το πέμπτο που θα μου προσφέρει πιστά κι ανιδιοτελώς τη συντροφιά του, είπε χαμογελώντας. Τα βήματα του Pierre -το βλέπω· έχουν βαρύνει, όμως, συνεχίζει να σηκώνει τη μαγκούρα χαιρετώντας με όταν με βλέπει από μακριά. Όταν συναντιόμαστε, το σκυλάκι του τελευταία, με υποδέχεται με λιγότερη σπιρτάδα· ενήλικας πια, διακρίνει κανείς μια σοβαρότητα, μια αδιόρατη θλίψη στα γλυκά μαύρα του μάτια.
.
Flatus Vocis
17/09/2010 § Σχολιάστε

Ποιος ήταν ο Παντελάου, του οποίου στο μπαούλο υπάρχουν πολλές επιστολές και ένα προσχέδιο περιγραφής των ουρανίων και αστρικών του οράματος; (Ή μήπως οι επιστολές αυτές δεν γράφτηκαν ποτέ από αυτόν; ) Ποιος ήταν ο Πέρο Μποτάλιου, δημιουργός ενός φιλοσοφικού διηγήματος με τον τίτλο O Vencedor do Tempo που δημοσιεύτηκε πρόσφατα; Ποιος ήταν ο Σ. Πατσέκο, δημιουργός μιας μεγάλης ποιητικής σύνθεσης στα απόνερα της αυτόματης γραφής; Και ο Σήζαρ Σηκ; Και ο δόκτωρ Νάμπος; Και ο Φέρντιναντ Σούμαν; Κι ο Τζάκομπ Σατάν; Και ο Εράσμους; Και ο Μίστερ Ντέαρ; Ποια ήταν αυτά τα πρόσωπα με τα απίθανα ονόματα, όπως ο κύριος Καπ του Μοντάλε; Ατομικότητες που περιμένουν, στο σκοτάδι ενός μπαούλου, να βγουν στο φως για να ζήσουν, ή μήπως απλά ονόματα που σκάλωσαν για πάντα σε κάποιο σημειωματάριο, χαμένες υπογραφές, εκτοπλάσματα του πιο φανταστικού ληξιαρχείου της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα; (*)
Η ετερωνυμία του Πεσσόα, δηλαδή έγινε ένας «άλλος από τον εαυτόν του» όπως λέει ο Tabucchi που συνεχίζει λέγοντας ότι, δεν κινείται στον χώρο μιας καθαρής περιπλάνησης […] η προσποίηση του Πεσσόα είναι πάντα μια προσποίηση υπερβατική, είναι λόγος, αλλά με την έννοια του εν αρχή ην ο λόγος• κι αυτός ο λόγος σίγουρα δεν είναι το λογοτεχνικό «κείμενο». Η ετερωνυμία του –προσθέτω εγώ- αχρηστεύει την αυθεντία της υπογραφής κάτω από οποιοδήποτε κείμενο. Τι σημασία και βάρος μπορεί να κουβαλά ένα οποιοδήποτε όνομα μπρος στην ουσία του κειμένου, η χρήση οποιουδήποτε ψευδώνυμου είναι ζήτημα έλασσον, πρωτεύει πάντα, μα πάντα, το ίδιο το κείμενο, αυτό ταξιδεύει με σκαμπανεβάσματα μέσα στο χρόνο. Με «τον τρόπο του», του ανθρώπου με τα «χίλια πρόσωπα», ο Πεσσόα, και σε αυτό συμφωνώ με τον Tabucchi, απαιτεί αναγνώσεις ικανές να απορρίπτουν κάθε αλαζονική ερμηνεία, ενώ αντίθετα επιζητεί αναγνώσεις ικανές να τον ακολουθήσουν σε έναν υποθετικό χώρο επιβεβαιώνοντας τον Μπόρχες που κάποτε σε μια διάλεξη τόνισε ότι «Ένας άνθρωπος έλεγε μια ιστορία• την τραγουδούσε• και οι ακροατές του δεν τον έβλεπαν ως έναν άνθρωπο που επιχειρούσε δύο πράγματα, αλλά ως κάποιον που επιχειρούσε ένα πράγμα που είχε δύο όψεις, Ή ίσως να μην αισθανόταν ότι είχε δύο όψεις, αλλά το σκέφτονταν ολόκληρο ως ένα ουσιώδες πράγμα».(**)
Ο Μπόρχες αναφερόμενος στον Whistler συμπληρώνει: « Η Τέχνη συμβαίνει». «Δηλαδή, υπάρχει κάτι μυστηριώδες στην τέχνη. Θα ήθελα να διαβάσω τη φράση του με ένα νέο νόημα. Θα έλεγα: Η τέχνη συμβαίνει κάθε φορά που διαβάζω ένα ποίημα». (***), και προσθέτω, Τέχνη δεν συμβαίνει μαθαίνοντας αποκλειστικά και μόνο το όνομα του δημιουργού.
Ο δικός μας Εμμανουήλ Ροΐδης στον καιρό του, χρησιμοποίησε ουκ ολίγα ψευδώνυμα, το γεγονός αυτό έχει μήπως άλλη σημασία πέραν του ότι δεν θα υπήρχε Τέχνη χωρίς το παιχνίδι του δημιουργού;
Εξ ου κι η μεγάλη πίκρα του έντυπου κατεστημένου λόγου σήμερα, ο κάθε πικραμένος ιστολόγος υιοθετώντας ένα ψευδώνυμο έχει τη δυνατότητα να δημοσιοποιεί (τι θράσος) –μέσω διαδικτύου- κείμενα ποιότητας (δωρεάν) με αποδέκτες μερικές χιλιάδες αναγνώστες.
Το παιχνίδι συνεχίζεται.
.
.
.
(*) Antonio Tabucchi «Η Νοσταλγία του Πιθανού», γραπτά για τον Πεσσόα. Εκδόσεις Άγρα.
(**) Χόρχε Λούις Μπόρχες «Η τέχνη του στίχου» Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
(***) Στο οπισθόφυλλο του ιδίου βιβλίου.
.
.
photo© Barbara Crane, 1970 (rectified to blog needs)
