[Ο.Φ.Α = Όπου Φυσάει ο Άνεμος·
23/09/2022 § Σχολιάστε
Η… εγκυρη
Εφημερίδα των Συντακτών: 07.05.2021 και χτες 22.09.2022

Βρώμικοι Απατεώνες συνειδήσεων.
◉
[ζητήματα ελευθερίας ·
23/09/2022 § Σχολιάστε
Ο αγωνας
να γίνουν δυτικός κόσμος

BBC/TWITTER
Χτες έμαθα ότι ματαιώθηκε η συνέντευξη του Ιρανού προέδρου στο CNN επειδή η ανταποκρίτρια Κριστιάν Αμανπούρ δεν… φορούσε μαντίλα.
Δεκάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους. Οι διαδηλώσεις συνεχίζονται για έβδομη ημέρα στο Ιράν εναντίον της καταπίεσης των γυναικών (και ολόκληρης της κοινωνίας) από το θεοκρατικό καθεστώς των μουλάδων. Καταλύτης της οργής ήταν ο θάνατος της 22χρονης Μαχσά Αμίνι στα χέρια της αστυνομίας ηθών, την περασμένη εβδομάδα.
Ορισμένοι π ο λ έ μ ι ο ι της Δύσης βλέπουν και (ορθώς) στηρίζουν των αγώνα των γυναικών και ανδρών στο Ιράν για το δικαίωμα στην ε λ ε υ θ ε ρ ί α της Έκφρασης και του Λόγου.
Δεν ξέρω όμως αν βλέπουν, ότι ο αγώνας τω Ιρανών ειναι να γίνουν Δύση, να ενταχθούν, να αποτελέσουν μέρους του Δ υ τ ι κ ού κόσμου.
◉
[απαλός αχνός ύπνου ·
21/09/2022 § Σχολιάστε
Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

Στροφή
Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι
που είχα τόσο αγαπήσει
με πρόφταξες ίσια στη δύση
σα μαύρο περιστέρι.
Ο δρόμος άσπριζε μπροστά μου,
απαλός αχνός ύπνου
στο γέρμα ενός μυστικού δείπνου…
Στιγμή σπυρί της άμμου,
που κράτησες μονάχη σου όλη
την τραγική κλεψύδρα
βουβή, σα νά ειχε δει την Ύδρα
στο ουράνιο περιβόλι.
*
Αργά μιλούσες
Αργά μιλούσες μπρος στον ήλιο
και τώρα είναι σκοτάδι
κι ήσουν της μοίρας μου το υφάδι
συ, που θα λέγαν Μπίλιω.
Πέντε στιγμές· και τί έχει γίνει
γύρω στην οικουμένη;
Μια άγραφτη αγάπη ξεγραμμένη
κι ένα στεγνό λαγήνι
κι είναι σκοτάδι… Πού είναι ο τόπος
κι η γύμνια σου ώς τη μέση,
θεέ μου, κι η πιο ακριβή μου θέση
και της ψυχής σου ο τρόπος!
◉
[O γυρισμός του ξενιτεμένου
20/09/2022 § Σχολιάστε
Γιώργος Σεφέρης (1900-20.09.1971)

– Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸ δικό σου.
– Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μοῦ ἔρχουνται ὡς τὴ μέση
κι οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι ὅμως σὰν ἤμουνα παιδὶ
ἔπαιζα πάνω στὸ χορτάρι
κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἴσκιους
κι ἔτρεχα πάνω σὲ πλαγιὲς
ὥρα πολλὴ λαχανιασμένος.
– Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις·
θ᾿ ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ᾿ τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγὰ-σιγὰ θὰ ῾ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι οἱ πλαγιές σου.
– Γυρεύω τὸ παλιό μου σπίτι
μὲ τ᾿ ἀψηλὰ τὰ παραθύρια
σκοτεινιασμένα ἀπ᾿ τὸν κισσὸ
γυρεύω τὴν ἀρχαία κολόνα
ποὺ κοίταζε ὁ θαλασσινός.
Πῶς θὲς νὰ μπῶ σ᾿ αὐτὴ τὴ στάνη;
οἱ στέγες μου ἔρχουνται ὡς τοὺς ὤμους
κι ὅσο μακριὰ καὶ νὰ κοιτάξω
βλέπω γονατιστοὺς ἀνθρώπους
λὲς κάνουνε τὴν προσευχή τους.
– Παλιέ μου φίλε δὲ μ᾿ ἀκοῦς;
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
τὸ σπίτι σου εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις
κι αὐτὴ τὴν πόρτα θὰ χτυπήσουν
σὲ λίγο οἱ φίλοι κι οἱ δικοί σου
γλυκὰ νὰ σὲ καλωσορίσουν.
– Γιατί εἶναι ἀπόμακρη ἡ φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεσαι στὸ χῶμα.
– Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
ἡ νοσταλγία σου ἔχει πλάσει
μιὰ χώρα ἀνύπαρχτη μὲ νόμους
ἔξω ἀπ᾿ τὴ γῆς κι ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους.
– Πιὰ δὲν ἀκούω τσιμουδιὰ
βούλιαξε κι ὁ στερνός μου φίλος
παράξενο πὼς χαμηλώνουν
ὅλα τριγύρω κάθε τόσο
ἐδῶ διαβαίνουν καὶ θερίζουν
χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα.
Ἀθήνα, ἄνοιξη ῾38







